Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

3.000 ποιήματα

Με το ποίημα της Μαρίας Αγαθοπούλου που δημοσίευσα τα ξημερώματα ο μετρητής στην ετικέτα «Ποίηση» έγραψε 3.000. Θαρρώ πως ο αριθμός αυτός αξίζει μια μικρή γιορτή. Γι' αυτό τις προηγούμενες μέρες είχαμε περισσότερη μουσική - ήθελα να μπούμε σε εορταστικό κλίμα. Άλλωστε η μουσική κι η ποίηση είναι αδελφές εξ αρχαιοτάτων χρόνων.

3.000 ποιήματα, λοιπόν, μέσα σε περίπου 1,5 χρόνο. Με απλά μαθηματικά, κατά μέσο όρο 5 ποιήματα τη μέρα.

Πολλά; Όχι. Κατηγορηματικά όχι. Αν σκεφτούμε ότι ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής τής ρωμιοσύνης (ναι, χωρίς κεφαλαίο, γιατί μίλησε εκ μέρους όλων μας), συνέλαβε και έγραψε πολύ περισσότερα κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες, τότε η απλή δακτυλογράφηση αυτού του αριθμού ποιημάτων είναι αστείο επίτευγμα, αν μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα. Θα έλεγα ότι είναι συμπαθητική προσπάθεια για μια απλή γνωριμία με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση γενικά και το έργο των ποιητών τής Θεσσαλονίκης ειδικότερα.

Θα μου πει τώρα οποιοσδήποτε σοβαρός άνθρωπος: τι δουλειά έχουν τα νούμερα με την τέχνη; Και θα συμφωνήσω. Καμιά δουλειά δεν έχουν. Έλα, όμως, που ζούμε στην εποχή των αριθμών. Και των εκπτώσεων. Και της έκπτωσης. Και της υπερβολής. Και της αδιαφάνειας. Και των πλαστών ή παραποιημένων αριθμών. Και η τέχνη δεν είναι ξεκομμένη από την κάθε εποχή. Αντιθέτως, είναι «προϊόν» τής κάθε εποχής - στις καλές της στιγμές ίσως και «αγαθό» τής κάθε εποχής.

Το σημερινό μήνυμά μου προς τους αναγνώστες αυτού του ιστολογίου μου αποσκοπεί στο να με γνωρίσουν οι νέοι επισκέπτες που δεν με ξέρουν και στο να καταλάβουν (ή να ξαναθυμηθούν) με ποιον έχουν να κάνουν οι παλαιότεροι. Έτσι, για να ξέρετε τι καπνό φουμάρω και για να μην έχετε απορίες ή αμφιβολίες.

Το όνομά μου σας είναι γνωστό, αφού από την αρχή υπογράφω μ' αυτό κι όχι με ψευδώνυμο. Είχα πάντα μια αντιπάθεια στα ψευδώνυμα στο διαδίκτυο, γιατί πιστεύω ότι αργά ή γρήγορα σε βάζουν στον πειρασμό να πεις πράγματα που μπορεί μεν να τα πιστεύεις, αλλά δεν θα 'χες τα κότσια να τα πεις επώνυμα. Κι αυτό μ' ενοχλεί. Όταν με ρωτούν ποια θεωρώ τα μεγαλύτερα προσόντα σ' έναν άνθρωπο, απαντώ με μια λέξη πολύ ελληνική που από μικρή πίστευα ότι τα περιλαμβάνει όλα: λεβεντιά. Και ο ανώνυμος που έχει γνώμη και άποψη επί παντός τού επιστητού για τα δικά μου γράδα μακράν απέχει από τη λέξη αυτή. Ωστόσο, σέβομαι την επιθυμία τού άλλου να μείνει ανώνυμος. Λέω «σέβομαι» και «επιθυμία» γιατί βαθιά μέσα μου δεν πιστεύω ότι πρόκειται για δικαίωμα του άλλου ή για δική μου αποδοχή. Σιχαίνομαι όλους τους μικρούς καθημερινούς δικτάτορες της ζωής μας που κάνουν το παν για να μας (εκ)φοβίσουν, με θλίβουν οι φοβισμένοι άνθρωποι που ολοένα αυξάνονται γύρω μας και όλη αυτή την κατάσταση απλώς την ανέχομαι - δεν τη δέχομαι, δεν την αποδέχομαι. Είναι τόσο πολλά αυτά που δεν δέχομαι στο συγκεκριμένο θέμα, είναι τόσο πολλά αυτά που μ' εξοργίζουν κι είναι ακόμα περισσότερα αυτά που δεν μπορώ να ανατρέψω.

Κι αφού η πεμπτουσία τής δημοκρατίας στην οποία πιστεύω ακράδαντα ως φρόνημα και στάση ζωής είναι να σεβόμαστε όσους είναι διαφορετικοί από εμάς, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ξεκαθαρίζω τη δική μου θέση ώστε αυτά που πιστεύω να μπορώ να τα κάνω και πράξη. Αυτό αφορά όχι μόνο την ανωνυμία στο διαδίκτυο, αλλά και καθετί άλλο.

Οφείλω να ξεκαθαρίσω σε όλους όσους με ξέρουν ως ανθολόγο των ποιητών της Θεσσαλονίκης στο διαδίκτυο (στο Translatum) ότι στα ιστολόγιά μου δεν ανθολογώ. Ας πούμε ότι πρόκειται για μια άτυπη προέκταση της ανθολόγησης με στόχο να γίνουν πιο γνωστοί μας και πιο δικοί μας άνθρωποι οι ποιητές μας, αυτοί οι αφανείς άλλοτε εργάτες κι άλλοτε τεχνίτες τού λόγου.

