Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Δημήτρης Καλοκύρης, Ελένη

Ελένη

Τώρα, ανοίγει την πορεία
στην παγωμένη νύχτα.

Κάποτε
όπως γυρνάει ο άξονας της υγρασίας τον κόσμο
και η λεπίδα διασχίζει τη σάρκα της σελήνης
απ' τον κρατήρα του Αρταξέρξη
μέχρι τη θάλασσα της Ιωνίας,

σαν ασημένια Χάρλεϊ που βυθίζεται
απ' τις ταινίες στις αστραπές
και διανύει την άσφαλτο
ως τον πυθμένα του ηλιακού σημείου

(να πλημμυρίσει το χειμώνα η τροχιά
της μελανής σημαίας του Νοέμβρη)


Κάποτε
που ο λόγος κι η σιωπή
αντιδικούν πεισματικά το νόημα
απ' τον ερημικό νυμφώνα της Ελέπτολης
ως την ελλειπτική του Δία -όποιος και να 'ναι-

και σταματά η διαδικασία της φθοράς
για να φανούν μες στο σκοτάδι καθώς έρχονται
και βγαίνουν κατακόκκινα στο αιθυλένιο και στο θειάφι
τα κινητά σημάδια της νύχτας

(κι ανάβουν και σκορπίζονται σφυρίζοντας
βαθιά, μέσα στην ορατή φύση της απελπισίας)


Κάποτε
που το χέρι ξαγρυπνά
και τριγυρίζει στην ακρόπολη αόρατο
μέσα στο ανθισμένο θερμοκήπιο της Κόρης 683
να σαρκωθεί ο νόμος στο μετάξι

όπως ο ύπνος ξεπηδάει απ' τα σκεπάσματα
και χάνεται μες στις κεραίες και τις κουζίνες
στα μαγαζιά με τα πολύχρωμα υφάσματα
τα ενθύμια από τους μυστικούς πολέμους

(τις γυάλες με τις μέντες και το μαντολάτο
τα κομμωτήρια και τα μηχανουργεία) τότε


Ο έρωτας,
γυρίζει κι αντιστρέφει την πορεία του κενού
τη ζωντανή λεπίδα του θανάτου
που ταξιδεύει νύχτα μέρα σιωπηλά
στα σκοτεινά εδάφη των αγγείων

και του ανταποδίδει βήμα βήμα τη διαδρομή
στα ερειπωμένα δώματα της Λακεδαιμονίας
με τις μεταλλικές κινήσεις της πυξίδας που γυρνά

από τη νικητήρια εορτή
στο σύμπαν.

Κλείνει τα μάτια της
βάνει το ράδιο δυνατά
τυλίγεται στο αλουμίνιο και τη βενζίνα
κοιτάει βαθιά στο φωτισμένο πίνακα
παραβιάζει ήρεμα
τα όρια και τα σήματα των ανθρώπων,
πατάει το γκάζι και ξεχύνεται
βαθιά, στην πυρωμένη σάρκα της σελήνης

κάπου ανάμεσα στο ροκ
και στο χαμένο πια παιχνίδι των αγίων.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Δημήτρης Καλοκύρης
Δημοσίευση σχολίου