Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Περιοδικό «Νέα Πορεία»: αποχαιρετιστήριο τεύχος - Θεσσαλονίκη, 3 Μαρτίου 2009


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009 20:00
IANOS Αριστοτέλους 7

Αφιέρωμα


H Νέα Πορεία, το λογοτεχνικό περιοδικό που διηύθυνε ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ευχαριστεί και ταυτόχρονα αποχαιρετά τους συνεργάτες της όλ’ αυτά τα χρόνια, τους συνδρομητές της και τους φίλους με το τελευταίο Αποχαιρετιστήριο τεύχος της.

Για τη Νέα Πορεία και τη διαδρομή της θα μιλήσουν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Τόλης Νικηφόρου και η Ρούλα Αλαβέρα. Συντονιστής ο Τραϊανός Χατζηδημητρίου.

Πηγή: http://www.ianos.gr/index.asp?...mp;cns=2&dopt=&key=611

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Ο Κώστας Παπαδόπουλος στη ΝΕΤ (από την εκπομπή «Στην υγειά μας») - 1



Τα σχόλια περιττεύουν και το «ευχαριστώ» μετά το τέλος μιας βραδιάς με τον Κώστα Παπαδόπουλο γίνεται αίφνης μια λέξη μικρή και ασήμαντη.

Εύχομαι μονάχα να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει να μας χαρίζει στιγμές μαγικές για πολλά χρόνια ακόμα. Τις χρειαζόμαστε ή, καλύτερα, ΤΟΝ χρειαζόμαστε!

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Άσπρη μέρα


Με τη Μαρία Σουλτάτου. Στο μπουζούκι ο Κώστας Παπαδόπουλος.
(Από την εκπομπή τής ΝΕΤ «Στην υγειά μας» προς τιμήν τού Κώστα Παπαδόπουλου)

Άσπρη μέρα

Μουσική: Ξαρχάκος Σταύρος
Στίχοι: Γκάτσος Νίκος
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Θα ποτίσω μ' ένα δάκρυ μου αλμυρό
τον καιρό, πικρά καλοκαίρια
έμαθα κοντά σου να περνώ
νεκρά περιστέρια
γέμισε η αυγή τον ουρανό

Θα γυρίσω λυπημένη Παναγιά
έχε γεια, μην κλαις το μαράζι
μάθε φυλακτό να μην κρεμάς
να λες «Δεν πειράζει
θα 'ρθει άσπρη μέρα και για μάς»

Από το δίσκο «Ένα μεσημέρι» (1966)

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Στης πίκρας τα ξερόνησα


Στης πίκρας τα ξερόνησα

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Δημητράτος

Πού να 'βρω τέσσερα σπαθιά
και μια λαμπάδα στη γροθιά
φωτιά να βάλω σήμερα
και να τον κάψω σίγουρα
τον κόσμο αυτό που αγάπησα
και μ' άφησε και σάπισα

Στης πίκρας τα ξερόνησα
το δάκρυ μου κοινώνησα
και στης ζωής τη φυλακή
που δεν υπάρχει Κυριακή
ποτέ μου δε λησμόνησα
τη μοναξιά τη φόνισσα

Κι εσύ που ήρθες μια βραδιά
να μου ζεστάνεις την καρδιά
με πέταξες αλίμονο
στο μαύρο καταχείμωνο
με πρόδωσες και μ' έφτυσες
ήσουν χαρά και ξέφτισες

Πού να 'βρω τέσσερα κεριά
και στην ψυχή μου σιγουριά
φωτιά να βάλω γρήγορα
και να τον κάψω σήμερα
τον κόσμο αυτό που αγάπησα
και μ' άφησε και σάπισα

και σάπισα, αγάπησα, αγάπησα, και σάπισα...

Από το δίσκο «Ρεμπέτικο» του 1983 με τη μουσική για την ομώνυμη ταινία του Κώστα Φέρρη.

Μίκης Θεοδωράκης & Γιάννης Θεοδωράκης, Όμορφη πόλη


Με τον Πέτρο Πανδή. Στο μπουζούκι ο Λάκης Καρνέζης.

Όμορφη πόλη (Θα γίνεις δικιά μου)

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης

Όμορφη πόλη φωνές μουσικές
απέραντοι δρόμοι κλεμμένες ματιές
ο ήλιος χρυσίζει χέρια σπαρμένα
βουνά και γιαπιά, πελάγη απλωμένα.

Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα
τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα
θα γίνεις δικιά μου.

Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα
τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα
θα γίνεις δικιά μου.

Η νύχτα έφτασε τα παράθυρα κλείσαν
η νύχτα έπεσε οι δρόμοι χαθήκαν.

Το τραγούδι ανήκει στον κύκλο «Λιποτάκτες» που συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης το 1952. Η πρώτη ηχογράφηση έγινε το 1960 και η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ήταν από τον ίδιο το συνθέτη.

Το 1962 έγινε soundtrack της ταινίας "Les Amants de Teruel" με γαλλικούς στίχους και μια συγκλονιστική ερμηνεία από την Εντίθ Πιαφ.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Κλείτος Κύρου, Όταν στους δρόμους

Όταν στους δρόμους

Όταν στους δρόμους βροντούσαν τα τύμπανα
Οι επιστροφές σκοτώναν τις ελπίδες


Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι
Και προχωρώ
Εσύ και δυο άστρα που επιζήσαν
Οι μόνοι μου συνοδοί
Τα σχέδια που δεν πρόφτασα να χαράξω
Κι οι φαντασίες του σύννεφου στο ηλιοβασίλεμα
Σημαδεύουν την αρνητική πορεία
Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο
Και ν' αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες
Αυτοί που μας αγάπησαν πεθάναν πριν μας μισήσουν
Αυτούς που θ΄αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική


Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ
Έφηβοι δεν κλάψαμε
Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο
Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε


Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες
Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ' τις σχισμές των ματιών σου
Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους διάβασα στα βιβλία
Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και με διάκριση τόση
Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα άλλοι αφανίστηκαν από σιβυλλικές ασθένειες άλλοι δολοφονήθηκαν
Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς
Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση
Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές
Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός γυρισμού
Κι όμως δεν αντιστέκεται αποκτά συνήθειες
Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες
Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση
Και τέλος φεύγει από κοντά μας


Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα
Θα ξεριζώσω τη φωνή μου
Και θ' αγαπήσω δυο φορές το σχήμα της σιωπής σου

Από τη συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο (1957) του Κλείτου Κύρου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Κλείτος Κύρου

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 7 (Αρχαίο γένος των ρούχων...)

Κατάλογοι. 7 - Νημιωμένα όλα (απόσπασμα)

Αρχαίο γένος των ρούχων.

Φύλα κατακτητικά
φύλα περήφανα
νέα φύλα.
Φυλές αυθάδεις
συνεπαρμένες από την τιμή
την αφθαρσία τους.

Έρχονται στίφη.
Παραλλαγές χρωμάτων. Υφάνσεις ανεμίζουν.
Φτερουγίσματα κελαηδίσματα πτυχώσεων.
Αφθονία ραμμένων υδάτων
γαζωμένων αχτίνων. Χωρίς συστολή.
Κατέρχονται ορδές
εν στολή. Φέρνουν
τον πολιτισμό τής κλωστής. Κοσμόραμα
από ίνες. Το ινόπνευμα.
Ινοποσία και ινοπλασία.
Θρησκεία των πλέξεων.
Σ' αυτήν επενδύουν.

