Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Μαλαματένια λόγια


Τραγουδούν: Λάκης Χαλκιάς, Βασίλης Λέκκας, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Κώστας Θωμαΐδης, Λιζέτα Καλημέρη, Σωτηρία Λεονάρδου

Μαλαματένια λόγια

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχτές
τ' αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χτες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.

Τ' αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία
και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ' αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά.

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ' του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ' το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ' ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.

Και στ' ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή.

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

Από το δίσκο Θητεία (1974)

Γιάννης Μαρκόπουλος & Γιώργος Σκούρτης, Η φάμπρικα


Με τον Λάκη Χαλκιά

Η φάμπρικα


Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Ερμηνεία: Λάκης Χαλκιάς

Η φάμπρικα δεν σταματά,
δουλεύει νύχτα μέρα,
και πώς τον λεν τον διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δεν μπορώ
ούτε να πάρω αέρα.

Δουλεύω μπρος στη μηχανή
στη βάρδια δύο δέκα
κι από την πρώτη τη στιγμή
μου στείλανε τον ελεγκτή,
να μου πετάξει στο αφτί
δυο λόγια νέτα σκέτα.

Άκουσε, φίλε εμιγκρέ,
ο χρόνος είναι χρήμα,
με τους εργάτες μη μιλάς,
την ώρα σου να την κρατάς,
το γιο σου μην τον λησμονάς,
πεινάει κι είναι κρίμα.

Κι έτσι, στο πόστο μου σκυφτός,
ξεχνάω τη γενιά μου,
είμαι το νούμερο οχτώ,
με ξέρουν όλοι με αυτό,
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ' όνομά μου.

Από το δίσκο Μετανάστες (1974)

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Το νέον της οδού

Το νέον της οδού

στον Γιάννη Τζανετάκη

Σπάσαν κάτι τζάμια τα παιδιά
της Ελπινίκης
κρυφά με τις αρβύλες τού
Βαρνάβα

απόδειπνο τραβούσαν
βιαστικά για τον προφήτη
κλωτσούσαν τις φλέβες
των λασπόνερων
κι υγίαιναν
ώσπου τα διάλεξε
η σκιά των κωνοφόρων

χόρεψαν ζεϊμπέκικο
μια σπιθαμή
απ' τα σύννεφα
και γλίστρησαν
το ρίγος των δεκάξι
ως... την κλαγγή
και το πρησμένο νύχι
του στρατιώτη

-- Κλείσε το φως και βγες
προτού να φέξει
η νικοτίνη σου 'χει νίψει
την προβιά
ηρέμησε μικρέ μου αποσπερίτη
κυλούν από το μάτι τού προφήτη
τα παιδιά

Η πόρτα δείχνει δώδεκα
γίνε το μαύρο τώρα
κι αύριο ξανά

κι έπειτα
έχυσε τη μέρα στα ερπετά
κάποιος που ορκιζόταν τρέφοντας
τους ίσκιους στα σπουργίτια

κι εκείνα μες στον ίλιγγο
βροχή ξεθύμαναν στο πόδι
της Ευτέρπης
το μεθυσμένο όνειρο

έγινε νύχτα
πληγή ανηφόριζε το ίσιο πέλαγο
ψηλά
δυο παραμύθια νότια
σκόνη στο κλέος του Ευρώτα.

Από τη συλλογή Το νέον της οδού (1987)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Βαγγέλης Τασιόπουλος

Γιώργος Θέμελης, Οι απόντες

[Από την ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Οι απόντες

Δεν είναι ο έρωτας, δεν είναι ο Θεός
Αυτό που μας λείπει∙ εμείς
Λείπουμε και μας λείπει,
Έχουμε φύγει κ' είναι απών.

Τον γυρεύουμε τάχα ή μας γυρεύει
Και δε μας βρίσκει; Τον ποθούμε ή μας ποθεί
Και δε μας βλέπει το πρόσωπό του;

Εμείς έχουμε πεθάνει, ο θάνατός μας
Είναι ο μέγας θάνατος, δεν πέθανε ο Θεός.

Εμείς είμαστε οι απόντες απ' το δείπνο,
Αυτοί που λείπουν και δεν είναι, κλείστηκαν έξω,
Δεν πρόφτασαν ναρθούν, τρέχουν στους δρόμους,
Και σκουντουφλούν στη γη, χτυπούν την πόρτα.

Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φως.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα
- Γιώργος Θέμελης

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Τα σύννεφα και η βροχή


Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Τα επτά χρώματα της ίριδας


Από τη συλλογή Ιδεογράμματα (1997)

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Οι Κυκλάδες της αγάπης

Οι Κυκλάδες της αγάπης

Ωκεανός του χάους
Λήθη
Γνωριμία
Απιστία
Αδιαφορία
Επικοινωνία
Φθορά
Κορεσμός
Συνήθεια
Πέλαγος του φωτός
Ενδιαφέρον
Θάλασσα της ζής
Ευτυχία
Λατρεία
Έκσταση
Πέλαγος του αέρα
Εκτίμηση
Συμπάθεια
Αγωνία
Χαρά
Τρυφερότητα
Μέθη
Επιθυμία
Πέλαγος του νερού
Αγάπη
Έρωτας

Μελίτα Καραχάλιου
Κως, 1980

Από τη συλλογή Ιδεογράμματα (1997)

Σημείωση της ποιήτριας στο τέλος του βιβλίου:

2. Οι Κυκλάδες της αγάπης: Η ιδέα του ποιήματος αυτού ξεκίνησε από μια φράση του Ν. Καζαντζάκη, που αναφέρεται στο βιβλίο του Βραχόκηπος και λέει: «Από το χάος ερχόμαστε, στο χάος πηγαίνουμε, το μεσοδιάστημα το λέμε ζωή». Πήρα τα στοιχεία που συνθέτουν τη ζωή: φως, αέρας, νερό και δημιούργησα τα δικά μου Κυκλαδονήσια.

