Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Αμαρτωλότητα και αγγελικότητα (η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου μιλά για το «Άγριο βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή)

Αμαρτωλότητα και αγγελικότητα

της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Η Μαρία Κουγιουμτζή δεν είναι ούτε πρωτάρα ούτε άγνωστη στο λογοτεχνικό κουρμπέτι, στον χώρο της πεζογραφίας, της ποίησης, του δοκιμίου.

Το 1971, διήγημά της, «Το ενδιάμεσο» δημοσιεύτηκε στο τομίδιο του Κάλβου «Διήγημα 1971» με δεκαέξι άλλους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, (μεταξύ αυτών: Γιώργος Γιατρομανωλάκης, Αχιλλέας Κυριακίδης, Μόσχος Λαγκουβάρδος, Νατάσσα Χατζηδάκη κ.α.), ενώ ένα άλλο διήγημά της είχε λάβει το πρώτο βραβείο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό της Χ.Α.Ν.Θ., με κριτική επιτροπή την Ζωή Καρέλλη, τον Γιώργο Δέλιο και άλλους. Επίσης, η συμμετοχή της σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως «Εντευκτήριο», «Η λέξη», «Πάροδος» κ.ά. είναι αξιόλογη και αξιοπρόσεκτη, με μια ώριμη και στοχαστική γραφή, όχι μόνο στα δικά της ποιητικά και πεζογραφικά επιτεύγματα αλλά και πάνω στα κείμενα των άλλων, στα οποία σκύβει με σεβασμό και αγάπη, ώσπου να ανακαλύψει τον βαθύτερο πυρήνα του προβληματισμού και της ψυχής που τα γέννησε.

Το αν άργησε να παρουσιαστεί με μια ολοκληρωμένη συλλογή διηγημάτων, όπως αυτή που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, είναι επειδή σαν τον ελέφαντα που αργεί να ζευγαρώσει (κατά το ποίημα του Λώρενς), περίμενε με υπομονή και με σοφή εγκαρτέρηση την ώρα να μας αποκαλύψει την ενέργεια μιας στιβαρής και άκρως ευαίσθητης γραφής, με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Με ρεαλιστικά και σκληρά γεγονότα του ανθρώπινου βίου, που όμως δεν υπολείπονται μιας τρυφερότητας, έστω καθημαγμένης, η Μ. Κ. μέσα από τα διηγήματά της αναδεικνύει ανάγλυφα την αγάπη και το μίσος, τον εκχυδαϊσμό της ανθρώπινης φύσης, αλλά και την υπέρβαση μέσα απ' ό,τι ονομάζουμε συνείδηση, φαντασία του γεγονότος, γενναιότητα της ειλικρίνειας όσον αφορά τα πάθη και τα παθήματα μέσα από την ανθρώπινη αντινομία και παραβατικότητα.

Αυτό το «λόμπι» των ανθρώπων που συνιστούν αυτά τα διηγήματα έρχονται να μας εκμυστηρευτούν την άναρχη απ' τη μια μεριά και τη δραματική απ' την άλλη, ζωή τους. Δεν θέλουν τίποτα να κρύψουν, να αποσιωπήσουν, αντίθετα φλέγονται να μας εμπιστευτούν, με μια αιμάσσουσα γλώσσα, ομιλία σπαραχτική, που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.

Επιθυμούν να εξαγνιστούν, χωρίς να μετανοούν για τις παράνομες πράξεις τους, χωρίς να ικετεύουν για συγχώρεση. Η συγγραφέας παρορμάται απ' την ανάγκη μιας σύνθεσης κοινωνικής, ηθικής, σωματικής, ψυχικής απογύμνωσης των προσώπων, μέσα στη φανταστική, πολλές φορές, συγγένειά τους με την πραγματικότητα, κι όπου η αμαρτωλότητα με την αγγελικότητα των πράξεων, των αισθημάτων, της διάνοιας, αποκτούν έναν προπατορικό, να πει κανείς, προβληματισμό.

