Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Γιάννης Ρίτσος, Ακίνητη ταλάντευση

Ακίνητη ταλάντευση

Όπως έκανε να σηκωθεί βιαστικά ν' ανοίξει την πόρτα,
έριξε το πανέρι με τις κουβαρίστρες του ραψίματος -
σκόρπισαν κάτω απ' το τραπέζι, κάτω απ' τις καρέκλες,
σε απίθανες γωνιές, - μια κόκκινη προς το πορτοκαλένιο
μες στο γυαλί της λάμπας
∙ μια μενεξεδένια
στο βάθος του καθρέφτη
∙ εκείνη εκεί η χρυσή -
ποτέ δεν είχε μια χρυσή κουβαρίστρα - πού βρέθηκε;
Δοκίμασε να γονατίσει, να τις μαζέψει μια-μια, να συγυρίσει
πριν ανοίξει την πόρτα. Δεν πρόφταινε. Χτυπούσαν πάλι.
Έμεινε ασάλευτη, ανήμπορη, με τα χέρια ριγμένα στο πλάι.
Όταν θυμήθηκε ν' ανοίξει την πόρτα, - δεν ήταν κανείς.

Έτσι, λοιπόν, και με την ποίηση; Έτσι ακριβώς και με την ποίηση;

Από τη συλλογή Χειρονομίες (1970)


Translatum: Favourite Poetry
- Γιάννης Ρίτσος
Δημοσίευση σχολίου