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Σταύρος Κουγιουμτζής & Άκος Δασκαλόπουλος, Παραμύθι ξεχασμένο


Με την Άννα Βίσση

Παραμύθι ξεχασμένο

Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Στίχοι: Άκος Δασκαλόπουλος

Παραμύθι ξεχασμένο
η αγάπη που ζητάς,
ψεύτικο φλουρί δοσμένο
στη βουή της αγοράς.

Τραγούδι λυπημένο
απόψε θα σου πω
για κείνους που αγρυπνάνε
μετρώντας τον καιρό.

Παραμύθι ξεχασμένο
η αγάπη που ζητάς,
ψεύτικο φλουρί δοσμένο
στη βουή της αγοράς.


Μέσα στ' όνειρό μου κλαίω
και ξυπνάω με λυγμούς,
ψέμα η αγάπη λέω
και παιγνίδι για τρελούς.

Τραγούδι λυπημένο
απόψε θα σου πω
για κείνους που αγρυπνάνε
μετρώντας τον καιρό.

Παραμύθι ξεχασμένο
η αγάπη που ζητάς,
ψεύτικο φλουρί δοσμένο
στη βουή της αγοράς.

Τάσος Κόρφης, Η θάλασσα γίνεται κήπος



Τάσος Κόρφης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικραίνει ο κόσμος
(τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))


Η θάλασσα γίνεται κήπος

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ' ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ' ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Γιώργος Αλισάνογλου, Ακάνθινη πόλη

Ακάνθινη πόλη

Η πόλη που διέσχιζε τις πόλεις σαν έπεφτε η νύχτα
περπάταγε αργά - στις μύτες των σπιτιών της με πέλμα γυμνό
η απελπισία της φωταγωγούσε τον ουρανό αστερόεντα τόξα
και στην πλατεία της βρισκόμουν κι εγώ σαν άγαλμα πασαλειμμένο με ποτάσα

όλο και πηγαίναμε προχωρώντας πλάι πλάι με τα ταξιδιωτικά περιστέρια
οι άνεμοι μας έστελναν τα εφεδρικά τους φιλιά και τις πλάγιες σημασίες τους

έψαχνε η πόλη την κεφαλαιώδη - τη μοναδική συνάντηση της ύπαρξής της-
κι εγώ μαζί της
κάποια νυχτιά - σ' ένα βράχο έξω απ' τη Σύρο θυμάμαι-
μας αποκαλύφθηκε μια θέα (ή θέα) με ό,τι πιο γήινο διαθέτει
η Αφροδίτη μισόγυμνη στο βραχάκι κι εκτεθειμένη σαν γένεση-
να προσπαθεί να υπερασπισθεί τον Αινεία - τον γιο που είχε αποκτήσει
από έναν τσοπάνο-
και γύρω της ένα ολόκληρο κοπάδι πρόβατα και κατσίκες και χλόη πολλή

ο τσοπάνος πλάι - στα πενήντα μέτρα -
σ' έναν άλλο βράχο μες στο βαθύ κύμα - και κρεμασμένος
απαγχονισμένος απ' την αγριελιά που βρίσκονταν γυρτή
τόσο σκληρός και συνάμα ωραίος-
και γύρω του και από κάτω αγκάθια - πυκνά αβυσσαλέα αγκάθια∙ βαθιά
στα πλάγια ενός όντος

τα μάτια του ορθάνοιχτα και να στραφταλίζουν ένα φέγγος απόκοσμο
μου 'ριξε μια ματιά δυνατή γεμάτη κατανόηση σα να ήξερε-
Κι εσύ άγαλμα είσαι στην πόλη σου!

Από τη συλλογή ακάνθινη πόλη (2006)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Αλισάνογλου

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Αφιέρωμα στον Πάνο Θασίτη - Θεσσαλονίκη, 23 Φεβρουαρίου 2009

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Φιλολογικά βραδινά στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

23 Φεβρουαρίου 2009, Δευτέρα, ώρα 8.15 μ.μ.

Αφιέρωμα στον ΠΑΝΟ ΘΑΣΙΤΗ

Μιλούν για τη ζωή και το έργο του:

ο Μάρκος Μέσκος (λογοτέχνης)
ο Γιώργος Αναστασιάδης (καθηγητής πανεπιστημίου)
ο Ξενοφών Κοκόλης (καθηγητής πανεπιστημίου)
η Παυλίνα Νάσιουτζικ (συγγραφέας)

Συντονίζει ο Μίλτος Πολυβίου.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Νεκρός

Ο Νεκρός

Ήρθαν τα πρώτα τηλεγραφήματα
Σταμάτησαν τα πιεστήρια και περιμέναν
Έγιναν οι παραγγελίες στις αρμόδιες αρχές.

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Όλοι φόρεσαν τις μαύρες γραβάτες
Δοκίμασαν στον καθρέφτη τις συντριμμένες πόζες
Ακούστηκαν οι πρώτοι λυγμοί τα θλιβερά εγκώμια.

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Στο τέλος οι ώρες γινήκαν μέρες
Εκείνες οι φριχτές μέρες της αναμονής
Οι φίλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται
Έκλεισαν τα γραφεία τους σταμάτησαν τις πληρωμές
Γυρνούσαν τα παιδιά τους αδέσποτα στους δρόμους
Έβλεπαν τα λουλούδια να μαραίνονται.