Επομένως, κάθε προσέγγιση της παρουσίασης των ποιητών με κριτήριο τον αριθμό ποιημάτων τους στη δεξιά στήλη τού ιστολογίου θα τη χαρακτήριζα εκτός τόπου και χρόνου. Και εξηγώ γιατί:

1) Υπάρχουν ποιητές που τους χρωστώ τον μισό μου εαυτό. Μέσα απ' τα γραπτά τους έγινα αυτό που έγινα. Μαζί τους μεγάλωσα, έμαθα να διαβάζω, να γράφω, να σκέπτομαι. Αυτοί οι 15-20 άνθρωποι (οι περισσότεροι μακαρίτες πια) θα εμφανιστούν σιγά σιγά στο άλλο μου ιστολόγιο ως «οι ποιητές που αγάπησα». Εδώ θα έχουν μια συμβολική παρουσία για να μην τους ξεχνάμε. Η αρχή έχει ήδη γίνει με τη Ζωή Καρέλλη. Εδώ που είμαστε τώρα υπάρχουν 45 δημοσιευμένα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη. Και τόσα θα μείνουν. Εκτός αν κάποια μέρα η διάθεσή μου και το κλίμα που επικρατεί στις συζητήσεις μας επιβάλουν τη δημοσίευση κάποιου ακόμα ποιήματός της. Θα δούμε. Στους ποιητές που αγάπησα περιλαμβάνονται κι άλλοι που καν δεν εμφανίζονται ακόμη εδώ, π.χ. Σολωμός και Παλαμάς, ή περιπτώσεις σαν την Καρέλλη, π.χ. Θέμελης και Χριστιανόπουλος.

2) Υπάρχουν ποιητές που τους χρωστάμε ΟΛΟΙ μας τον μισό μας εαυτό. Όλοι αυτοί μαζί είναι ο εξής ένας και μοναδικός: ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Οι ειδικοί, Έλληνες και ξένοι, λένε ότι θα περάσουν τουλάχιστον 2 αιώνες ωσότου η Ευρώπη αλλά μάλλον και η υφήλιος ολόκληρη μπορέσουν να ξεπεράσουν τον Καβάφη και να κάνουν το επόμενο δειλό μεγάλο βήμα. Όπως καλά γνωρίζετε, ακόμα βρισκόμαστε μόλις στον πρώτο μετά Καβάφη αιώνα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, να ανθολογήσω τον Καβάφη. Πρόλαβε και αυτολογοκρίθηκε μόνος του και μας έδωσε ελάχιστα ποιήματα γιατί είχε πλήρη συναίσθηση του τι θα πει «καλό ποίημα». Είχε αυτή τη βαθιά γνώση που έχουν όλοι οι μεγάλοι της τέχνης για το μέτρο και τα σταθμά που διαχωρίζουν το σπουδαίο και το ωραίο από το υποφερτό. Αν είχα κατά νου να τον ανθολογήσω, θα όφειλα να δημοσιεύσω όλα του τα ποιήματα. Εδώ και στο ιστολόγιο με τους ποιητές που αγάπησα θα εμφανιστούν μόνο τα ποιήματά του που αγαπώ πολύ - έτσι, χωρίς λόγο κι αφορμή. Γιατί; Κατά την άποψή μου, δεν νοείται «μορφωμένος» νεοέλληνας που να μην ξέρει τον Καβάφη και να μην έχει τα άπαντά του στη βιβλιοθήκη του. Να πάμε να τα αγοράσουμε όλοι. Στοιχίζουν όσο δυο ποτά σ' ένα μπαράκι. Να πιούμε όλοι δυο ποτά λιγότερα στη ζωή μας, να χαλαλίσουμε 1 λεπτό τη μέρα από τη ζωή μας για να μάθουμε ποιοι είμαστε. Μπας κι αποκτήσουμε εθνική ταυτότητα επιτέλους. Γιατί ο μακαρίτης τα συνδυάζει όλα: το κλασικό με το μοντέρνο, βουνό με θάλασσα κ.ο.κ.

3) Υπάρχουν ποιητές που γράφουν μια ζωή και λίγοι τους ξέρουν. Μόνο όσοι ασχολούνται με τη λογοτεχνία είτε ως συγγραφείς είτε ως αναγνώστες. Θα κάνω εκτεταμένη παρουσίαση ποιητών που έχω στα χέρια μου το σύνολο του έργου τους. Η αρχή έγινε με τον Τόλη Νικηφόρου, τον Νίκο Γρηγοριάδη και τη Μαρία Αγαθοπούλου. Και συνεχίζουμε.

4) Υπάρχουν ποιητές που γράφουν μια ζωή μεν, αλλά είναι ακόμα πολύ νέοι. Αν τους ξέρω, θα παρουσιάσω το έργο τους. Κι όσους δεν ξέρω θα φροντίσω να τους μάθω. Γιατί πραγματικά με νοιάζουν τα γραπτά της πόλης μου.

