Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Πάνος Θασίτης, Δυτικά προάστια

Δυτικά προάστια

Στ' αριστερά ο ηλεχτρικός πορτοκαλιώνας. Χειμώνα - καλοκαίρι
ανάβει κάθε νύχτα, αυτό το περιβόλι.
Βουνό από άδειο πετροκάρβουνο, το αίμα του καμένο, καπνός και σφυρίγματα
κι έργο για το καλό και το κακό, ξετελειωμένα. Σωροί τα κυβικά
του σκοταδιού, ξετροχιασμένα τραίνα, άχρηστο υλικό, το φάντασμα
του μηχανοδηγού ανάμεσα στις ράγιες και τ' άλογο μαρμαρωμένο,
οι ράγιες δένουν και χωρίζουν, στιλπνές ολόγυμνες ψυχές
κάτω απ' το νικέλινο φεγγάρι, ελίσσονται, αδιάκοπα φεύγουν - γυρίζουν
και δε γυρίζουν, βουλιάζουν στ' απροσδόκητο σκοτάδι, κι όλα
τα μαντήλια σταματημένα ξαφνικά στον αέρα∙
απολιθωμένη στρώση του χιονιού από παλιούς χειμώνες.

Πιο κάτω η Σίβυλλα του κάμπου, η λάσπη του Δέλτα
η νεκρή θάλασσα που μαντεύεις, γιατί είναι νύχτα
κι η νύχτα φέρνει κι αυτή το δικό της σκοτάδι
κι η μαντική, το μόνο φως που σου δόθηκε να πορεύεσαι,
να περάσεις ψηλαφώντας την ψυχή του δροσερού καλαμιώνα,
στο ποτάμι, που από κύκλο σε κύκλο κατεβαίνει
γυρεύοντας τη θάλασσα, τη μητέρα.

*

Μετά τη στροφή, φέρε φωτιά, μπορώ να την αγγίξω,
να την κρατήσω σφιχτά. Έχω μάθει τις φωτιές,
αυτές που καίγουνε απ' έξω και την άλλη,
που πάει βαθιά, συντρώγει κόκκαλα και σπλάχνα
πυρπολεί το αίμα και τ' αλλάζει.
Μιλώ για την αγάπη, αν το 'χετε ξεχάσει.
Φωνή στη γη, στον ουρανό για την αγάπη,
αιώνια σπασμένο κλωνάρι, χρυσός μύλος για τις ψυχές μας που βιάζονται,
το μαχαίρι και το ψωμί, αλλάζοντας χέρια.

Φώτα μεγάλα, σταθερή πορεία, χιλιάδες μίλια άσπρη ερημιά.
Ο ουρανός του γκαζιού πάνωθέ μας κι η άσπρη φονική αιθάλη
κατεβαίνοντας αργά, ενώνοντας τη μέρα και τη νύχτα
στο χημικό ευλύγιστο κορμί της, καταργώντας τη μέρα και τη νύχτα
κι ο ήλιος στην αποθήκη και το φεγγάρι στα οξέα.
Κάτω από τις ελεφάντινες φυλλωσιές του μετάλλου
τ' αυτοκίνητο τρέχει,
τάσι ανοιχτό με τις ψυχές μας που παραμιλούν.
Το θρόισμα κι η μεγάλη σιωπή των μαλλιών της και ο τοίχος
που προχωρεί αντίθετα κι ο ίσκιος του πάντα μας προφταίνει.

Ξενοδοχείο Αύγουστος, μαύρα σίδερα σταυρωτά, μαίανδροι
και πουλιά από πυρακτωμένο ψευδάργυρο,
ανώνυμη γεωμετρία του τοίχου. Στη σκοτεινή θύρα που έκλεισα
η βούλα της ερυθρής Αφροδίτης, το μάτι του ξενοδόχου στη σκάλα σα φίδι κι ύστερα,
η μεγάλη πυρά της αγάπης κατακαίγοντας τον πηλό,
ελευθερώνοντας την ήσυχη άσπρη ανταύγεια της καρδιάς
την ακύμαντη τάξη των άστρων που σου 'δειχνα τις νύχτες.

*

Η συνοικία πεθαίνει νωρίς. Όπου φως, αγρύπνια
για τ' άρρωστο κορμί, για την ψυχή που παραδίνεται και πάει.
Το κορίτσι στο κατώφλι, γυμνό ως τη μέση βαστά τον καθρέφτη
που σε δείχνει. Σκούρα μεγάλα δάση οξειδωμένα, πλαστικά πουλιά
άνθη πορφυρά γύρω - γύρω, πληγές από σωριασμένο φθόριο
σκεπάζουν το κορμί του, τέλια χρυσά, ηλεχτρικά αηδόνια
και στη μέση ο πληρωμένος τραγουδιστής με το κουτί της αγάπης
και το κουτί του καϋμού, με το κουτί που ναρκώνει
κι αυτό που τρελλαίνει. Και δίπλα η λίμνη σου κι ο πιστός αντικατοπτρισμός
κι η όχθη εγώ που σε περισφίγγει, θησαυρίζοντας την κρυφή διδαχή.

*

Αυτό είναι τ' όνειρο μες στη χαρτοπετσέτα, πάνω στο τραπέζι
του χαμένου καφενείου. Αν ανοίξεις, πρόσεξε αυτό το πουλί
κι αυτό το φυτό και τη θάλασσα που καίγεται στα δάχτυλά σου
και τ' άσπρο και το γαλάζιο που ικετεύουν,
τον πήλινο ύπερο και τον πήλινο κάλυκα και τη χρυσή σκόνη
ανάμεσά τους, τον πολλαπλασιαστή. Και στ' αφανέρωτα βάθη,
τόσες προσμίξεις μ' άγνωστα μέταλλα και στα ρήγματα
πολυώροφα σκοτάδια, βουνά της Περσεφόνης από γαλαζόπετρα,
ο τυφλός Ορφέας κι η Ευριδίκη η ελαφίνα αποσβολωμένη
στα νύχια του γρύπου.

Ακριβώς στη στροφή, μετά το κίτρινο βενζινάδικο,
που πήρε φωτιά και ουρλιάζει.

Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971) του Πάνου Θασίτη

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα
Πάνος Θασίτης
Δημοσίευση σχολίου