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Μανόλης Αναγνωστάκης

Θεόκλητος Καριπίδης, Αποτσίγαρα

Αποτσίγαρα

Αυτά τα αποτσίγαρα
θα με προδώσουν.
Χαράζει.
Μπορεί να με ζητήσουνε.
Θα πουν∙
«Είχατε συνεδρίαση.
Πού είναι οι άλλοι;
Τι λέγατε;»
Τι να τους πω...
Τόσα αποτσίγαρα σβησμένα.
Να πω
Πως ήρθατε ένας - ένας
Και μιλήσαμε για τα δεκαεφτά μας χρόνια;
Να πω
Πως στην πρώτη μάχη
Δεν είχαμε όπλα οι μισοί;
Κι αν τους τα πω όλα
Κι ακόμα
Κι αν σας ονοματίσω έναν - έναν
Θα πουν∙
«Όλοι αυτοί
Είναι νεκροί».
Και θα με πληγώσουν!

Από τη συλλογή Νυν και αεί (1963)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Θεόκλητος Καριπίδης

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Γιώργος Χουλιάρας, Οι μυρουδιές

[Από την ενότητα Του μάγερα]

Οι μυρουδιές

Μεγάλες, τεράστιες πέτρες
που ανοίγουνε θεόρατες τρύπες
στα όνειρα των ποιητών
Ωστόσο
χαραμάδες θυμίζουνε που μπάζουν
τις μυρουδιές κάτω από τις πόρτες
των μαγερειών τού κόσμου

Από τη συλλογή Δρόμοι της μελάνης (2005)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Χουλιάρας

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

Κλείτος Κύρου, Ο κύκλος

Ο κύκλος

Κι αν καταφεύγεις σε διαιτησίες
Ή αναζητείς αυτόπτες
Χαμένος κόπος

Δεν υπάρχει πλέον
Έννομο συμφέρον
Αυτό είναι αυταπόδεικτο

Απλούστατα ο έρως
Συμπλήρωσε την τροχιά του
Χωρίς αποκλίσεις

Από τη συλλογή Ο πρωθύστερος λόγος (1996)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Στον ίδιο ρυθμό (15)

[Από την ενότητα Στον ίδιο ρυθμό]

15

Στη στέρνα μπρος την αργυρή δυο σκιές ακινητούνε.

Χλωμή έχουνε την όψη από το φέγγος της σελήνης
και τ' απλανή τους βλέμματα θαμπώνει έκσταση ονείρου.

Ρίγη ηδονής στ' ακίνητα νερά σκορπάει η σελήνη,
που στον υγρό καθρέφτη, απ' τον ουράνιο της εξώστη,
την αργυρή της κόμη με νωχέλεια καθρεφτίζει.

Στην έκστασή τους δεν ακούν τη μουσική του απείρου,
ούτε και τις καρδιές τους, που την αρμονία ρυθμίζουν.

Στη στέρνα δυο σκιές χλωμές ακίνητες ρεμβάζουν.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γ. Θ. Βαφόπουλος

Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, Έκνομη ηδονή

Έκνομη ηδονή

Μες στην ολέθρια κάμαρη κλεισμένοι
με τα νεύρα μας άρρωστα πολύ,
δινόμαστε στα χάδια μας τρελλοί
από το έκνομο πάθος νικημένοι.

Τραγικών εραστών την ιστορία
οι τέσσαροί της τοίχοι μέσα κλείνουν.
Και ξέρουμε ποια θάναι η τιμωρία
για όσους από τη φύση παρεκκλίνουν.

Δέσμιοι μιας μοιραίας γνωριμίας
κι' οι δυο χωρίς περίσκεψη καμμιά,
λυγίσαμε τα νέα μας κορμιά
στο βάρος μιας τρελλής αδυναμίας.

Της λεπτής ηδονής μύστες μεγάλοι
τη ζωή μας σ' αυτήν έχουμε δώσει.
Και όμως κανείς δε θα μας δικαιώσει
όταν η τρέλλα θα χτυπήσει στο κεφάλι.

Από τη συλλογή Νύχτες αγρύπνιας (1932)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου

Βραβείο Proximidade

Βραβείο φιλίας από την Μαρία Νικολάου

Χτες το πρωί η Μαρία Νικολάου με ειδοποίησε ότι μου δίνει το βραβείο Proximidade και μου τόνισε μάλιστα ότι «δεν σηκώνει κουβέντα» και ότι πρέπει να το δεχτώ αμέσως. :-)

Το βραβείο Proximidade περιγράφεται ως εξής:

«Αυτό το ιστολόγιο επενδύει και πιστεύει στην εγγύτητα – την εγγύτητα στο χώρο, το χρόνο και τις σχέσεις. Αυτά τα ιστολόγια είναι εξαιρετικά γοητευτικά. Αυτοί οι ιστολόγοι προσπαθούν να βρουν φίλους και να γίνουν φίλοι μεταξύ τους. Τα βραβεία δεν τους ενδιαφέρουν για την προσωπική τους άνοδο! Ελπίζουμε ότι, μόλις κοπούν οι κορδέλες των βραβείων αυτών, θα δημιουργηθούν ακόμη περισσότερες φιλίες. Παρακαλούμε να προσέξετε λίγο περισσότερο αυτούς τους συγγραφείς! Το συγκεκριμένο βραβείο για ιστολόγια πρέπει να δοθεί σε οκτώ αγαπημένους σας ιστολόγους που, με τη σειρά τους, θα το προτείνουν σε οκτώ δικούς τους αγαπημένους ιστολόγους κ.ο.κ.»

Κοντολογίς, έχουμε ένα βραβείο που ενώνει με δεσμούς φιλίας άτομα τα οποία έχουν blog. Με χαρά μου είδα ότι η Μαρία με συμπεριέλαβε στη λίστα της.

Μαράκι, σ' ευχαριστώ πολύ για την τιμή και, κυρίως, για τη φιλία σου. Φυσικά, δέχομαι το βραβείο και, με τη σειρά μου, το απονέμω στα ιστολόγια:

Κατερίνα Καριζώνη
Ποίηση και ποιητής
Dark Rain Paths
and33
Το εργαστήρι του Θοδωρή Βοριά
Μη σβήσεις το φως
Dark Virtual Poetry
το τσαλίμι

Παρακαλώ τους 8 «δικούς μου» φίλους-ιστολόγους να πάρουν τη σκυτάλη και να προχωρήσουν στη δημοσίευση της δικής τους λίστας. Καλή μας συνέχεια!

