Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Θανάσης Γεωργιάδης, Ωδή Τρίτη (απόσπασμα)

Ωδή Τρίτη (απόσπασμα)

Φωνή ανέμου απ' τη μεγάλη πύλη και τα δύο λιοντάρια ακέφαλα αφουγκράζονται.
Χαράζει στης ανατολής τον ματωμένο δρόμο, αιθρία και ο πολεμιστής ν' αναστηθεί θέλει.
Από τη ρίζα του κάστρου δείχνει η αγάπη μας ως ψηλά στο βουνό τοίχο λειψό μετά τοίχο∙
ξέσκεπο αίσθημα, και καρδιές κουρνιαχτός.

Βλέποντας κατά το θυμάρι, δίνη ρόδινη, και το θυμίαμα αναπεπταμένο των νοήσεων,
βλέποντας προς την πεδιάδα με τους ασβολερούς γήλοφους και το καψαλισμένο χορτάρι.
Ανάμεσα από τον πρώτο αέρα στροφοδινείται και στον δεύτερο χάνεται πριαπικός
βλαστός της άνοιξης, πρόσκαιρη ελπίδα και αποκάλυψη, εννεάκρουνο δάκρυ μυστικής πηγής.
Δεν προχωρούν προς τον ανήφορο οι πέτρες μήτε κατηφορίζουν∙ το δαιμόνιο έντομο τις πετρώνει.
Και θέση που τη θέση απαγορεύει, χορτάρι δεμάτι και χερόβολο, θέση αρμαθιά∙
τα συναγμένα βότσαλα και οι νεκροί από κάτω προς την Περσεία βυθίζοντας ολοένα.

Τέτοια γη δεν έχει ελπίδα.

Πινακίδα ανέφερε τ' όνομά σου λησμονημένο.
Ο φαιόχρωμος βράχος τη θεωρούσε διπλός,
και τα πουλιά την είχανε ξεχάσει.
Τέφρα μόνη συζυγία, τέφρα δίψα παλιά, τέφρα ανασκολοπισμένο πάθος
Οι πεταλούδες του χειμώνα έλιωσαν πολλούς καιρούς ποτίζοντας το φλισκούνι∙
κι ήταν αληθινότερο από ποίημα.
Τα μάτια σου κοίταζαν την ίδια εκστατική κορυφή λήγοντας∙
προς το βουητό των ζεφύρων αναθωρούσε η απόγειος αύρα ανεξίκακη.

...

Από τη συλλογή ωδές 1 - 4 (1991)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Θανάσης Γεωργιάδης
Δημοσίευση σχολίου