Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Νίκος Γρηγοριάδης, Flora Mirabilis


Flora Mirabilis

Και (...) το πλοίον, (...) έφερνε βόλτες-βόλτες,
κ' εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Όταν η μνήμη αλγεί, ο ποιητής, διαθλαστής κι αστεροσκόπος των ονείρων, αναδύεται τιμαλφής μέσ' από τον βαθύ χρόνο, μετέωρος στη διπλόη τού ιστίου και συνθέτει χλωρά αναστάσιμα για το πανέρι τής Φλώρας.

*

Δεν κρατάει λουλούδια, όμως σίγουρα είναι η Φλώρα, αφού τα πουλιά έχουν ήδη επιδημήσει κι από βαθιά επιστρέφουν κάτι ολοπόρφυρα καράβια και γράφουν πάνω στο κύμα αλήστου ή ληστού μνήμης, για να θυμίζουν τα χέρια που κρατούσαν άνθη κι ήταν ζεστά κι ήταν της Φλώρας κι ήταν αβρά κι ανθομυρίζαν, γιατί κι η κάθε επιστροφή είναι χλωρή και ανθοφόρα.

*

Επιστρέφω από τα βάθη κι ο άνεμος φυσά και με οξειδώνει, γιατί εισβάλλω χάλκινος σε χάλκινη εποχή, η χρυσή έχει παρέλθει ανεπίστροφα και τρίζουν τα οστά, σώθηκε το λιπαντικό τής μνήμης και τα γρανάζια αλέθουν το χρόνο κι η άμμος τρίβει την οδύνη των ματιών. Να το λοιπόν που δεν είναι, δεν είναι εντέλει η κάθε επιστροφή ανθοφόρα.

*

Τι άνθη να συλλέξεις από μιαν άνυδρη εποχή, όπου ακόμα και η Φλώρα δεν κρατάει λουλούδια και τα ποτάμια στέγνωσαν και στέρεψαν οι πηγές κι από πού πια να αναβλύσει δροσερή μνήμη, αφού και τα μνήματα ξεβράζουν τους νεκρούς και προχωρούν στα σκοτεινά και πού καντήλι, πού ανθός να οδηγήσει τον τυφλό στη μνήμη που δεν είναι πια ανθοφόρα;

*

Αν οι αφροί είναι λουλούδια και τα κύματα αδιάλειπτα, τότε η Φλώρα δε θα δει στεριά, μόνο η βουή κι ο μακρινός αχός που κατοικεί στ' άδεια κοχύλια θα συνάζει μνήμες και το αίμα έρχεται και φεύγει κυκλοδίωκτο σαν ήλιος και σαν γεράκι ψηφιδωτό, ενώ τα κορμιά διψούν και επιστρέφουν στην ακινησία, γι' αυτό και δε φορούν το χώμα τους ν' ανθοφορήσουν.

Δημοσίευση σχολίου