Σταύρος Ζαφειρίου, Ο πολίτης Κάιν

[Από την ενότητα Στάσιμα]

Ο πολίτης Κάιν

Τροχιά της πέτρας, ξάφνιασμα φιδιού,
μελισσοφάγου ρίπισμα στην έξαψη της γλώσσας∙
ο τόπος γη
και ο ήλιος ωριμάζει τους καρπούς της∙
να σκάσει η φλούδα, να φανερωθεί
ό,τι μοιράζεται η ζωή στο ημέρωμά της,
αυτό που όλο αρχινά και όλο αρχίζει πάλι.


Τούτη η παλιά φωτογραφία εικονίζει
εμένα και τον αδερφό∙
με λίγα φύλλα γύρω μου εγώ,
μ' ένα τομάρι γίδινο εκείνος.
Εγώ ήμουν θεριστής, εκείνος σφάχτης,
γι' αυτό και αγαπημένος των θεών.
Δεν κοιταζόμαστε∙ κοιτάμε ευθεία στον φακό,
σαν μετανάστες.
Ανάμεσά μας χώρος αρκετός,
για να περνά το βλέμμα (το δικό σας,
αν τύχει και σκαλίσετε αρχεία),
να μας διακρίνει πίσω απ' τους βωμούς
έτοιμους και τους δυο για τη θυσία∙
δεματιασμένο γέννημα από εμέ,
ένα πρωτότοκο τραγόπουλο από εκείνον.
Πάνω δεξιά υπάρχει μια θαμπάδα∙
έτσι δεν φαίνονται καλά οι άκρες των φτερών
κάποιου αγγέλου που απομακρύνεται,
ανοίγοντας στα δυο τον ουρανό,
αφού έχει παραδώσει κάτι μάταιο.
Φαίνεται όμως καθαρά η άκρη τού κόσμου∙
αρχή ή τέλος -πάντα μπερδευόμουν με τα όρια-
αν κι ό,τι έχει σημασία μεταξύ τους
είναι ο άνεμος∙ να μην υπάρχει άνεμος,
για ν' ανεβαίνει ίσια ο καπνός,
να φτάνει στα ρουθούνια τού πατέρα.
Μπροστά στα πόδια μου ένα μικρό σημάδι
σαν τόξο κυρτωμένο από τη μοίρα∙
αυτό που ύστερα θα μπει στο μέτωπό μου
και θα με υψώσει πάνω απ' τους καιρούς.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Σταύρος Ζαφειρίου

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Οι Κυριακές εκείνες

Οι Κυριακές εκείνες

Στην εξαδέλφη μου Τίνα

Καθώς περνάς για το Λογγό ή για να πας στη Λάκκα,
εκεί στα Μαστοράτικα, στο τρίστρατο του Κάμπου,
μην προσπεράσεις βιαστικά, στάσου να χαιρετήσεις
το Χάνι απ' τ' αριστερά, τη στέρνα στα δεξιά σου
κι ας είν' το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμενο
και για νερό δεν πάει κανείς κι η στέρνα έχει στερέψει.

Κι αν προχωρήσεις στο στρατί, μαζί σου εγώ δε θα 'ρθω,
θα βρω μια ελιά βαθύσκιωτη να κάτσω από κάτω,
να 'χω το Χάνι δίπλα μου κι αντίκρυ μου τη στέρνα,
να μου φανεί πως γύρισαν οι εποχές εκείνες
με την απλή μας τη ζωή και τις μικρές ανάγκες,
που με δουλειά, σκληρή δουλειά, περνούσε η βδομάδα
και Κυριακή τ' απόγιομα μάς μάζευε το Χάνι.

Κανένας δεν κατάλαβε πώς μεσ' στο Χάνι μπήκα
κι ήτανε όλοι τους εκεί της γειτονιάς οι άντρες
στα τραπεζάκια συντροφιές κι όλοι σε μια παρέα
να περιμένουμε σειρά κι ο Νιάχας να σερβίρει
κι άλλοι να πίνουνε καφέ, να κάνουνε τσιγάρο
κι άλλοι να δοκιμάζουνε το πατρικό το ούζο
που το καΐκι του Κουτσού το 'φερε αυτές τις μέρες.
Κι άκουσα τις κουβέντες τους και τους συλλογισμούς τους,
πως φέτος έχουμε σοδειά κι ο κάθαρος* θ' αρχίσει
και πρέπει να ραντίσουνε, το δάκο να προλάβουν.
Κατά την πόρτα κοίταξα κι η μάνα μέσα μπαίνει
κρατώντας απ' το χέρι της τον πιο μικρό το γιο της
να τον φιλέψει θέλοντας πεντέξι καραμέλες
και βιαστικά έξω να βγει, μην την παρεξηγήσουν.

Κι εγώ την ακολούθησα, να της μιλήσω θέλω,
μα η μάνα μπαίνει στο χορό, στης στέρνας το αλώνι
οπού βαρούνε τα βιολιά στο χεροστόμι* γύρω
και όλες οι γειτόνισσες, γυναίκες και κορίτσια,
χορεύουν καλαματιανό και γλυκοτραγουδάνε
με μπαλαδόρα* τη Λενιώ, του Νιάχα τη γυναίκα,
που απ' αυτή καλύτερα καμμιά τους δε χορεύει.
Και συναλλάζουνε μπροστά κι οι άλλες οι κοπέλες
και φέρνουνε γυροβολιές κουνώντας το μαντήλι
κι όλα τα μάτια αστράφτουνε, τα στόματα γελούνε
και ξεχειλίζουν οι καρδιές από χαρά κι αγάπη.