5) Υπάρχουν ποιητές που δεν είναι πια κοντά μας. Είναι οι μακρινοί μας πρόγονοι και συγγενείς. Δεν σας κρύβω ότι η καρδιά μου χτυπάει δυνατά με τα γραπτά των νεωτεριστικών ποιητών τού μεσοπολέμου, τους έχω πολύ μεγάλη αδυναμία και η παρουσίαση του έργου τους ήταν και παραμένει η σημαντικότερη προτεραιότητά μου. Και πάλι προτεραιότητα της προτεραιότητας αποτελούν οι ποιητές τής πόλης μου, αλλά ήδη είμαι σε καλό δρόμο με τους περισσότερους απ' αυτούς.

Λέω συχνά ότι δεν θέλω να μου διαφύγει ούτε ένας ποιητής από τους παλιούς. Δεν με απασχολεί, επί του παρόντος, η πληρότητα της δουλειάς μου στους νεότερους, δηλαδή στους δημιουργούς μετά το 1980. Αυτοί οι τελευταίοι έχουν όλο το χρόνο μπροστά τους να μας δώσουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Μακάρι να μας εντυπωσιάσουν και να μας καταπλήξουν, οπότε ακόμα κι αν δεν τους ξέρουμε, θα τους μάθουμε θέλοντας και μη.

Γιατί επιμένω στους παλαιούς: η τέχνη δεν προχωράει ανεξάρτητα και ξεκομμένα. Έχει μεν διαρκή ροή και νέες μορφές και εκφάνσεις, αλλά πηγάζει και εκπορεύεται από την παράδοση. Αυτή την παράδοση που όλοι κουβαλάμε μέσα μας γιατί ζούμε στο σπίτι, στην πόλη και στη χώρα που ζούμε, γιατί πάμε στα σχολειά που πηγαίνουμε, γιατί είμαστε πολίτες αυτού του πλανήτη κι όχι κάποιου άλλου. Άποψή μου είναι ότι οι νεότεροι συγγραφείς πρέπει να μελετούν καλά το έργο των παλαιότερων προτού φτάσουν να δημοσιεύσουν δικά τους γραπτά. Αν έχουν κάτι σοβαρό να πουν, θα μάθουν τι είπαν όλοι οι άλλοι πριν απ' αυτούς. Τα θέματα που ταλανίζουν ή απλώς απασχολούν την ανθρωπότητα είναι μετρημένα κουκιά. Αν έχουν κάτι σοβαρό να πουν, αλλά πρόλαβε και το είπε κάποιος άλλος πολύ καλύτερα και πολύ παλαιότερα, θα κερδίσουν την απόλαυση της ανάγνωσης, τον προβληματισμό και την αυτογνωσία με τη βοήθεια κάποιου άλλου. Αυτό σημαίνει ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία στον υπέρτατο βαθμό, δηλαδή πνευματική και ψυχική προσέγγιση των συνανθρώπων μας διαχρονικά και διακρατικά και είναι ίσως το μεγαλύτερο όφελος.

Κρίνω ότι ο αριθμός των συγγραφέων στη χώρα μας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς τον αριθμό των αναγνωστών. Αυτό θα έπρεπε να προβληματίσει τους συγγραφείς ώστε να ψάξουν τι δεν πάει καλά. Δεν διστάζω να πω την άποψή μου: κακώς έχουμε τόσο πολλούς συγγραφείς και τόσο λίγους αναγνώστες. Ένα συμπέρασμα στο οποίο έχω καταλήξει είναι ότι οι καλοί και επιμελείς αναγνώστες που δεν έχουν την ψώρα ή το ψώνιο να γράψουν οι ίδιοι είναι ελάχιστοι. Και το άλλο συμπέρασμα είναι πως οι ίδιοι οι συγγραφείς δεν είναι καλοί και επιμελείς αναγνώστες.

Και στο σημείο αυτό έρχεται να κολλήσει το διαδίκτυο. Καινούριο κοσκινάκι για την Ελλάδα και ήδη κακοποιημένο, όπως και τόσα άλλα. Εξήγησε πρόσφατα σε μια ομιλία της η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ποια είναι η διαφορά του γραφιά από τον συγγραφέα. Αν γράψουμε ό,τι μας κατέβει και το δημοσιεύσουμε με ελάχιστες έως ανύπαρκτες διορθώσεις, είμαστε γραφιάδες. Ο συγγραφέας κάνει συρραφή των πηγαίων και πρωτότυπων σκέψεων που αρχικά αποτύπωσε στο χαρτί, ιδρώνει ο κώλος του στην καρέκλα για να μοντάρει αυτό το αμοντάριστο υλικό, πειράζει συνεχώς τις λέξεις και τις φράσεις του, αλλάζει τη σειρά, σβήνει πολλά μέχρι που να μη μείνει ούτε ένα περιττό κόμμα -όπως έλεγε ο μακαρίτης ο Τηλέμαχος Αλαβέρας- και κάπου εκεί τελειώνει το έργο του, για να αιτιολογήσει απόλυτα την πρόθεση ΣΥΝ στη λέξη «συγγραφέας». Με όλο το ρίσκο να μην τα καταφέρει ποτέ και το γραπτό να καταλήξει στο καλάθι των αχρήστων. Κι από την ώρα που το γραπτό του μπει σε περιοδικό ή βιβλίο και φιγουράρει στη βιτρίνα ενός μεγάλου ή μικρού βιβλιοπωλείου, είναι ΣΥΝυπεύθυνος για την πορεία του. Και ο μόνος υπεύθυνος για τα συναισθήματα που θα προκαλέσει στον αναγνώστη. Γιατί αν δεν τον ενδιαφέρει η επικοινωνία με τον αναγνώστη, τότε τι στο καλό τη θέλει τη δημοσίευση; Στο ελληνικό διαδίκτυο, λοιπόν, παρατηρώ με μεγάλη μου θλίψη ότι κυριαρχεί η τσαπατσουλιά γιατί υπάρχουν πολλοί γραφιάδες, ή ακόμα περισσότεροι που νομίζουν ότι είναι γραφιάδες, που μας πετούν στα μούτρα το γραπτό κι όποιον πάρει ο χάρος. Καθημερινά βλέπω λάθη επί λαθών, ορθογραφικά και όχι μόνο, που τα βρίσκουν μετά οι μηχανές αναζήτησης όπως το Google και διαιωνίζονται τα λάθη και αλλοτριώνουν το γλωσσικό μας αισθητήριο και την ευθυκρισία μας - κοινώς ξεχνάμε κι αυτά που ξέρουμε.

