Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Θανάσης Γεωργιάδης, Ωδή Πρώτη (απόσπασμα)

Ωδή Πρώτη (απόσπασμα)

Εγώ, ο Αθανάσιος Γεωργιάδης, έρχομαι, δεξί φτερό αποθαμένου αγγέλου
από την άλλη Ελλάδα ψυχή προβαίνω και του αργύρου το γενέθλιο χώμα
με τα εξαίσια μέλη μου μεγαλωμένα σωστά τη χλόη της ευεργεσία ζωντανή μετά στη μνήμη
αποκαλύπτοντας πικρά τα θέσμια δεσμά και τις εικόνες των στερεών θαυμάτων πρώτη προς τον ουρανό φλόγα.

Μου αρέσει η νύχτα και γνωρίζω περισσότερα∙ την ηρεμία του κομπασμένου, το δάγκωμα της λύπης
ό,τι προστίθεται στη σκοτεινιά κι απ' την ημέρα περισσεύει.
Καλεί μέσα στα δάση η ομορφιά, ακμή αρχαία, μέχρι το τώρα πρόσφατο που ανακαινίζει
όψη απ' το χρόνο άθικτη και πνεύμα αειθαλές.

Εγώ, ο Αθανάσιος Γεωργιάδης, έρχομαι απ' το μαύρο πόντο
η μάνα μου με γέννησε πέρ' απ' το μαύρο πόντο
ναύκληρος ποντισμένου καραβιού και του προσώπου μου κλειστά τα φύλλα
τα μάτια μου λευκό το μέταλλο της Σίδης. Έρχομαι
με τον απήγανο σείοντας την αυλαία του βορρά, με το βορρά αποκλείοντας τ' αηδόνια.

[Σύμπαντα νοητά και κόσμοι ανέφικτοι πρώτη σιωπή του αιωνίου
μες στην ποιότητα πλέω σημείο γεωμετρικό ο γυμνός.]

Φύλλο της δάφνης φύλλο της ζωής που σύρει έλκοντας και το κλαδί
της λεύκας, η ευτυχία στιγμή∙ μια πόρτα στο φως νοείται.
Ό,τι έφτανε άλλοτε άκουσμα απ' τον κοντινό λόφο δυσοίωνο
έλεγχος των στοιχείων, σφαδάζοντας τα όπλα και το δάσος φράγμα.
Τι ήμουν; πρόγονος και παιδί μαζί, φύλλο μετά τη γέννηση σαν τη σκιά της φωτιάς.

Γυρίζοντας απ' τις αισθήσεις πού θα κατοικούσα;

Ήμουν το τελευταίο σπίτι.

Προς την ένδοξη καθαρότητα του νερού, τα διχασμένα φαράγγια στις αγκωνιές της πέτρας πήγαινα
κι άρπαζα τους νεκρούς από το χώμα στην αγκαλιά μου.
Λοξός άγγελος ορμήνευε τα λόγια μου κι άφωνη αγρυπνούσε γυναίκα∙
με το στυγερό νερό εξαχνισμένο φαρμάκωνε τα δωμάτια, σκιασμένοι πια δρόμοι και καράβια που χαίρονταν.
Ήταν εκεί τα φύλλα του προσώπου μου σαν βράχος των πεδιάδων που αιχμαλώτιζε τις πόλεις
με τον κόρο της ψυχής ήμουν εκεί, ήταν (παιάνας και κελαηδούσαν αηδόνια)
μόνος με κύματα γλαυκού νερού και το κυμαινόμενο φως στις συστοιχίες των ανέμων. Τώρα

Εγώ ο Αθανάσιος Γεωργιάδης πύραυνος σταστισμένος έρχομαι
ακίνητος συν τον ορίζοντα, μάτια ερευνητικά στο σκονισμένο δρόμο
το πρόσωπό σου αγνώριστο από την κούραση, το πρόσωπό μου∙
και τρεμουλιάζει η γη.

Με το σίδερο στο νου να καίει φωτιά η ώρα.

...

Από τη συλλογή ωδές 1 - 4 (1991)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Θανάσης Γεωργιάδης
Δημοσίευση σχολίου