Και βράδιασε και νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι
και χύνει το χλωμό του φως στο τρίστρατο του Κάμπου
κι αναθυμήθηκε κι αυτό και δάκρυσε μαζί μου,
γιατί είν' το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
κι ούτε χορός ούτε βιολιά στης στέρνας το αλώνι
και σβήσανε και χάθηκαν οι Κυριακές εκείνες...

*
κάθαρος = καθαρισμός του εδάφους κάτω από τα ελαιόδεντρα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας
μπαλαδόρα = η γυναίκα που σέρνει το χορό


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινές εικόνες

Παξινές εικόνες

Πλήθος κι ακαταμέτρητες οι παξινές οι μνήμες
που δεν τις στέρεψε ο καιρός, δεν τις πειράζει ο χρόνος
κι όποτε ο νόστος ξεχειλά στα πίσω βηματίζει,
στην ακριβή μου, τη μικρή κι αλαργινή πατρίδα
και ταξιδεύω στους Παξούς με το σκαρί του νόστου.

Εκεί μυριάδες λιόφυτα θάλλουν κι ανθοβολούνε
πεντάψηλα, πλατύκλαδα που ακάματα καρπίζουν
κι όπως στη γη την πέτρινη τα λιόφυλλα σκορπάνε,
ριζώνουν σπόροι και καρποί, βλασταίνουν τα λιθάρια.
Εκεί παλιές ξερολιθιές κρατούν νερό και χώμα
στεριώνοντας, ποτίζοντας των λιόδεντρων τις ρίζες
και πέτρα πέτρα ανιστορούν πανάρχαια ιστορία,
που γράφτηκε με υπομονή από αργασμένα χέρια,
με αγάπη την τραχιά τη γη, με ποταμούς ιδρώτα.
Εκεί εκκλησιές και σπιτικά λιτά, πετροχτισμένα
κι ευγενικά αρχοντόσπιτα με μόντζους* και με βόλτα*,
που κρύβουν λύπες και χαρές και προσευχές αγιάζουν,
όπου σκεπάζουν κι ευλογούν τις παξινές φαμίλιες,
και νιάτα και γεράματα και κορασιές κι αγόρια.
Εκεί σχολειά περίτεχνα, σεμνά, ηλιολουσμένα,
κάστρα, ντρουβειά*, ανεμόμυλοι και στέρνες και κηπάρια
για να χορταίνουνε το νου με γράμματα και γνώση
και να δαμάζουν τον εχθρό, την πείνα και τη δίψα.

Εκεί στρατόνια και στενά, τράφοι, γκρεμά και ράχες,
να βόσκουνε τα πρόβατα, να ροβολάν τα γίδια
και να φυλάνε οι κυνηγοί ψάχνοντας για τρυγόνια
κι οι πατεράδες στο χωριό καβάλα να γυρνάνε.
Λιμάνια εκεί κι ακρογιαλιές, κάβοι και βραχονήσια,
που τα χτυπάει η όστρια, τα δέρνει η τραμουντάνα
και το χειμώνα η θάλασσα βογγομανά στα βράχια
και του πελάγου η βουή αντιλαλεί στις γράβες*
κι ανοίγουν ήμερη αγκαλιά το καλοκαίρι οι σπιάντζες*
και του μαΐστρου οι ριπές τις κάψες τις νικάνε.

Αχ ακριβή μου και μικρή κι αλαργινή πατρίδα,
σου τάζω και στ' ορκίζομαι να μη σε λησμονήσω!
Μα πια δε θα χορέψουμε στα πανηγύρια εκείνα
κι ούτε θα σμίξουμε ξανά στο μπάνιο, στη Γλυφάδα
κι ούτε ξανά στην αφοδιά θα συναχτούμε όλοι
και το παιχνίδι τέλειωσε... και δε θα ξαναρχίσει...

*
μόντζος = εξώστης
βόλτα = καμάρες
ντρουβειό = ελαιοτριβείο
γράβες = θαλάσσια σπήλαια
σπιάντζες = παραλίες


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινό καλοκαίρι

Παξινό καλοκαίρι

Πήρα και συλλογίζομαι πως έφυγε ο χειμώνας
κι άλλη χαρά δε γεύτηκα κι άλλη χαρά δε νιώθω
απ' τη χαρά της προσμονής, να 'ρθεί το καλοκαίρι
και να περάσω στους Παξούς τους θερινούς τους μήνες,
μα να 'ναι απαράλλαχτοι σαν τα παλιά τα χρόνια,
που σμίγαμε όλοι οι χωριανοί συχνά στα πανηγύρια,
του Άι-Γιαννιού της ρίγανης, που ανάβαμε λαμπάτες*
και σβέλτα τις πηδούσαμε και βάναμε κληδόνους
να μάθουνε την τύχη τους οι όμορφες κοπέλες.
Στον Άγιο Παντελεήμονα, που γιατρειά χαρίζει,
όλοι μαζί χορεύαμε στη σκάλα* τη μεγάλη
συρτό και καλαματιανό και σταυρωτό και μπάλο,
καθώς επαίζαν τα βιολιά κι ηχούσαν τα λαούτα
και γλυκοτραγουδούσαμε τα παξινά τραγούδια.

Που τρέχαμε κάθε πρωί για μπάνιο στη Γλυφάδα,
αδέρφια, πρωτοξάδερφα και θειάδες και μανάδες
κι οργώναμε τη θάλασσα όμοια με τα δελφίνια
κι από την Πλάκα ρίχναμε βουτιές και μακροβούτια
κι ούτε τη λογαριάζαμε που έκραζε τη μάνα
πως στο νερό γρουδιάναμε* κι όξω να βγούμε ρίτα*.
Κι απάνω στ' άσπρα τα γουλιά* μάς έκαιγε ο ήλιος
καθώς εκολατσίζαμε μιαν αγκωνή* με λάδι
κι από μια χούφτα νερολιές ή τούτσιο* λαδοτύρι
μαζί με καμιά πάτελα* που βρίσκαμε στις ξέρες.
Κι ύστερα ξεκινούσαμε για το χωριό πετώντας
κι ας ήτανε ανηφοριά και ας ήταν μεσημέρι.