Ένα μόνο θα σας πω. Η αρχόντισσα της ποίησης στη Θεσσαλονίκη, η Ζωή Καρέλλη, μία από τις πρώτες παρατηρήτριες στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ (δεν επιτρεπόταν τότε να φοιτούν οι γυναίκες), μελετήτρια η ίδια του έργου των περισσότερων τρανών δυτικοευρωπαίων λογοτεχνών, μια γυναίκα που στα 85 της σου έλεγε από μνήμης χωρία από την Κόλαση του Δάντη – αυτή η φοβερή μορφή της «γυναικείας» ποίησης εν Ελλάδι, είχε μέχρι τις στερνές στιγμές της ένα λεξικό μόνιμα ανοιχτό δίπλα της. Και δεν ήταν ούτε τρελή ούτε υπερβολική ούτε σχολαστική η μακαρίτισσα. Απλώς ευσυνείδητη ήταν.

Επομένως, φίλοι μου ιστολόγοι και ιδιοκτήτες ιστοτόπων στο ελληνικό διαδίκτυο, δεν έχουμε άλλοθι όταν κάνουμε τραγικά γλωσσικά λάθη στη σημερινή ηλεκτρονική εποχή που μας παρέχονται εν αφθονία όλα τα μέσα που έλειπαν από τους παλαιότερους. Υπάρχει ο διορθωτής τού Word που αμέσως μας κοκκινίζει τα λάθη για να μη φτάσουμε να κοκκινίζουμε από ντροπή αν δείξουμε αδιόρθωτο γραπτό μας και για να μη φτάσει να κοκκινίζει ο αναγνώστης μας που θα του ανέβει το αίμα στο κεφάλι άμα δει τα λάθη μας. Υπάρχει το αντίστοιχο λεξικό-διορθωτής τού firefox για όσους χρησιμοποιούν αυτό το πρόγραμμα περιήγησης. Υπάρχει το καλύτερο νεοελληνικό λεξικό, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του ιδρύματος Τριανταφυλλίδη (ένας τεράστιος τόμος στην έντυπη έκδοση) που εμφανίζεται δωρεάν στην πύλη τού Κόμβου. Ας τα χρησιμοποιήσουμε για να γράφουμε επιτέλους σωστά και για να μείνει κάτι σωστά γραμμένο για τους μελλοντικούς αναγνώστες – τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας.

Δεν μπορώ να μην επισημάνω εδώ μια ακόμη σοβαρότερη μάστιγα του ελληνικού διαδικτύου: την κατάφωρη παραβίαση και καταπάτηση των πνευματικών δικαιωμάτων. Ακούστε κάτι, λοιπόν. Δεν είμαι στο διαδίκτυο από χόμπι ούτε για να περάσω τον ελεύθερο χρόνο μου. Είμαι μεταφράστρια και το διαδίκτυο είναι το σπίτι μου κι ο χώρος εργασίας μου. Οι μεταφραστές ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει πνευματική ιδιοκτησία, μνεία των πηγών και των δημιουργών με ακρίβεια και σχολαστικότητα, και, βέβαια, έχουμε πληρώσει κατ’ επανάληψη τη νύφη στο παρελθόν όταν ακόμη και σε έντυπες εκδόσεις ογκωδέστατων έργων δεν αναφερόταν το όνομα του μεταφραστή.

Μη σπεύσει κανείς να πει ότι δεν υπάρχει νομοθεσία για το θέμα αυτό. Υπάρχει, αλλά δεν τηρείται, ως συνήθως. Αν αύριο εκδώσω ένα βιβλίο ή δημοσιεύσω ένα άρθρο σε περιοδικό ή εφημερίδα και συμπεριλάβω έστω και μεμονωμένες λέξεις τού Καζαντζάκη, του Παλαμά, της Αρβελέρ, του Κωστάκη του Καραμανλή, κανείς δεν θα με πάρει στα σοβαρά αν δεν αναφέρω τις πηγές μου. Κι όχι μόνο δεν θα με πάρουν στα σοβαρά, αλλά, αν δεν προσθέσω τις απαραίτητες αυτές πληροφορίες, το γραπτό μου δεν θα εκδοθεί ή δεν θα δημοσιευτεί ποτέ. Εκεί τηρείται η νομοθεσία. Η ίδια νομοθεσία ισχύει και για το διαδίκτυο και προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος τροποποίησής της ούτε έχει κενά. Γιατί δεν την τηρούμε; Να σας πω εγώ γιατί. Ό,τι δεν το πληρώνουμε δεν το εκτιμάμε, λέει ο λαός. Άμα σου δίνουν τζάμπα χώρο (π.χ. ιστολόγια), όπου λειτουργείς ανώνυμα, συχνά δεν τον εκτιμάς. Άμα πλήρωνες και ήξερες ότι είσαι επωνύμως υπεύθυνος έναντι του νόμου για τις πράξεις σου, θα πρόσεχες. Και ρωτώ εγώ τώρα: μα, καλά, μας αρέσει ο βούρδουλας; Από μόνοι μας τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε με στοιχειώδη αξιοπρέπεια και ευσυνειδησία; Άμα αποπειραθεί η πολιτεία να επιβάλει την τάξη, μιλάμε για αστυνομικές διαδικασίες και καταπάτηση της ελευθερίας μας. Ε, ας την επιβάλουμε μονάχοι μας στον εαυτό μας να μην έχουμε ανάγκη κανέναν κερατά. Πού να πάρει ο διάολος, η πολιτεία είμαστε εμείς οι ίδιοι. Πότε θα το πάρουμε χαμπάρι;