Όλα τα πρόσωπα κινούνται με σφοδρή ανησυχία μέσα στο ζωντανό σώμα και τις σκιές ακόμα των διηγήσεων. Η συμβολική έννοια μιας μοίρας σφραγίζει αμετάκλητα, θαρρεί κανείς, μνήμες και γεγονότα, εξουσίες παράλογες, όψεις τρελές της ζωής, τυφλές αναμετρήσεις. Η ένταση αυτών των αποκαλύψεων φτάνει σε δραματικές κορυφώσεις, σε όρια επικίνδυνα, όπου πάει να σπάσει κάθε λογική και να εκτοξεύσει πύρινα κομμάτια απόγνωσης αλλά και ανθρώπινου μεγαλείου, έως το μη περαιτέρω.

Αυτοί οι άνθρωποι του καθημερινού δράματος, έρχονται μέσα στο σπίτι μας, έρχονται μπροστά μας, απεκδύονται κάθε σεμνοτυφία, κάθε κρυψίνοια και μας μιλούν με πάσα ειλικρίνεια και μετά παρρησίας. Χωρίς μιζέρια και αυτοοικτιρμό, παρόλη την δυστυχία τους, παρόλη την παραβατικότητά τους, όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν την σφοδρή επιθυμία της ζωής. Έχουν τις δικές τους ιδιάζουσες απολαύσεις, ώστε να κρατιούνται ζωντανοί μέσα στην κόλασή τους, να μας αποκαλύπτουν, όπως είπαμε, ένα φωτεινό σημείο υπέρβασης όπου εκεί τα πάντα ζουν, υπάρχουν, μέσα στον σκοτεινό πυρήνα της ύπαρξής μας. Ως εκ τούτου, όχι μόνο δεν γυρίζουν την πλάτη στο καμουφλάρισμα, στη μάσκα της κοινωνικής υποκρισίας και ψευτιάς, αλλά και την τραβούν, την ξεκολλούν ανελέητα από τα πρόσωπα, αποκαλύπτουν τις πληγές τους, την αιμόφυρτη μορφή, χωρίς καν ν' ακούγεται γέλιο σαρκαστικό, παρά κάτι σαν προσευχή που αφυπνίζει την ψυχή και τη συνείδηση, στην ολότελα ανθρώπινη εκδοχή της.

Όλα τα διηγήματα αυτού του βιβλίου ασκούν απάνω μας μια τρομαχτική γοητεία, μια ανατριχίλα σωματική. Απ' τη μια μεριά κάτι μας βαλαντώνει, απ' την άλλη κάτι μας χαρίζει μια υπέρτατη συγκίνηση, έναν σπάνιο συγκλονισμό, μέσα από τα ανέγγιχτα έως τώρα θέματα στη λογοτεχνία μας. Ζούμε λοιπόν την κυριαρχία μιας διπλής ψυχικής αναταραχής. Σκεπτόμαστε: Μήπως είναι δαιμονισμένοι όλοι αυτοί οι άνθρωποι εδώ μέσα; Όχι, καθόλου μάλιστα, επειδή σε μια αστραφτερή κι ενσυνείδητη δοκιμασία των πράξεών τους, αποκτούν μια μορφή αγγελικότητας, μ’ έναν τρόπο που μερικές φορές δικαιολογείται ακόμα και ο φόνος, όπως π.χ. στο διήγημα «Αντιζυγία».

Η ιδιάζουσα γραφή της Μ. Κουγιουμτζή, κινείται ευέλικτα ανάμεσα στον ρεαλιστικό και ποιητικό συγκερασμό του λόγου, επιτυγχάνοντας έτσι βαθειά εγχαράγματα, κι αναδεικνύοντας μια λογοτεχνική ταυτότητα, ήδη ολοκληρωμένη.

Αυτό είναι το κείμενο της ομιλίας της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου τον περασμένο Απρίλη κατά την παρουσίαση του βιβλίου Άγριο βελούδο (εκδ. Καστανιώτη, 2008) τής Μαρίας Κουγιουμτζή στη Θεσσαλονίκη.

Ευχαριστώ πολύ τις δύο Μαρίες που μου έδωσαν το κείμενο για δημοσίευση στο Translatum και εδώ. Η εμπιστοσύνη και η γενναιοδωρία τους με συγκινούν και με τιμούν ιδιαίτερα, όπως και η φιλία και η αγάπη τους.

Translatum: Fiction of Thessaloniki - Μαρία Κουγιουμτζή
Δημοσίευση σχολίου