Κι ως έφτανε το απόγιομα, το παξινό βραδάκι,
ένα βραδάκι όλο φως, όλο δροσιά και γλύκα,
μας έπαιρνε η μάνα μας στην ταχτική μας βόλτα,
να πάμε τον κατήφορο, στη Λένη και τη Δώρα.
Στην αφοδιά* καθόμαστε που έραβε η Τίνα,
που ήτανε το καμάρι μας, η πιο καλή μοδίστρα
κι είχε πολλές μαθήτριες να μάθουν το βελόνι.
Ολόγυρα οι γειτόνισσες, που ερχόνταν για κουβέντα,
η Πράξω και η Νίκολη, η Λόπη κι η θεια Αγάπη.
Λίγο πιο κει, στο ξάφοδο*, εμείς το παιδομάνι
επαίζαμε μονά-ζυγά με ζερβελοκουκούτσια*.

Μα πια δε θα χορέψουμε στα πανηγύρια εκείνα
κι ούτε θα σμίξουμε ξανά στο μπάνιο, στη Γλυφάδα
κι ούτε ξανά στην αφοδιά θα συναχτούμε όλοι
και το παιχνίδι τέλειωσε... και δε θα ξαναρχίσει...

*
λαμπάτες = φωτιές
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους
γρουδιάναμε = ζαρώσαμε
ρίτα = αμέσως
γουλιά = χαλίκια
αγκωνή = άκρη ψωμιού
πάτελα = πεταλίδα
τούτσιο = λίγο
αφοδιά = αυλή
ξάφοδο = έξω από την αυλή
ζέρβελα = βερίκοκα


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το θάμα το χαμένο

Το θάμα το χαμένο

Να είναι απομεσήμερο μουντό του φθινοπώρου,
νεφέλες να 'χει ο ουρανός, να 'ναι βροχή γεμάτες
και να σπαθίζουνε ψηλά σμήνη τα χελιδόνια
κι αλαργινά αστραπόβροντα ν' αστράφτουν, να βροντάνε
κι απ' τα πεσμένα λιόφυλλα, σύρριζα στο λιθάρια,
καρτερικά κυκλάμινα ν' ανθοβολούν στο χώμα.
Κι εγώ να σιγοπερπατώ στα λιόδεντρα από κάτω,
να ψάχνω τα παμπάλαι που ήξερα μονοπάτια,
να προχωρώ, ν' αντιδρομώ κι η γη να μην πατιέται,
ν' αποζητώ τα σπιτικά που είχε το χωριό μας
κι άλλα να 'ναι χαλάσματα, πέτρινα απομεινάρια
κι άλλα έρημα και σιωπηλά και διπλοσφαλισμένα
και μόνο κάποια εδώ κι εκεί καινούρια να τα βλέπω,
μα δε μου μοιάζουν παξινά, δεν είναι απ' τα δικά μας
κι ακούω κουβέντες και φωνές, μα παξινές δεν είναι.

Και τότε κοντοζύγωσα σε γνώριμο πορτόνι
και το 'σπρωξα... κι αφήνοντας δυο στεναγμούς ανοίγει
κι ως μπήκα μέσ' στην αφοδιά* εγίνηκε ένα θάμα
και του πατέρα οι αδελφές, η Λένη και η Δώρα,
λες και δε λείψανε ποτέ απ' το παλιό τους σπίτι
κι η μια με πέτρα παξινή γρέμπα* ψηλή να χτίζει
κι η άλλη νερό να κουβαλεί με λάτα* στο κεφάλι,
η μια να πηγαινόρχεται, να φέρει πελεκούδες*
κι η άλλη ν' ανάβει στη γωνιά κούτσουρα κι αντιδαύλια
και ν' αποθώνει* στη φωτιά νερό ένα καζάνι,
η μια να ρίχνει στο νερό τη στάχτη και τη δάφνη
κι η άλλη με καυτό νερό να πλένει στη μαστέλα*
και με σαπούνι σπιτικό τα ρούχα να τα τρίβει
και να ευωδιάζει το νερό, ν' αστράφτουνε τα ρούχα.
Κι οι δυο να ζμώνουν κάθε οχτώ ψωμί σαράντα λίτρες*
κι όσο να γίνει το ψωμί το φούρνο να πυρώνουν,
να ψήνουνε ξαπεταχτές*, να πλάθουνε κουλούρια
για να γευτούνε τα παιδιά που παραστέκουν γύρω.
Και φτάνοντας τ' απόγιομα, κει στην ελιά από κάτω,
να κάθονται στα ξύλινα, τα χαμηλά παγκούλια*
κι η μια να γνέθει το μαλλί με ρόκα και μ' αδράχτι
κι η άλλη να πλέκει το τρικό ή μάλλινες φανέλες.

Κι ήθελα κάτι να τους πω, μα τρέμω και σωπαίνω,
μη χάσω του παλιού καιρού τις ακριβές εικόνες
και τότε ορμάει η βροχή κι όλα τα συνεπαίρνει,
και κλαίει η βροχή... κλαίω κι εγώ... το θάμα το χαμένο.

