Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: «Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου»

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου

Κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο, οι λέξεις μού φαίνονται καινούργιες, ζωντανές, σαν να 'χουν πλυθεί λίγο πριν κάτω από ήλιους και φεγγάρια ή μέσα στα νερά του Πηλίου, τρεχάμενα ρω και ρα στ' αυλάκια, θαρρείς ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες κυλούν βιαστικά και ανήσυχα ή παιχνιδιάρικα και περιπαιχτικά, σαν να φωνάζουν δυνατά: γεια σας, ρέω, έχω ροή, ριγώ, ριζώνω δέντρα, είμαι ο ρέκτης της φύσης.

Θυμάμαι ότι στην Πορταριά οι γονείς μας βάζανε μεγάλα καρπούζια μέσα στ' αυλάκια, και με τι ορμή περνούσαν από πάνω τους τα νερά, μ' έναν θόρυβο εκκωφαντικό κιόλας, κι όταν ερχόταν το μεσημέρι τα σήκωναν μέσ' από κει, τ' ασήκωτα, τα παμβάρια απ' το ίδιο τους το βάρος κι από τα αλλεπάλληλα νερά που απ' το πρωί τα είχαν χτυπήσει ανελέητα κι αδιάφορα μαζί∙ μπούζια μπούζια να σου πονάνε τα χέρια, τα 'βαζαν ανάμεσα στα σκέλια τους και τα 'σφαζαν μ' ένα χοντρό μαχαίρι, κρακ και κρακ, τα ξεκοίλιαζαν στο πι και φι, κι από την κόκκινη καρδιά τους βάφονταν ρούχα, χούφτες και στόματα, σαν σε πρωτόγονη θρησκευτική τελετή, ιεροτελεστία του καλοκαιριού, να καθαριστούν, θαρρείς, από τα άσεμνα πλαταγίσματα των χειλιών, να πέσουν απ' τα μάγουλα οι κρεμαστές καρπουζένιες σάρκες. Έπειτα, κάτω απ' τις καστανιές που βουουου... βουουου... μας κοίμιζαν γλυκά και εφιαλτικά μαζί, στ' αυλάκια τα νερά ρημάζαν πέτρες και πετρίτσες, φύλλα και φλούδια, μικρά κοκάλινα κουκλάκια, γυμνά, με ανοιχτά ματάκια, ενώ τα ρω και τα ρα σαν να 'χαν ραβαΐσια ατελείωτα, χάνονταν κατά τους γκρεμούς και τους καταρράχτες, εν κρυπτώ και παραβύστω.

Ραββί, Ραββί μου, πού πήγαιναν τόσα νερά;

Έτσι μου δίνονται λοιπόν κάθε φορά οι λέξεις, υγρές, καθαρές, μ’ ένα νερό που στραφταλίζει κάτω απ’ τα μάτια μου, μέσα στο βλέμμα μου και το αλλάζει και δεν είναι τότε δικό μου παρά ένα φως που με νουθετεί και συγχρόνως μ’ εξουσιάζει.

Δεν ξέρω όμως, ποτέ δεν είμαι σίγουρη αν αυτό το φως είναι κιόλας ένα σκοτάδι προηγμένο και καθόλου αθώο βέβαια, ή αν οι μεταμορφώσεις του έχουν να κάνουν μόνο με το απτό γεγονός των δικών μου ματιών κι όχι με του κόσμου την νοοτροπία ότι: νύχτωσε πλέον και πρέπει να κοιμηθούμε.

Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάζει τα γράμματα, τις λέξεις, σαν αντικείμενα που από τη μια μεριά έχουν κάτι το αναπάντεχο (με την έννοια της δική μου αντοχής στη σχέση μου μ' αυτά, κάτω από μια δοκιμασία διπλή, η οποία ξεφεύγει από τον έλεγχό μου κι ακόμα από την κατανόησή μου όσον αφορά την ύπαρξή τους στη ζωή μου), κι από την άλλη μεριά έχουν μια γνωστή, σχεδόν οικεία φυσιογνωμία, γνώριμη από τότε που ένα άλφα άσπρο στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε σαν καλοκάγαθο ά-λογο κι ένα ω-μέγα θεόρατο με στόμα ολάνοιχτο, αδηφάγο, με περίμενε στη γωνία να με καταβροχθίσει.

Ίσως γι’ αυτό δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω αυτή τη σχέση μου με την ανάγνωση και τη γραφή, αν δηλαδή είναι σχέση αθωότητας, ελευθερίας ή η πιο βασανιστική, η πιο δεσμευτική κατηγορία σχέσης.

Δεν φαντάστηκα καν απ’ την αρχή ότι η προσχώρησή μου, η παραχώρηση δηλαδή του εαυτού μου στην ποίηση θα ήταν μια παγίδα, κι όταν λέω παγίδα εννοώ μια αφοσίωση η οποία a priori θέτει τους δικούς της όρους, αδιαφορώντας για τους ορισμούς και όλους τους –ισμούς που πολλές φορές διαπραγματεύονται τους βηματισμούς μας με αποτέλεσμα να διανύουμε έναν δρόμο για λογαριασμό τους, χωρίς ποτέ να μας δίνουν λογαριασμό για τις καταθέσεις και τις αναλήψεις μας.

