Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Στου Όθωνα τα χρόνια


Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κόκοτας (τραγούδι) - Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης (μπουζούκι)

Στου Όθωνα τα χρόνια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κόκοτας

Ένα μεσημέρι
στης Ακρόπολης τα μέρη
άπονοι ληστές
κάναν τις πέτρες τις ζεστές
λημέρι
στο Μοναστηράκι
Βαυαροί χωροφυλάκοι
μες στην αντηλιά
χορεύουν μπρος στο βασιλιά
συρτάκι

Στην Κρήτη και στη Μάνη
θα στείλουμε φιρμάνι
σε πολιτείες και χωριά
θα στείλουμε φιρμάνι
να 'ρθούν οι πολιτσμάνοι
να κυνηγήσουν τα θεριά

Κάτω στο λιμάνι
τραγουδάν οι πολιτσμάνοι
ήρθαν τα παιδιά
μα 'χουν ακόμα την καρδιά
στη Μάνη
ήρθανε την Τρίτη
τα παιδιά τού Ψηλορείτη
πίνουν τσικουδιά
μα 'χουν ακόμα τη καρδιά
στην Κρήτη

Στην Κρήτη και στη Μάνη
εστείλαμε φιρμάνι
σε πολιτείες και χωριά
εστείλαμε φιρμάνι
κι ήρθαν οι πολιτσμάνοι
και διώξαν όλα τα θεριά

Από το έργο Ένα μεσημέρι (1966) τού Σταύρου Ξαρχάκου με στίχους τού Νίκου Γκάτσου και ερμηνευτές τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Σταμάτη Κόκοτα

Δεν ξέρω αν πράγματι υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας που μπορεί να νιώσουμε για κάποιον άνθρωπο με το «χαίρω πολύ» - υποθέτω πως ναι, αν και ποτέ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κι ακόμα περισσότερο δεν ξέρω αν ο έρωτας αυτός μπορεί να κρατήσει μια ζωή- χλομό το βρίσκω.

Είμαι, όμως, πεπεισμένη ότι υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας για κάποιο τραγούδι - ένας έρωτας που μετεξελίσσεται σε βαθιά και ισχυρότατη αγάπη για τους δημιουργούς του. Γιατί είμαι τόσο κατηγορηματική; Από προσωπική πείρα λόγω του συγκεκριμένου τραγουδιού. Το πρωτάκουσα όταν ήμουν μόλις 5 χρονών. Όλα τα τραγούδια αυτού του δίσκου ασκούσαν μια περίεργη γοητεία πάνω μου, αλλά στο άκουσμα της πρώτης νότας τού τραγουδιού για του Όθωνα τα χρόνια μαγευόμουν και καθόμουν άφωνη μπροστά το πικάπ της πιο αγαπημένης μου θείας (10 χρόνια μεγαλύτερής μου) που είχε σπεύσει ν' αγοράσει το δίσκο από την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε και δεν με ξεκουνούσες ούτε με βίντσι. Της ζητούσα να τ' ακούσω ξανά και ξανά. Μόλις ξεκινούσε το τραγούδι έβλεπα γύρω μου μόνο χρώματα, λάμψεις, ήλιο, εικόνες από την εποχή τού Όθωνα, σκιές κι αντηλιά... Πέρασαν χρόνια, μεγάλωσα λίγο και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτό το τραγούδι συμβολίζει μέσα μου ένα πράγμα μοναχά: την ίδια την Ελλάδα.

15 χρόνια αργότερα, η θεία μου θεώρησε σωστό και δίκαιο να μου χαρίσει το δίσκο μαζί με έναν από τους επόμενους του Σταύρου Ξαρχάκου («Χρώματα», 1968). Είναι από τα πολυτιμότερα δώρα που έχω πάρει στη ζωή μου. Τους πρόσεχα τους δίσκους αυτούς σαν τα μάτια μου και ας ήταν χιλιοπαιγμένοι και, βέβαια, τους έχω και τους προσέχω ακόμα και ας έχει παροπλιστεί πια το πικάπ μου.

Φυσικά, λάτρεψα και τους δημιουργούς τού τραγουδιού. Ο Νίκος Γκάτσος έγινε ο αγαπημένος μου στιχουργός κι, αργότερα, ένας από τους ποιητές που αγάπησα. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν και θα είναι ο αγαπημένος μου συνθέτης - ένα κλικ πιο πάνω από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη. Ουσιαστικά πάντα τον ένιωθα μέσα μου ως μια γέφυρα μεταξύ των δύο αυτών τρανών συνθετών μας, ως τον άνθρωπο που μου έδινε στο πιάτο όσα απολάμβανα αλλά και όσα μου λείπανε από τους άλλους δυο: τους χαμηλούς τόνους και τη μελωδικότητα τού Χατζιδάκι που όμως δεν είχε τις επαναστατικές εξάρσεις που χρειαζόμουν ως άνθρωπος και το επαναστατικό στιλ των λαϊκών εμβατηρίων τού Θεοδωράκη που συχνά δεν σ' άφηναν να πάρεις ανάσα ούτε καν να κρυφτείς στις σκιές των σκέψεών σου.