Τα τελευταία χρόνια, λοιπόν, που ασχολούμαι με την παρουσίαση του έργου λογοτεχνών, οφείλω να πω για πρώτη και τελευταία φορά ωμά και δημοσίως ότι αυτά που βλέπω μου προκαλούν ανάμικτα συναισθήματα λύπης, στενοχώριας, ντροπής και οργής. Ο καθένας πετάει ένα γραπτό σε ιστολόγια και ιστότοπους, όπως να 'ναι. Τις περισσότερες φορές η οπτική διαμόρφωση της δημοσίευσης είναι για τα μπάζα, τα εκ παραδρομής λάθη από την αντιγραφή, την πληκτρολόγηση ή την ημιτελή σάρωση με εργαλείο OCR δίνουν και παίρνουν, και ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να αναφέρουν την πηγή τους. Και ρωτώ: καλά, ρε καρντάση, πάτησες το #@&%^%~$ το κουμπάκι για δημοσίευση και μετά έφυγες; Έκλεισες τον υπολογιστή αυτοστιγμεί και τον ξανάνοιξες μετά από ένα μήνα; Δεν θες να δεις τι δημοσίευσες και να το καμαρώσεις, βρε αδελφέ; Ή μήπως πρόκειται για αυτογνωσία και, ξέροντας τι χάλια έχει η δημοσίευσή σου, δεν θες ούτε εσύ ο ίδιος να τη βλέπεις; Αυτό, λεβέντες μου, δείχνει χαμηλή αισθητική και ανύπαρκτο γούστο. Και εδώ τα πράγματα γίνονται σοβαρά, γιατί, καταπώς λέει ο καλύτερός μου φίλος, το μέτριο γούστο με τον καιρό βελτιώνεται, το καλό γούστο είναι προσόν, αλλά με το ανύπαρκτο γούστο είσαι καμένο χαρτί.

Όμως, το έργο που είδαμε και βλέπουμε συνεχώς μαζί με τον Σπύρο τον Δόικα (ιδιοκτήτη του Translatum) και όχι απλώς δεν μας αρέσει καθόλου αλλά μας εξοργίζει κυριολεκτικά, είναι που σημαντικοί ή λιγότερο γνωστοί άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών κλέβουν υλικό ξεδιάντροπα και δεν μπαίνουν στον κόπο να πουν από πού το πήραν. Είδα ως και συγγραφείς να το κάνουν και μάλιστα σε μεγάλη έκταση και κατ’ επανάληψη. Αυτό το θεωρώ απαράδεκτο. Οι συγγραφείς θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα προστατεύουν τα πνευματικά δικαιώματα γιατί οι ίδιοι πλήττονται από την καταπάτησή τους.

Σε μερικούς απ' αυτούς διαμαρτυρηθήκαμε. Το αποτέλεσμα; Οι διαμαρτυρίες μας ήταν σαφείς μεν αλλά ευγενικά διατυπωμένες γιατί σεβαστήκαμε το έργο τους ή την ηλικία τους. Εξέλαβαν την ευγένειά μας ως αδυναμία ή δεν ξέρω τι, και δεν έκαναν ούτε το 10% από τις προσθήκες ή τις διορθώσεις που όφειλαν να κάνουν στις δημοσιεύσεις τους. Σε όσους ήταν και μέλη του Translatum επιβάλαμε πειθαρχικές ποινές, αλλά δεν ιδρώνει τ' αφτί τους. Η αρχική απάντηση που πήραμε: «Α, δεν το ξέραμε ότι έπρεπε να αναφέρουμε ότι το πήραμε από εσάς. Αφού οι επισκέπτες μέσω διαδικτύου έχουν ελεύθερη πρόσβαση στις σελίδες σας φανταστήκαμε ότι ελεύθερη είναι και η παράθεση του περιεχομένου τους.»