Επέρχονται πεισματικά και νικηφόρα.
Αναμένονται κι αιφνιδιάζουν. Είναι
τα ίδια και δεν μοιάζουν. Αδιάντροποι
εχθροί τής ντροπής. Ενδοστρεφή δείχνουν μόνον
για να κρύψουν. Επιδεικνύονται κι ανταποκρίνονται
σ' ένα αίσχος ανένδυμης φυλής που τα επανινώνει
ινονίως. Φύλα νημιώδη. Εισβάλλουν
με τα πλήθη τού νημάτινου θριάμβου και τότε
ω τότε. Αυτό που δεν μπορεί
καμία έμπνευση να ερμηνεύσει
καμία ερμηνεία να εμπνεύσει. Τότε
ω τότε παραδίδονται. Ναι
κατακτούν επικρατούν
ναι κι όμως
παραδίδονται. Εισβολείς δαφνοφόροι
εισβολείς τροπαιούχοι μένουν
άποικοι. Ω χωρίς κράτος κραταιοί. Κατέχονται
οι κάτοχοι. Και κρέμονται
αραδιασμένα στις αγχόνες, στις εκκρεμείς τους
συνοικίες. Και χρησιμοποιούνται
κι αχρηστεύονται. Πλυμένα λερωμένα
ασιδέρωτα ριγμένα
στη ράχη μιας καρέκλας
στο κρεβάτι χωρίς φως στο πάτωμα επαναληπτικά αρπάζονται
επαναληπτικά φοριούνται. Και παλιώνουν
και λιώνουν ενώ υπερέχουν
εκθειάζονται και λατρεύονται. Θεοί από ίνες.
Θεοί εφέστιοι θωπείας προστασίας
φιλαρέσκειας. Κατοικίδιοι θεοί κλειδωμένοι
σε δρύινους πολύφυλλους βωμούς. Θεοί διαθέσιμοι
σε συρτάρια ξαπλωμένοι μ' αρώματα. Μαγνητίζουν.
Με δέος
αγγίζονται. Η αφή δεν αντιστέκεται
στη θέα τους, τρέμει στην επαφή τους, ερωτευμένη
ανυπομονεί, χωρίς αυτά λιμοκτονεί, στην κατοχή τους
επαφίεται. Επιρρεπής στην ύλη
ενδίδει πρώτη. Με ρίγος
τα παίρνει, τα νιώθει με έξαψη. Το βλέμμα
την εχθρεύεται. Για μένα, λέει, προορίζονται, εγώ
είμαι η κατάληξή τους, αφήστε τα
να τα ενοφθαλμίσω, τα ρούχα
είναι η κατάληξή μου.
Το άλλο σώμα συναγείρεται. Αυτό,
λέει, το υγρό το πλατύ
το μετάξι εμένα
με κάθε κίνησή μου γλείφει, εμένα
με κάθε σύσπασή του επαναφέρει στην ζωή. Με δέχεται
ολοκληρωτικά αυτό το μάλλινο, με συναρπάζει
η αποδοχή του, με υποδέχεται
με συνεπαίρνει το βαμβακερό, σ' εμένα
ανήκει, εγώ εγώ
το κρατώ το κατέχω το έχω, με σφίγγει
αυτή η βατίστα με θέλει
με θέλγει, κι αυτός ο λινός που δένει και λύνει κορμός
το κορμί μου, χωρίς δεν υπάρχει εμένα, μ' εμένα
ανασαίνουν οι υφάνσεις, όχι δεν υποφέρουν από μένα, έχουν
σ' εμένα τη σκηνή τους, εγώ είμαι η κιβωτός τους,
το σχήμα τους είμαι εγώ, είμαι το σώμα και το ξέρουν,
για μένα έρχονται
για μένα πάντα έχουν έρθει,
το βλέμμα η αφή ναι προηγούνται
αλλά
εγώ
ηγούμαι.

...

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5 - 8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Δημήτρης Δημητριάδης

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Πάνος Θεοδωρίδης, Προσπέκτους

Προσπέκτους

Βαλκανικοί στρατοί στο παράθυρο
με βαριές μελωδίες διασχίζουν τα ποτάμια∙
κάπου τα ξέρω όλα αυτά κάπου τα θυμάμαι:
την ανόητη προσήλωση στα βουνά
τις διαλέκτους αργά το βράδυ στα στρατόπεδα
το ξένο αίμα και την ξένη φωνή
τον ήλιο στη Μακεδονία. Τώρα
στριφογυρίζω με σαθρές δικαιολογίες
στο Δεμίρ καπού
συμμετρικά επισκοπώ τις διαβάσεις στο Πάικο
την ομίχλη στο Βαρδάρη
περιμένω να γυρίσει ο καιρός με άνοιγμα στα βόρεια
να ταξιδέψω υστερικά στην πατρίδα
κομμένος στη μέση δεμένος με τα βουνά
κάπου τα ξέρω αυτά
κάπου.

Από τη συλλογή Προσπέκτους (1977)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Πάνος Θεοδωρίδης

Χρίστος Λάσκαρης, Άπνοια

Άπνοια

Η άπνοια
είναι μια λέξη τρομερή.
Φοβίζει τα καράβια
και ρίχνει σε μελαγχολία το παιδί
που το χαρταετό του να σηκώσει δε μπορεί
και κλαίει.
Μια λέξη
που δυσκολεύει την αναπνοή
και απειλεί με θάνατο.
Που τον πνιγμό της
μόνο το αθώο ψάρι ζει
κι ο ποιητής∙
το πιο συχνό της θύμα.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006)

Κώστας Ριζάκης, Ανατόμος τού αίματος

Ανατόμος τού αίματος

επιμένω ανατόμος τού αίματος
- στα γραφεία δε γράφεται η ποίηση -
καταφεύγω σερνάμενος πάντοτε
μια φολίδα ιριδίζουσα μέσα σας

