Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός...]

2

Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός
όταν συλλογιέμαι τα καθ' εαυτόν
όταν μεμονωμένα εξετάζω τον απέναντι
όλα τα πάντα διαψεύδονται
όταν περιορίζω την εξέταση στην κίνηση
δίχως να ξεχωρίζω τον σκοπό που υπηρετεί
σκοπός της σαρκός σαρκικός άσαρκος
αισθητός με την σάρκα που την σκοτώνει
αγαπώ και το αγαπώμενο δεν είναι δικό μου
αγαπώ και στο αγαπώμενο δεν ανήκω
συμβατικά και κατά συνθήκη πλησιαζόμαστε
δεν λέω πως ψέματα μάς πληροφορούν οι αισθήσεις
παραδομένος είμαι σαν φελλός στον Ωκεανό των αισθητών
απ' το Βοριά ίσαμε τη Μεσημβρία
από τους πάγους ίσαμε τους τροπικούς
στην ίδια πρόχειρη μένουμε κατοικία
σ' ένα ξύλινο σπίτι τον ανήφορο παίρνοντας
πριν ο στραβός κατήφορος με βγάλει αντίπερα
τα ονόματα των δρόμων στις δυο πλευρές
στον αριθμό η είσοδος δέκα επτά
πίσω απ' τα παράθυρα με τα παραπετάσματα
μέσα στις κάμαρες με την αισθητή εμπειρία
σαν τον κάθε χειρώνακτα εργάζομαι
κοπιάζω για τις μορφής μου τη συντήρηση
δεν είναι δυνατόν να ζήσω πολλά χρόνια
τέλος με διαλύει η αντιφατική πάλη
οι δαίμονες της σαρκός καταπολεμούνε τη σάρκα
τα γεννήματα τρων τον γεννήσαντα
γκρεμίζουν τους γονείς απ' τον γεροντόβραχο
λογάρι τα περισωζόμενα λείψανα
καθημερινά μεταβαλλόμαστε σε αξίες
στο ισόγειο είναι το μαγαζί που συναλλάσσομαι
δίνω τη σάρκα μου και τρέφομαι με ξένη
δεν μπορώ να ξέρω τι αποτελώ
σήμερα ξύπνησα το πρωί νικητής
είδα στην πλώρη ν' αρμενίζει έναν άγγελο
η κάθε στιγμή μας είναι έν' άγαλμα
αυτές τις μορφές πιστεύω
έμορφη πανέμορφη πεντάμορφη
πόσο εξυμνείται το φυσικό άνθος υψηλά
απ' τη γη της δουλείας το σηκώνουν τα χέρια μου
βλέποντάς με μου το προσφέρεις
επειδή σε είδα σου το χαρίζω
εμπλέκονται τα χέρια μας στους καρπούς
δεν πρόκειται για σένα ούτε για μένα
ατενίζοντας αναπαυμένα
υπάρχουμε οι δύο μαζί
όλοι μαζί σε μια κοινότητα
άντρες και γυναίκες όπως είμαστε
η βαριά υλική πέτρα κρατεί τ' αχνάρι
σαν το φεστόνι της θάλασσας στον άμμο
η αγάπη των μαλλιών διαφυλάγεται
το ιερό και σεμνό χτένισμα
κάτι απ' την ομοιότητα στα μάτια
μέσα στις πτυχές των ενδυμάτων
αιώνιες οι μορφές πορεύονται
λιτανεία επίσημη και εορταστική
πάν' από της πεθαμένης αγάπης τον τάφο
δεν κάθομαι τη συντέλεια περιμένοντας
πανηγυρίζοντας φαιδρώς ακολουθώ
βλέποντας το έργο των χεριών του ανθρώπου
γεμάτος αγαλλίαση τραγουδώ.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Δημοσίευση σχολίου