Μέσα μου σκέφτηκα ως απάντηση, άλλο αν δεν το είπα φωναχτά γιατί κατάλαβα ότι δεν θα είχε νόημα ή αποτέλεσμα: «Μάγκα μου, όταν βάζεις ποίημα από μια ανθολογία τού Καστανιώτη, γιατί αναφέρεις την πηγή σου; Η δικιά μου ανθολογία είναι ξέφραγο αμπέλι επειδή είναι στο διαδίκτυο; Αλλά και αμπέλι να 'ναι, είναι δικό μου (ή του Σπύρου). Από πού κι ως πού όχι μονάχα μπαίνεις και περιεργάζεσαι τα σταφύλια μου (σου το επιτρέπω γιατί τα ωραία πράγματα θέλουμε να τα δείχνουμε σ' όποιον λαχταράει να τα καμαρώσει), αλλά από πάνω μου τα κλέβεις όταν γυρίζω την πλάτη, τα κάνεις κρασί, τα εμφιαλώνεις και τα πλασάρεις σε φίλους και γνωστούς με δική σου ετικέτα, όπου λες ότι βγήκαν απ' το δικό σου ξεροχώραφο;»

Αυτά και άλλα πολλά, λοιπόν, με κάνουν και θυμώνω στο διαδίκτυο. Όμως, υπάρχουν κι άλλα τόσα που με κάνουν να το χαίρομαι.

Το μέσο έχει μαζικά και ταχύτατα αποτελέσματα. Οι επισκέπτες στο διαδίκτυο, διεθνώς, αυξάνονται με ιλιγγιώδη ρυθμό. Έχεις τη δυνατότητα, μέσα σε λίγη ώρα, να γνωρίσεις ανθρώπους απ' όλα τα μήκη και τα πλάτη τής γης. Έχεις τη δυνατότητα να δεις τι καπνό φουμάρουν και ανάλογα να αντιδράσεις. Έχεις τη δυνατότητα να δείξεις τις δικές σου αξίες και τη δική σου ποιότητα όταν και όπως θέλεις. Μπορείς να φέρεις το επίπεδο των δημοσιεύσεών σου και των σχολίων των αναγνωστών εκεί που εσύ θέλεις. Μπορείς να απορρίψεις καθετί κακόγουστο και άηθες είτε λέγοντάς το αμέσως στον συντάκτη της σελίδας είτε παύοντας να την επισκέπτεσαι. Έχεις τη δυνατότητα να δέσεις εικόνα και ήχο πάνω στις δημοσιεύσεις σου και να γίνεις πιο δημιουργικός αξιοποιώντας τα μέσα που παρέχει η τεχνολογία, αλλά και τη δική σου φαντασία και έμπνευση.

Σε ό,τι με αφορά, θα προσθέσω ότι η ενασχόλησή μου με την παρουσίαση της ποίησης της Θεσσαλονίκης, μου έχει δώσει μεγάλες χαρές, δυνατή συγκίνηση και μερικές πίκρες.

Η συγκίνηση προέρχεται κυρίως από τα γραπτά που διαβάζω. Κάθε ποιητής έχει γράψει τουλάχιστον έναν υπέροχο στίχο στη ζωή του. Είναι μεγάλη ευτυχία να τον ανακαλύπτω – τόσο τον στίχο όσο και τον ποιητή. Πάντα αναζητούσα λέξεις ή φράσεις μαγικές σ' ένα γραπτό. Είναι το δικό μου παιχνίδι με τη λογοτεχνία. Ο έστω ένας καλός στίχος, λοιπόν, υπάρχει σε όλους τους ποιητές τής υφηλίου - αυτή είναι η φύση και το εγγενές γνώρισμα της τέχνης που λέγεται ποίηση. Γι' αυτό την αγαπώ τόσο.

Οι πίκρες μη φανταστείτε ότι έχουν να κάνουν με άτομα και συμπεριφορές. Ξέρετε πότε πικραίνομαι ή τυχαίνει να βουρκώσω; Όταν βλέπω πού το πάει κάποιος ποιητής, όταν καταλαβαίνω από την πρώτη αράδα τι είχε κατά νου να γράψει και τι ένιωθε, αλλά τελικά η φλόγα του τον πρόδωσε στο συγκεκριμένο ποίημα κι έσβησε πριν της ώρας της ή τρεμόπαιζε άγρια και δεν μπόρεσε να φωτίσει το γραπτό. Ξέρω τι μόχθο κρύβει ένα γραπτό και πόση ψυχική πίεση και σκάω όταν βλέπω ότι το ποίημα τελικά δεν πήγε καλά και ο ποιητής δεν τα κατάφερε. Άλλες φορές πάλι, ξέρω ότι ο ποιητής «το 'χει» (για να χρησιμοποιήσω μια φράση τής εποχής μας), αλλά δεν έχει βρει το δρόμο του και ή ακόμα μιμείται τα ινδάλματά του ή γράφει για ανούσια θέματα που τελικά δεν αφορούν ούτε τον ίδιο.

Πάμε τώρα στις μεγάλες χαρές. Αυτές ήρθαν από την προσωπική γνωριμία με αρκετούς ποιητές ή ανθρώπους των γραμμάτων. Πάντως, στην διετία 2007-2009 δεσπόζουν μερικές στιγμές που θα τις θυμάμαι όσο ζω και οφείλω να τις πω δημοσίως:

1. Τέλη τού 2007: ζητώ από τον Τόλη Νικηφόρου να μού συστήσει τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον γηραιότερο (γεννήθηκε το 1916) εν ζωή ποιητή της Θεσσαλονίκης με περίπου 30 συλλογές στο ενεργητικό του, πάνω από 60 χρόνια στην ποίηση και ακαδημαϊκό μας. Του εξηγεί ποια είμαι εν συνόψει και του λέει ότι, φυσικά, ανήκει κι εκείνος στους ανθολογημένους ποιητές μου - αν ήταν δυνατόν να έλειπε. Η αντίδραση του Τάκη Βαρβιτσιώτη; Συγκινημένος μου δίνει το χέρι, αμέσως μετά μ' αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει στ' αφτί: «Σ' ευχαριστώ, παιδί μου».

