Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στον Άι-Δημήτρη

Στον Άι-Δημήτρη

Κάθε που φεύγει η χειμωνιά με τα πολλά τα κρύα,
κάθε που ανθίζει η άνοιξη και φτάνει καλοκαίρι,
μακρύ ταξίδι ξεκινώ κι ο λογισμός με φέρνει
στους χρόνους που διαβήκανε, στους τόπους που προσμένουν.

Θέλω ν' ανέβω στο χωριό προτού βραδιάσει η μέρα,
εκεί στα Δαλιετάτικα, στης μάνας μου το σπίτι,
γιατί τους έταξα να 'ρθω και περιμένουν όλοι.
Και κόβω δρόμο απ' τη Μερτιά και φτάνω μάνι μάνι
μα το πορτόνι είναι κλειστό και να 'μπω δε μ' αφήνει
κι έμεινα απόξω και κοιτώ και κράζω και βρικάζω*.
Πρώτη φωνή και δεύτερη κι απόκριση δεν παίρνω
και με την τρίτη τη φωνή ανοίγει το πορτόνι.

Και περπατώ στο ξάφοδο* κι άχνα δεν αγροικιέται
και προχωρώ στην αφοδιά* και ψάχνω να τους εύρω.
Πώς έγινε κι αφήκανε άκοφτα τα χορτάρια
κι είναι σωρός τα λιόφυλλα κι είναι τ' αγκάθια λόγγος;
Πώς έγινε κι είναι κλειστά πόρτες και παραθύρια
και δεν τις ασβεστώσανε τριγύρω τις πεζούλες;

Αλάφιασα και σάστισα και σφίχτηκε η καρδιά μου
και στέγνωσε το στόμα μου και δροσισμό γυρεύω.
Ένα σκαλί δρασκέλισα κι ήρθα κατά τη στέρνα,
μα είναι κομμάτια το σκοινί κι είναι τ' αγγειό* σπασμένο
και το καπάκι σκούριασε πάνω στο χεροστόμι*.

Κι απλώνω χέρι στη ροδιά να κόψω ένα ρόδι
κι απλώνω και στη λεμονιά να κόψω ένα λεμόνι,
μα είν' η ροδιά κατάξερη κι η λεμονιά πεσμένη.

Και τότε ακούγεται νταν... νταν... καμπάνα να σημαίνει
- κάποιο παιδί περαστικό το πήρε για παιχνίδι -
και κίνησα σκυφτά κι αργά κατά τον Άι-Δημήτρη.

* βρικάζω = φωνάζω δυνατά
ξάφοδο = χώρος πριν την αυλή
αφοδιά = αυλή
αγγειό = κουβάς
χεροστόμι = άνοιγμα της στέρνας


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)
Δημοσίευση σχολίου