*
αφοδιά = αυλή
γρέμπα = μάντρα
λάτα = τενεκές
αποθώνει = βάζει
πελεκούδες = ξύλα
μαστέλα = κάδος
λίτρα = μονάδα βάρους
ξαπεταχτή = ψωμί αγίνωτο που του προσθέτουν και λάδι
παγκούλι = σκαμνί
τρικό = πουλόβερ


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ήρθε μια νύχτα

Ήρθε μια νύχτα

Της μάνας μας της άρεσε χάραμα να ξυπνάει,
μπονώρα* να σηκώνεται και στη δουλειά να μπαίνει.
Και σαν ο ήλιος έβγαινε και φώτιζεν η μέρα,
στο παιδικό μου τ' όνειρο, λίγο προτού ξυπνήσω,
άκουγα που μας έκραζε τ' αδέλφια μου και μένα:
«Αστάτε* και ξημέρωσε και μεσημέρι φτάνει
κι είναι δουλειές να κάνουμε για μπάνιο πριν να πάμε».
Κι αφού τελειώναμε γοργά τις πρωινές φροντίδες
και τα δυο αγόρια τα μικρά το ρίχναν στο παιχνίδι,
να κάνω μια νυχιά* δουλειά με πρόσταζε η μάνα
κι απ' την ψηλή την καρυδιά, στο κάτω το κηπάρι,
να κόψη καρυδόφυλλα να βράσει για να πιούμε.

Κι εκεί στο ξεκεράμωτο*, με τη γωνιά στην άκρη,
τσάκιζε τσάκνα* κι έβανε στη στια* καλά ν' ανάψει
κι απόθωνε* στην πυροστιά το μαύρο κατσαρόλι,
που από την κάπνα την πολλή γινότανε πιο μαύρο.
Κι όλοι καλοχορταίναμε μ' ελιές, ψωμί και λάδι
κι από μια πίντα καρυδιά που μύριζε καπνίλα.

Κι άκουγα τότε βέλασμα κυματιστό, καθάριο
κι έτρεχα ευθύς στην αφοδιά* κι έβρισκα στην πεζούλα
ελόου της* να κάθεται η νόνα η Κατσάρω*
κρατώντας την απ' το σκοινί τη γίδα τη Ριρίκα
που είχε το χρώμα της λευκό με ολόμαυρα στολίδια
και κρεμασμένα στο λαιμό δυο άσπρα σκουλαρίκια.
Κι ενώ την εκαμάρωνα και τη χαϊδολογούσα,
με τον καλό τον τρόπο της με πρόσταζε η Κατσάρω:
«Την άρμεξα, τη σπέδισα* κι είν' ώρα για να φύγει
και σύρε, κατσαρέλι μου, ν' ανοίξεις το πορτόνι».
Και το πορτόνι τ' άνοιγα και την ξεπροβοδούσα,
που πήγαινε να βρει βοσκή στις σκάλες* και στους τράφους.
Και στην κουζίνα ανέβαινε με κόπο η Κατσάρω
κι ανοίγοντας το κασετί* έβγαζε την τσαντίλα*
κι έπαιρνε μια νυχιά* πιτιά μέσα από τη μοσκέρα*
κι ύστερα το 'πηζε τυρί το γάλα της Ριρίκας,
να το 'χουμε τις Κυριακές προσφάι στο τραπέζι.
Ωστόσο εγώ να φροκαλώ* εκειόξω την αυλή μας
με μια αλιπίτσα* φουντωτή στο χέρι το δεξί μου
κι απ' τους αρμούς ανάμεσα στης αφοδιάς τις πλάκες
να τα πετώ τα λιόφυλλα κρατώντας ένα τσάκνο.

Κι η μάνα που της άρεσε μπονώρα* να ξυπνάει,
ήρθε μια νύχτα κι έγειρε, πλάγιασε και κοιμήθη
και δεν μας έκραξε ξανά τ' αδέλφια μου κι εμένα
κι ας βγαίνει ο ήλιος το πρωί κι ας φτάνει μεσημέρι.

*
μπονώρα = νωρίς
μια νυχιά = λίγο
ξεκεράμωτο = μικρή αυλή
τσάκνα = ξερόκλαδα
στια = φωτιά
απόθωνε = έβαζε
πίντα = κύπελο από αλουμίνιο
αφοδιά = αυλή
ελόου της = του λόγου της
Κατσάρω = προσωνύμιο της νόνας μας, γιατί αποκαλούσε χαϊδευτικά τα παιδιά «κατσαρέλια»
σπεδίζω = δένω τα δύο πόδια της γίδας
σκάλες = κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους
κασετί = συρτάρι
τσαντίλα = τουλουπάνι
μοσκέρα = κλούβα για τα τρόφιμα
φροκαλώ = σκουπίζω
αλιπίτσα = αγκαθωτός θάμνος
τσαντίλα = τουλουπάνι


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μακάρι...

Μακάρι...

Αν τύχει να 'ρθω στους Παξούς και να 'ναι καλοκαίρι
και να 'ναι μήνας Αύγουστος που τόσες χάρες έχει,
μακάρι να με πρόσμενε στο ελιόδασος κρυμμένο
ένα παλιό κι απέριττο λιθοχτσιμένο σπίτι
με ξύλινα πορτόφυλλα και πράσινες φανέστρες*
και με κεραμιδιά σκεπή κι ασβεστωμένους τοίχους.
Να 'χει μισόφωτη μπασιά* κι ηλιόφωτη τη σάλα
και να 'χει και δυο κάμαρες με φτωχικά κρεβάτια
και στο μικρό μου κουζινί να 'χει γωνιά και φούρνο,
να ψήνω ζυμωτό ψωμί, στη στια* να μαγειρεύω.
Να 'ναι τα πιάτα στη σκατζιά*, τρόφιμα στη φερίδα*
και σε κασέλα ξύλινη να βάνω χώρια χώρια
τα διάφορα γεννήματα στα ζωντανά να δίνω.
Και πλάι στα δυο πελεκητά ξύλινα σκαλοπάτια
να βρίσκεται αυλακωτή, παμπάλαια καπάσα*
που απ' της σκεπής την κάναλη*, σα βρέχει το χειμώνα,
να πιάνει βρόχινο νερό, να έχουμε για τη λάτρα.
Κι απόξω να 'χει αφοδιά* με μιαν ελιά στη μέση,
μ' ένα τραπέζι πέτρινο κι ολόγυρα πεζούλες
και παρακεί πορτοκαλιά και λεμονιά πιο πέρα
και γλάστρες με γαρίφαλα μοσχοβολιά να στέλνουν.