2. Φθινόπωρο του 2008: ο Θανάσης Γεωργιάδης μού συστήνει τον καθηγητή Νίκο Μουτσόπουλο, τον πρωτεργάτη της Πολυτεχνικής σχολής του Α.Π.Θ., τον άνθρωπο που έφερε στο φως τον αρχαιολογικό χώρο του Μακεδονικού Μυστρά, του βυζαντινού κάστρου τής Ρεντίνας. Ο καθηγητής Μουτσόπουλος παρατάει όλο τον κόσμο και με ρωτά σε ποιο σημείο έχω φτάσει στην ανθολόγηση των ποιητών της Θεσσαλονίκης. Καταλαβαίνει με δυο κουβέντες όλες κι όλες τι προσπαθώ να κάνω και στο τέλος της βραδιάς έρχεται με ενθουσιασμό μαζί με τη σύζυγό του να με αποχαιρετήσουν και μου λέει μπροστά σε όλους: «Συνέχισε, κορίτσι μου. Και να θυμάσαι κάτι στις δύσκολες στιγμές - ό,τι κάνεις για την ποίηση ευλογημένο θα 'ναι».

3. Φλεβάρης τού 2009: Η οικογένεια του λατρεμένου μου Γιώργου Ιωάννου κάνει το ετήσιο μνημόσυνό του. Για λίγες μέρες καλεί στο σπίτι του στην Αγίου Δημητρίου κάθε χρόνο λίγους λίγους μερικούς φίλους για να τιμήσουν τη μνήμη του. Είμαστε εκεί με τον Γιάννη Τζανή (που κανόνισε τα της επίσκεψης) και τη σύζυγό του Μαρία και την Ευτυχία Λουκίδου. Καταλήγουμε να μείνουμε ως αργά τα μεσάνυχτα. Σ' ένα χώρο ζεστό και φιλόξενο, με πολλή εγκαρδιότητα και αγάπη, η αδελφή τού συγγραφέα Δήμητρα και ο σύζυγός της Μιχάλης μοιράζονται μαζί μας στιγμές από τη ζωή τους με τον Γιώργο Ιωάννου, ηχητικό και έντυπο υλικό, μας δείχνουν κάθε γωνιά τού σπιτιού τους, ξαναζούν δίπλα μας τα πάντα και μας κάνουν να νιώσουμε ότι, δεν μπορεί, κι εμείς παρέα κάναμε με τον Ιωάννου κάθε μέρα όσο ζούσε. Με καληνυχτίζουν με μια ζεστή αγκαλιά, με πολλή συγκίνηση και με μια ανοιχτή πρόσκληση διαρκείας στο σπίτι τους, να ξαναπάω όποτε θέλω και με όποιον θέλω. Ήταν μια από τις πιο γλυκιές βραδιές τής ζωής μου.

4. Μάης τού 2009: σε κάποια παρουσίαση βιβλίου ζητώ να μου γνωρίσουν έναν από τους αγαπημένους μου ποιητές, τον Πρόδρομο Μάρκογλου. Ντροπαλός σαν μαθητούδι στις επαφές του αυτός ο άξιος ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, δείχνει συγκινημένος και ικανοποιημένος από το σημείο που, όπως μου αποκαλύπτει, έχει ήδη δει ότι έφτασα και το αμέσως επόμενο διάστημα μου στέλνει υλικό για να συμπληρώσω την ήδη υπάρχουσα δουλειά μου. Αγαπώ πολύ τους ανθρώπους με το χαμηλό προφίλ και τη μεγάλη γενναιοδωρία, όπως ο Πρόδρομος Μάρκογλου.

5. Μάης τού 2009: σ' ένα διάλειμμα μεταξύ δύο εκδηλώσεων στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου τής Θεσσαλονίκης, ρωτώ τον Ντίνο Χριστιανόπουλο για την ποίηση της πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης πριν την απελευθέρωση. Του λέω τον μεγάλο μου καημό, ότι δεν μπορώ να βρω την άκρη με τους μη Έλληνες ποιητές τής πόλης. Το διάλειμμα κρατάει για εμάς τους δυο πάρα πολλή ώρα και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, σαν δάσκαλος, μοιράζεται μαζί μου γενναιόδωρα όλα όσα ξέρει. Κι όσο βλέπει το πρόσωπό μου να φωτίζεται από χαρά γι’ αυτά που μαθαίνω, λάμπει κι εκείνος και το απολαμβάνει σαν μικρό παιδί. Τα αποτελέσματα αυτής της συζήτησης, θα τα δείτε στο Translatum, αλλά και εδώ, στο εγγύς και στο απώτερο μέλλον.

6. Ιούνης τού 2009: παρών σε μια λογοτεχνική εκδήλωση, μεταξύ άλλων, είναι ο σπουδαίος μελετητής της δεύτερης μεταπολεμικής λογοτεχνικής γενιάς Γιώργος Αράγης. Στο τραπέζι που ακολουθεί έχω τη χαρά και την τιμή να μονοπωλήσω το ενδιαφέρον του και να γνωρίσω λίγο καλύτερα αυτόν τον άνθρωπο με το κοφτερό μυαλό, την καθαρή κρίση, την εντιμότητα και την ειλικρίνεια που λίγοι διαθέτουν στο χώρο και, πρωτίστως, τους χαμηλούς τόνους και την ταπεινότητα των πραγματικά λαμπερών ανθρώπων.