Οι εποχές εκείνες ήταν περίεργες. Τα πνευματικά δικαιώματα ήταν όρος ανύπαρκτος στο λεξιλόγιο των δισκογραφικών εταιρειών. Με χίλια ζόρια είχαν αρχίσει ν' αναφέρουν το όνομα του στιχουργού (και μόνο αν ήταν ένας) στο εξώφυλλο του δίσκου ή έστω στο οπισθόφυλλο, το όνομα του συνθέτη ήταν συχνά γραμμένο με μικρά γράμματα (αν ήταν πολλοί είχαν την τύχη των στιχουργών), πρωτοκαθεδρία είχαν οι τραγουδιστές (πώς αλλιώς θα πουλούσε ο δίσκος;) και οι υπόλοιποι μουσικοί ήταν σαν να μην υπήρχαν, λες κι ο δίσκος γράφτηκε με το μαγικό ραβδάκι μιας καλής μάγισσας (ούτε καν με το μαγικό ραβδάκι του συνθέτη και ενορχηστρωτή). Δύσκολα χρόνια. Πέτρινα. Έλα, όμως, που ο Ξαρχάκος είχε μια τρέλα τότε να βάζει 12-13 τραγούδια σε κάθε δίσκο που στην ουσία ήταν μόλις 6, γιατί το κάθε τραγούδι το άκουγες δεύτερη φορά ως ορχηστρικό. Στο δίσκο «Χρώματα», λοιπόν, αναφέρει σε δικό του σημείωμα στο οπισθόφυλλο ότι μπουζούκι παίζουν ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Λάκης Καρνέζης, δηλαδή το πρώτο και το δεύτερο μπουζούκι τού Μίκη Θεοδωράκη από το 1961 και μετά. Κι εγώ που περιεργαζόμουν τους δίσκους και δεν άφηνα τίποτα να πέσει κάτω, λάτρεψα από τα 6 μου χρόνια τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Νίκο Γκάτσο και τον Κώστα Παπαδόπουλο.

Κρατάει, επομένως, 42 χρόνια αυτή η κολόνια και ειδικά το τραγούδι «Του Όθωνα τα χρόνια» είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου, από τα πιο κυρίαρχα και σοβαρά. Χρόνια το σιγοτραγουδάω μέσα μου κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, με ήλιο και βροχή, με ζέστη και με κρύο, και χρόνια τώρα μου δίνει το φως που χρειάζομαι όταν περπατάω, όταν μιλάω, όταν γράφω, όταν κάνω οποιαδήποτε άλλη δουλειά, όταν σκέφτομαι, όταν χορεύω - εν τέλει το φως που χρειάζομαι για να υπάρχω. Δεν έχει τύχει ακόμα να γνωρίσω από κοντά τον Σταύρο Ξαρχάκο. Ίσως γίνει κι αυτό κάποια στιγμή. Ευτύχησα να γνωρίσω τον Κώστα Παπαδόπουλο και ένιωσα πολύ ευτυχισμένη από την πρώτη στιγμή που μίλησα μαζί του. Δυστυχώς, δεν θα μου δοθεί ποτέ η ευκαιρία να γνωρίσω τον μακαρίτη τον Νίκο Γκάτσο, αλλά οι στίχοι του και οι σκέψεις του θα είναι πάντα μέσα μου.

Πριν από λίγο καιρό με ρώτησε κάποιος φίλος τι θα 'παιρνα μαζί μου αν έπρεπε να εγκαταλείψω τα πάντα και να φύγω εδώ και τώρα. Μου είπε να διαλέξω το πολύ πέντε πράγματα. Απάντησα αυθόρμητα και με μιας για τα τρία. Είπα τους δίσκους «Ένα μεσημέρι» και «Χρώματα» του Ξαρχάκου και τον μικρούλη τόμο με τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη. Αυτά μου χρειάζονται για να μην (ξε)χάσω την ψυχή μου όπου κι αν βρεθώ. Πριν καναδυό μήνες βρήκα και το τέταρτο - είναι ένας ακόμα δίσκος, αλλά δεν είναι της στιγμής να τον αναφέρω. Το πέμπτο δεν το 'χω βρει ακόμα.

Επέλεξα για τη σημερινή δημοσίευση την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού σε δίσκο και μια πολύ μεταγενέστερη. Υπάρχει και η πρώτη εκτέλεση από τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ για τις ανάγκες τής ταινίας «Διπλοπενιές» (1966) τού Γιώργου Σκαλενάκη, αλλά η αρτιότητα της σύνθεσης του Ξαρχάκου -κακά τα ψέματα- αναδεικνύεται μέσα από την ηχογράφηση σε στούντιο. Λατρεύω, λοιπόν, το χάδι στ' αφτιά μας και το βελούδινο άγγιγμα τής φωνής τού νεαρού τότε Σταμάτη Κόκοτα στην πρώτη εκτέλεση και το δυναμισμό της Αγνής Μπάλτσα στο δίσκο Songs my country taught me (1986) που δείχνει πόσο ηχηρά μπορεί ν' ακουστεί η ελληνική φωνή όταν θέλουμε κι όταν υπάρχει σοβαρός λόγος. Άλλωστε, και στις δύο εκτελέσεις ενορχηστρωτής είναι ο ίδιος ο Σταύρος Ξαρχάκος και μπουζούκι παίζει (και πάλι μας συλλαβίζει νότες και μουσικές φράσεις) ο Κώστας Παπαδόπουλος - αυτοί οι δυο ξέρουν καλύτερα από εμάς όλους πώς πρέπει να ακούγεται το τραγούδι αυτό ή, μάλλον, οφείλουμε να τους αναγνωρίσουμε το δικαίωμα να έχουν τον πρώτο λόγο. Ας τους ακούσουμε!


Αγνή Μπάλτσα (τραγούδι) - Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Δημοσίευση σχολίου