Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το τάξιμο της Παπαντής

Το τάξιμο της Παπαντής

Βρέθηκα πάλι στους Παξούς, απόδιαβα* το Πάσχα,
το Μάη και την Άνοιξη που το νησί μου λάμπει
κι οι εκκλησιές ανοίγουνε, που η Παπαντή διαβαίνει
και συναντά στο διάβα της τον Άγιο Κωνσταντίνο,
την εκκλησιά που στέκεται στο πατρικό μου δίπλα
κι έχει στη μέση θησαυρό τον τάφο του Δεσπότη
κι έχει ψηλό καμπαναριό, τον ουρανό να δείχνει.

Τότε λογάριασα να 'ρθώ, να τήνε προσκυνήσω.
την Παναγιά την Παπαντή, την αγιασμένη εικόνα,
να τήνε βρω αξετίμωτη* στην εκκλησιά μας μέσα,
να ψάλω την Παράκληση, στεφάνι να της πλέξω
με τ' άνθη πού στολίζουνε τα παξινά κηπάρια
γιούλια και τριαντάφυλλα, βιολέτες και μολόχες.

Κι ως τέλειωσε ή Παράκληση και σήμανε ή καμπάνα
κι ως φύγαν οι προσκυνητές, χαιρέτησαν κι οι ψάλτες
κι ως αναχώρησε ο παπάς και τα κεριά σβήστηκαν,
έγειρα και γονάτισα στης Παπαντής τα πόδια,
να μολογήσω και να πω τον άγιατρο καημό μου.
Με θάμπωσεν η ξενιτιά και ρίζωσα στα ξένα
κι έκανα βιος και πρόκοψα και περισσά όλα τα 'χω
μα έρχεται ή ώρα κι ή στιγμή, πού μ' απολείπουν όλα
γιατί οι χαρές λιγόστεψαν κι οι πίκρες περισσεύουν.

Κι ανάβει τότες αστραπή ο πόθος του νησιού μου
κι όσο ή ψυχή το λαχταρά ο πόθος δε νικιέται•
και πήρα και ταξίδεψα της γης και του πελάγου
κι ήρθα να παρηγορηθώ, ήρθα να γαληνέψω.

Κι ως πάτησα του τόπου μου τη γη τη βλογημένη
μου εφάνη πως γιατρεύτηκα κι αλλιώτικα ανασαίνω
της θάλασσας το νότισμα, των λιόδεντρων την αύρα,
τα μύρα των κυπαρισσιών, του σκιναριού το μόσχο.
Το πετρομάνι δύναμη κι απαντοχή μου δίνει,
το πέταμα του κάονα* για λευτεριά το νιώθω.

Κι εκεί που αλάφρωσε ή καρδιά κι ημέρεψεν ο νους μου,
ωσάν του ανέμου ρίπισμα ο στοχασμός μου κράζει
πώς πάλι θα ξαναβρεθώ στης ξενιτιάς τη ρότα.
Με λάβωσεν ο στοχασμός κι ή κεφαλή μου γέρνει
κι απ' τη βαριά λαβωματιά τα μάτια μου νοτίσαν.
Κάνε μου χάρη, Παπαντή, όσες φορές κι αν φύγω
απ' τ' ακριβό μου το Νησί, τόσες και να γυρίσω
και μιαν απ' όλες τις φορές να μείνω εδώ για πάντα.

Και σκώνοντας τα μάτια μου την Παναγιά αντικρίζω
κι η Παναγιά μου κάστηκε* σα να χαμογελούσε
και τούτο το χαμόγελο για τάξιμο το πήρα.

Το ποίημα αναφέρεται σε παμπάλαια ευλαβική συνήθεια των Παξινών. Τη Δευτέρα του Πάσχα μεταφέρουν την περικαλλή εικόνα της Υπαπαντής από τον Ναό της σε διαφόρους ναούς του νησιού των Παξών, όπου παραμένει για μία ή δύο εβδομάδες. Τότε ψάλλονται καθημερινώς Παρακλήσεις και γίνονται Λειτουργίες με μεγάλη συμμετοχή πιστών. Η εικόνα επιστρέφει με λιτανεία στον Ναό της προ της Πεντηκοστής. Ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι ναός πού ανήκε παλαιά στην πατρική μου οικογένεια και η νότια πλευρά του ορίζει το κηπάρι του πατρικού μας σπιτιού, στο οποίο διέμενε ο κτήτωρ του Ι.Ν. μακαριστός επίσκοπος Αμυκλών Ιωακείμ Μάστορας (+1773). Στο κέντρο του Ι.Ν. υπάρχει ο τάφος του.

* απόδιαβα = μετά
χάονας = γλάρος
αξετίμωτη = ανεκτίμητη
μου κάστηκε = μου φάνηκε


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)
Δημοσίευση σχολίου