Και να πηγαίνω το πρωί στου Χαραμή τη σπιάντζα,
που έχει σμαράγδινα νερά, ήμερα και καθάρια,
να κολυμπάω και να τραβώ ίσια κατά την μπούκα,
να ξεχωρίζω στο βυθό ν' ασημολάμπει ο άμμος,
να καμαρώνω το σχολειό, στο Μαϊστράτο πέρα
και παραδώ ειρηνικό της Λάκκας το λιμάνι,
που έχει πολλές ψαρόβαρκες και λιγοστά καΐκια.

Και σα με πάρει η κούραση απ' το πολιό κολύμπι
κι αλλάξω ρότα γρήγορα πίσω για να γυρίσω
ολομεμιάς στο γύρισμα ν' αγάλλεται η καρδιά μου
καθώς θωρώ την Παπαντή με το καμπαναριό της
μέσ' στα πυκνά τα λιόδεντρα στ' αντικρινά τα πλάγια.

Να κάθομαι στη αφοδιά, ζεστό καφέ να πίνω
με συντροφή το λιόγερμα, τη δειλινή την ώρα.
Και σα νυχτώνει για καλά, να γέρνω να πλαγιάζω
και να 'χω το παράθυρο της κάμαρας λιμπρέτο*,
για να τρυπώνουν λεύτερα του φεγγαριού οι αχτίδες
και το άσμα το μονότονο που ψέλνει το τριζόνι
και το αλαφρό, νυχτιάτικο και δροσισμένο αγέρι.
Κι ύστερα ν' αποκοιμηθώ κι έτσι να λησμονήσω
πως όλα αυτά είν' αληθινά, μα πέρασαν για πάντα...

*
φανέστρα = παράθυρο
μπασιά = είσοδος
στια = φωτιά
σκατζιά = ράφι
φερίδα = ντουλάπι
καπάσα = κιούπι
κάναλη = λούκι
αφοδιά = αυλή
μπούκα = είσοδος του λιμανιού
λιμπρέτο = μισάνοιχτο


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος και γιορτασμός και μέγα πανηγύρι
κι απ' άκρη σ' άκρη ο τόπος μας χαίρεται και γιορτάζει
που είναι η γιορτή της Παναγιάς κι η Κοίμησή Της είναι
και λαχταρούμε οι Παξινοί να πάμε στο Νησί Της,
στπ βράχο των Βελλιανιτών, που έχει το μοναστήρι
κι έχει αιωνόβια εκκλησιά, ναό της Παναγίας.

Και σαν ροδίζει η χαραυγή, σαν ανατέλλει ο ήλιος,
κανείς δε μένει στο χωριό τέτοια μεγάλη μέρα
και με τα κυριακάτικα, τα γιορτινά μας ρούχα
όλοι στην πιάτσα* τρέχουμε μπαρκάρισμα να βρούμε.
Κι από του Γάη ξεκινούν και βάρκες και καΐκια
κι από τη Λάκκα, απ' το Λογγό σαλπάρουν οι βενζίνες
και φέρνουν κόσμο στο Νησί, που πάει να προσκυνήσει
κι αράζουνε κι αδειάζουνε και πάλι πίσω πάνε
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει.
Κι όσο να βγούμε στη στεριά σημαίνουν οι καμπάνες
κι ηχούν τα καμπανίσματα στα πέρατα του πόντου∙
και μπαίνοντας στην εκκλησιά που κάνει λειτουργία,
όλοι οι παπάδες των Παξών ψέλνουν στο Άγιο Βήμα
κι αντιφωνούν και μελωδούν οι πιο καλοί ψαλτάδες
και ψιθυρίζουμε κι εμείς μπροστά στην Παναγία
που εκοιμήθη κι έφυγε κι όμως κοντά μας μένει.

Και με το αμήν, το δι' ευχών, αρχίζει η λιτανεία
και βγαίνει ο Επιτάφιος με φιόρα* στολισμένος,
βγαίνουν τα εξαπτέρυγα και τα λιβανιστήρια
κι ακολουθούμε οι πιστοί κι οι ψάλτες κι οι παπάδες
αργοπατώντας στο στρατί το χιλιοπατημένο
σύρριζα στο μαντρότοιχο, στο μοναστήρι γύρω.
Και χαμηλώνουν και πετούν λευκά θαλασσοπούλια,
να λιτανέψουνε κι αυτά με τους πιστούς αντάμα.

Και σαν τελειώσει η τελετή, πίσω ξανά γυρνάμε,
στον ισκιερό περίβολο, στην εκκλησιά απέξω
κι ολόγυρα καθόμαστε σε ξύλινα τραπέζια,
παίρνοντας ο καθένας μας πήλινο κανταρέλι*,
που έχει ζουμί και βοδινό ζεστό, καλοβρασμένο
και μας τρατάρουνε κρασί να πούμε και του χρόνου.

Ξανάρχεται ο μεσαύγουστος, το μέγα πανηγύρι
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει
κι αλέστα* είναι τα σκαριά στα παξινά λιμάνια,
μα δεν ευρέθηκε σκαρί κι εμένα να με πάρει,
κι ας τα φορώ της Κυριακής, τα γιορτινά μου ρούχα.

*
πιάτσα = αγορά, λιμάνι
φιόρα = λουλούδια
κανταρέλι = μικρό, πήλινο, βαθύ πιάτο
αλέστα = έτοιμα


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)