Τέλος, οφείλω να αναφέρω τους φίλους που ήδη απέκτησα από τον «κύκλο των χαμένων ποιητών» της πόλης μου και όχι μόνο. Άλλοι ζουν εδώ κι άλλοι αλλού. Άλλους τους βλέπω τακτικά κι άλλους όταν τύχει. Με μερικούς αλληλογραφούμε όταν μπορούμε. Αλλά σιγά σιγά γίνονται όλοι τους αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.

Οι, προς το παρόν, πιο «μακρινοί» μου φίλοι: Μαρία Αγαθοπούλου, Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Μαρία Αρχιμανδρίτου, Ρούλα Αλαβέρα, Θοδωρής Βοριάς, Νίκος Γρηγοριάδης, Γιώργος Καλιεντζίδης, Μαριέτα Καραγιάννη, Άννυ Κουτροκόη, Θανάσης Μαρκόπουλος, Σωκράτης Ξένος, Ζωή Σαμαρά, Ντάντη Σιδέρη, Κάρολος Τσίζεκ, Γιώργος Χουλιάρας, Ορέστης Αλεξάκης.

Οι πιο «κοντινοί» μου φίλοι: Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Μαρία Θανοπούλου, Βασίλης Ιωαννίδης, Γιάννης Καρατζόγλου, Μαρία Καρδάτου, Μαρία Κουγιουμτζή, Μανόλης Ξεξάκης, Πάνος Πίστας, Γιάννης Ποδιναράς, Βαγγέλης Τασιόπουλος, Γιάννης Τζανής, Μελίτα Καραχάλιου, Μαρία Ψωμά.

Τα φιλαράκια μου: ο Θανάσης (Γεωργιάδης), ο Σταύρος (Ζαφειρίου), η Αλεξάνδρα (Μπακονίκα), η Κατερίνα (Καριζώνη), η Μαρία (Κυρτζάκη), η Χλόη (Κουτσουμπέλη), η άλλη Μαρία (Νικολάου), η Σοφία (Στρέζου) και το αγαπημένο μου «ευτυχόπαιδο» (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου).

Οφείλω και ένα μεγάλο «ευχαριστώ» σε δύο ανθρώπους:

1. Στον Τόλη Νικηφόρου που οικειοθελώς υπήρξε στενός συνεργάτης μου στην ανθολογία μου στο Translatum από τον Ιούλιο τού 2007 ως το Πάσχα τού 2008. Μου έμαθε πολλά, του έδειξα κι εγώ όσα μπορούσα (πολύ λιγότερα), μου χάρισε μερικά πανέμορφα αδημοσίευτα ποιήματα και μου δάνεισε συλλογές πολλών ποιητών, συλλογές που δεν κυκλοφορούν πια στο εμπόριο και η μόνη λύση ήταν να τις φωτοτυπήσω. Ως ανθολόγος, θα του χρωστώ ευγνωμοσύνη για τη βοήθειά του. Ως αναγνώστρια, δεν θα πάψω ποτέ να εκτιμώ την ποίησή του. Του εύχομαι κάθε επιτυχία σε όλα του τα βιβλία και στη ζωή του. Βλέπετε, αυτά που μας ενώνουν θα είναι πάντα απείρως περισσότερα απ' αυτά που μας χωρίζουν. Και με τον Τόλη με ενώνει κάτι πολύ σπουδαίο: ο μόχθος για την ποίηση και γενικότερα τη λογοτεχνία κι ας αγωνιζόμαστε από διαφορετικό μετερίζι.

2. Στον Κώστα Παπαδόπουλο, έναν από τους σπουδαιότερους μουσικούς της χώρας. Έχει ηχογραφήσει σε στούντιο περισσότερα τραγούδια απ' όσα έχουμε τραγουδήσει όλοι εμείς μαζί (πάνω από 50.000) και έχει παίξει σε συναυλίες και άλλες εκδηλώσεις άλλα τόσα. Καθόρισε το μουσικό μου αισθητήριο εξ απαλών ονύχων και, συνεπώς, του χρωστώ μεγάλο μέρος της ευαισθησίας και της καλαισθησίας μου. Είναι η κυριότερη πηγή μου για τις πρόσθετες πληροφορίες που εδώ και καιρό αναφέρω στα τραγούδια που συνοδεύουν τα ποιήματα. Δεν βρίσκω λόγια να τον ευχαριστήσω για την προσφορά του σε όλους μας. Αν και τα λόγια περιττεύουν. Και η μόνη έμπρακτη έκφραση ευγνωμοσύνης είναι να μείνουν στο διαδίκτυο, που είναι το μέσο του μέλλοντος, σωστές πληροφορίες από σωστές πηγές και ανθρώπους όπως ο Κώστας. 

Party time, λοιπόν, σήμερα κι από αύριο τα κεφάλια μέσα για να φτάσουμε όσο γίνεται πιο σύντομα στην επόμενη χιλιάδα ποιημάτων. Και μην ξεχνάτε ότι με την ποίηση γινόμαστε δεινότεροι χειριστές τής γλώσσας μας, σε γραπτό και προφορικό λόγο, και - πρωτίστως - σκεπτόμενοι και καλύτεροι άνθρωποι.
Δημοσίευση σχολίου