Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Τόλης Νικηφόρου, Οι άταφοι (II)

II

(...)
μίλησα
και τα λόγια μου
στων μεγαφώνων τις κραυγές
παραμορφώθηκαν
άγγιξε
η λαμαρίνα
η λάσπη
η σάρκα
αντίγραφα

στα τραπεζάκια
της ανανέωσης ξεψύχησε η προσπάθεια
στην αγωνία του σπέρματος
τα χνώτα της αγάπης σβήσαν
όνειρα
στο μπετόν
συνθέτουν τα όριά τους
πόθοι χαρταετοί
πλανεύουνε
και πίσω μένουν
ενώ παράλογα η ζωή
δεν προχωρεί

σκαρφάλωσα στα τείχη
μέσα κι απέξω δρόμοι
καρατομημένοι

τους φίλους μου αποζήτησα
ονόματα της νιότης
φύγαν μαζί της
ναυάγησε η φαντασία τους
για μια στολή
μια υπόληψη
και δυο δεκάρες

συνάντησα της πολιτείας την επανάσταση
νιότη που ευνουχίστηκε
με χορούς
ντυσίματα
κρυφές φοβέρες κι αμοιβές

όσοι ασυμβίβαστοι
στις βίγλες άφιξη
μέρα και νύχτα άγρυπνοι περίμεναν
σαπίσανε
με χειροπέδες στο τσιμέντο μπρούμυτα
όσοι τολμήσανε
πήξανε πια τα αίματα
και σαν λαδομπογιές φαντάζουν
άψυχο κρέμεται στο παραπέτο το κεφάλι
άλλων η μέση τσακισμένη
όσοι την άνοιξη πιστέψαν
λεπτοδείχτες
σ' άξονα ρολογιού σπασμένο

Γενναίοι δεν υπάρχουν πια
(...)

Από το ποίημα Οι άταφοι (1966)

Δημοσίευση σχολίου