Κάποτε, σ’ ένα credo, μεταξύ άλλων είχα διατυπώσει και τα εξής: Άρχισα να γράφω ποιήματα σε μια προσπάθεια να εκφραστώ μέσα από τις αντινομίες της ζωής, μέσα από τη δραματική αντίφαση της ύπαρξης και τη βεβαιότητα του θανάτου. Σήμερα βρίσκω αυτά τα λόγια μου μεγαλόστομα και ψεύτικα, με μια λέξη μπούρδες (κάτι ξέρουν οι Γάλλοι), επειδή είναι καιρός που πιστεύω ότι τίποτε απ' αυτά δεν είναι συνειδητό, γιατί, αν ήταν, μπορεί κιόλας να κατέστρεφε την ίδια την ποίηση.

Είναι άραγε η ποίηση μια απόφαση ζωής;

Θα σας διηγηθώ μονάχα ένα περιστατικό απ' τα δικά μου παθήματα. Ένα απόγευμα χτυπήσαν από κάτω το κουδούνι του σπιτιού μας οι αγαπημένες μου φιλενάδες και με ρωτήσαν αν μπορούσαν ν' ανεβούν απάνω να με δουν. Αρνήθηκα με μασημένα λόγια που έκρυβαν και κάποια ντροπή από μέρους μου, αλλά αρνήθηκα επειδή εκείνη ακριβώς τη στιγμή έτυχε να βρίσκομαι σ' ένα δύσκολο σημείο γραφής ως προς την ολοκλήρωση ενός ποιήματος. Αυτή την άρνησή μου ξέρω ότι δεν μου τη συγχώρησαν, επειδή αισθάνθηκαν ότι τις είχα ανταλλάξει, δηλαδή προδώσει, όχι για τριάκοντα αργύρια, αλλά για λίγες... ψωρολέξεις, ενώ εκείνες --όχι οι λέξεις-- θα έκαναν για μένα το παν αν συνέτρεχε λόγος.

Όμως δεν πρόκειται εδώ για συγκρούσεις με ανθρώπινες παραμέτρους και αισθήματα, επειδή, έτσι κι αλλιώς, ο αφοσιωμένος στην ποίηση είναι ή θα όφειλε να είναι διατεθειμένος να υποστεί τους λογής κοινωνικούς μας μορφασμούς καθώς και την απροκάλυπτη ή έστω λανθάνουσα αντίδραση.

Καθώς σιγά σιγά και βαθμηδόν κατακυριεύεται το ατομικό και το προσωπικό σύμπαν του ποιητή από κείνους τους ρυθμούς οι οποίοι έχουν την ικανότητα να τον σηκώνουν και να τον μεταφέρουν πέραν της καθημερινής και άχαρης πραγματικότητας, μοιραία αντιλαμβάνεται ότι η σύγκρουσή του δεν είναι παρά μονάχα σύγκρουση με τον ίδιο τον εαυτό του και σε επίπεδο ηθικό και αισθητικό.

Πήγα στην ποίηση και στο ποίημα εν αγνοία μου∙ με τυφλά μάτια∙ όπως δηλαδή πηγαίνει κανείς στη ζωή.

Όταν συνειδητοποίησα την παθιασμένη σχέση μου με το χαρτί και το μολύβι, τη συναναστροφή μου με ό,τι ονομάζουμε καλογερίστικη εξουσία, ήτανε πια πολύ αργά αυτή η «θεία ψύχωση» να μεταστραφεί… σε μετάνοια και έκφραση συντριβής.

Κι αυτό το ποίημα ακόμη, με το οποίο θα κλείσω και την αποψινή μου κατάθεση ενώπιόν σας, δεν αποκαθαίρει τις πράξεις καμιάς δήθεν αυτοσυνείδησης.

ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ

Έμαθα να μιλάω λοιπόν;
Τότε πώς εξηγείται
Η συστολή του στόματός μου
Μπροστά στο άλφα και το ωμέγα
Η παλινδρόμηση της γλώσσας μου
Στα βρεφικά άου αγκού μα μπα
Κρόσσια φθαρμένα οι λέξεις μου
Απ’ των χειλιών μου το γκρεμό
Να καταπιώ τη γλώσσα μου
Δύσκολο διάβημα οδυνηρό
Όταν συριστικά ερπετά
Ρουφούν ασύστολα τα χειλικά
Και τα υγρά μου
Κι ο ουρανίσκος πλαταγίζει με απόγνωση
Το άδειο του στερέωμα

Το κείμενο αυτό διαβάστηκε από την Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου κατά την εκδήλωση που διοργάνωσε προς τιμήν της το περιοδικό Γράμματα και τέχνες, με την ενίσχυση του Υπουργείου Πολιτισμού, στο «Σπίτι της Κύπρου» (Αθήνα), στις 4 Δεκεμβρίου 1998.

Αργότερα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες, Γ' Περίοδος, τεύχος 85, Οκτώβριος-Φεβρουάριος 1999.

Πηγή: Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα, εκδόσεις «Νησίδες», 2001

Translatum: Poetry of Thessaloniki - Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης μιλούν για την ποίηση
Δημοσίευση σχολίου