'τι δε μου 'μεινε σάρκα
δε μου 'μεινε πρόσωπο
μόνο ψέματα ψέματα ψέματα
(την αλήθεια στα ποιήματα έμαθα)

σιντριβάνι να ρέουν τα πράγματα
- πιες νερό το νερό να διψάσεις -
να σε βρουν τα χαράματα νύχτα μου
απαλή σαν το χιόνι την πίκρα μου
σαν φολίδας ανάμνηση πίσω μου

πιο χνουδάτο σκοτάδι στο φως

Από τη συλλογή Ο κυρίως ναός (2006)

Τάσος Δενέγρης, Η άλλη εκδοχή


Η άλλη εκδοχή

Τον Καζανόβα σκέφτηκα
Γέροντα πια
Να τρέχει στο συσσίτιο.
Τα πάλαι ποτέ
Πουδραρισμένα μαλλιά του
Τα παίρνει ο άνεμος.

Την φήμη του μέχρις εμάς
Αυτός δεν την γνωρίζει
Κι ούτε καμιά δεν νιώθει ευχαρίστηση
Απ' την παλιά ζωή του.

Κι απ' τη ζωή του των βιβλίων
Γιατί βιαστήκαμε να βγάλουμε συμπέρασμα;
Εγώ τον βλέπω να σκουπίζει με ψωμί την καραβάνα
Κι είναι κι αξούριστος
Σ' ένα τοπίο Ζάγκρεμπ ή Τεργέστη
Με συννεφιά.

Κι όσο γι' αυτά που λέτε
Τις ιστορίες για τον Καζανόβα
Εγώ δεν ξέρω.

23 Ιανουαρίου 1980

Από τη συλλογή Ακαριαία (1985)

Translatum: Favourite Poetry - Τάσος Δενέγρης

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Τάσος Δενέγρης, Ο θάνατος στην πλατεία

Καλό ταξίδι, Τάσο Δενέγρη!

Ο θάνατος στην πλατεία


Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις τον θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
Έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη
Κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι
Κι αναπηρικό σήμα στο πέτο
Μόλις καταλάβει πως κανείς
Ίσως κανείς τον υποπτεύτηκε
Μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα.

Τώρα βλέπω πώς δημιουργήθηκαν τα μνημόσυνα κι οι προβλέψεις
Τα κοινά τροπάρια και τα ωράρια
Οι ευκατάστατοι κι οι δειλοί
Οι συνήθειες η ανοχή τα μπορντέλα
Γι' αυτό κανείς
Δεν μπορεί να διακρίνει
Τον θάνατο
Στην Πλατεία Κάνιγγος στις 11 το πρωί.

Εγώ πρόλαβα και την τελευταία μεταμόρφωση
Έχει ντυθεί πωλητής κι έχει μπροστά του
Ένα τραπέζι
Με κόκκινους ανεμόμυλους
Που περνούν δαιμονισμένα
Όταν σηκωθεί μικρός άνεμος.

Σ' αυτή την παράξενη χαρά
Σ' αυτή την κατάσταση που τα νεύρα δεν υπακούουν το μυαλό
Κι η μνήμη εξαρθρώνεται και περπατάει ελεύθερη
Σαλτιμπάγκος σ' εναέρια κόλπα
Σ' αυτήν την παράλογη χαρά
Με το σώμα νικημένο από τον ίδιο
Παντοδύναμο κι αυτοτελές
Μπορείς να δεις καθαρά στις υγρές φυλακές τής ερημιάς τής γυναίκας
Να συλλάβεις τους σπονδύλους τού ρυθμού
Και να πιάσεις τον θάνατο
Ανήμπορο και δειλό
Ν' αποφεύγει την σύγκρουση.

27 Ιανουαρίου 1966

Από τη συλλογή Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος (1975)

Translatum: Favourite Poetry - Τάσος Δενέγρης

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Βύρων Λεοντάρης, Άνθρωποι

[Από την ενότητα Παλιοί κήποι]

Άνθρωποι

... και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.


Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ' άδεια λατομεία,
όπου η βροχή τής χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν' αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας - κλειδί των φεγγαριών.

Τη νύχτα αναζητήσαμε - κι αυτή μας πλημμυρά,
ποθήσαμε τη σιωπή - μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε - κι εκείνα τη χαρά
και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:

Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
δε μας πλανεύει τ' όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε - κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη - κι εκείνη στα παιδιά της.

Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε∙ ήμασταν άνθρωποι πολύ,
άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006]

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Κι όσο βραδιάζει

Κι όσο βραδιάζει

Κι όσο βραδιάζει
το θάμπος χαμηλώνει
και η δόξα τού φαλλού
ζωγραφίζει την απειλή τού αύριο,
άλλο τόσο θα επιζητάς
αποχρώσεις ηδονής.
Στα πέτρινα χέρια τού Χρόνου
η πάλη τής σάρκας ανελέητη,
ανήμπορη ν' αντισταθεί
και η παραδοχή τής ήττας της
αναπόφευκτη, μοιραία.
Όπως ο θάνατος
.

Δευτέρα 30 Ιούλη 2007
ώρα 7 το απόγευμα

Από τη συλλογή Αποικία κοχυλιών (2008)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Το πλάσμα

Το πλάσμα

Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μέσ' απ' το σώμα σου
και ποιο γαλήνιο τοπίο σε δέχεται μες στα νερά του
μαδώντας ένα τριαντάφυλλο το χέρι πέρασε
δοσμένο στην πιο μυστική ώρα, όταν γυμνώνεσαι ολότελα
και πέφτεις σαν τον λαχταριστό καρπό στην υγρή χλόη

Τι ώρα είναι αυτή που όλη σου η ζωή αθροίζεται
στον κανονικό χτύπο της καρδιάς, κάτω απ' το απλωμένο υφάδι
ανάμεσα στα λυμένα μαλλιά και στον ασημένιο σταυρό σου
κοιμάσαι πάνω στα πεθαμένα φιλιά του, κομμένα στο μάρμαρο
από το στόμα του προς τη ρευστή καθάρια μνήμη

Η ώρα η καλή που τα δάκρυ κυλούν πανικόβλητα
μπερδεύονται αιχμάλωτα στην ουσία της μοίρας σου
χαμένος στην υπόθεσή του, σχεδόν ανεμπόδιστος
για οποιαδήποτε πίστη

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Χρίστος Λάσκαρης, Χαμένη οριστικά

Χαμένη οριστικά

Τι μπορεί να την ξαναφέρει.
Ούτε ο άνεμος
ούτε τα όνειρα.

Δεν θα ξαναπερπατήσει μες στα ποιήματα.
Κι οι στίχοι θα συνεχίζουν να χτυπιούνται άδειοι.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006)

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Κρυονίκη

Κρυονίκη

Ξάφνου
τα παράτησα όλα
φουσκώματα χυμών, μονόπετρα
και τη βυσσινιά αναστάτωση του κοινού
από τους δεξιοτεχνισμούς τού πάθους.
Είδα το κεφάλι σου σκυφτό, λυπημένο
και κατέφυγα στο ποίημα
στην υιοθέτηση των αναγκαίων γλωσσικών αλλοιώσεων
για τη διατήρηση της ψυχρότητας∙
μέχρι να πάω σπίτι
να βγάλω το κεφάλι σου από την τσάντα μου
καυτά πολύ καυτά φιλιά να το γεμίσω.

Από τη συλλογή Δικαίωμα προσδοκίας (2008)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Απόστολος Λυκεσάς, Μνήμη

Μνήμη

Οι φαμελίτες μας
ορμητικοί καταρράκτες ξεχύθηκαν απ' το Βέρμιο
φορτωμένοι τη θλίψη που τους κληροδότησαν οι πρόγονοι.
Κεραμοπλάστες τούς έσπειραν
«Εδώ να ζήσετε» ορμήνεψαν
«καλό το χώμα να σας χωνέψει ο θάνατος
πάρτε το απόφαση, αγόγγυστα, χαθείτε στις καστανοξιές,
ταΐστε αγρίμια.

Αυτά, με τον αψίκορο βίο τους μες στην αβεβαιότητα
παίζοντας με τα κόκαλά σας θα μάθουν κυνήγι στα παιδιά τους
όπως τα παιδιά σας, θα μάθουν να παίζουν με τα κότσια τους.
Βαριά η ευθύνη.»

Από τότε φρυγανίζεται το αίμα μας στις ματαιοδοξίες
τυχαίνει όμως κάποτε, καθώς ο άνεμος κυκλώνει τις ζωές μας,
το ματοτσίνορο του πεθαμένου πατέρα να μπαίνει στο μάτι μας
κι ενώ αυτό θολώνει
-μια φορά στον αιώνα είναι καλά, και δυο όμως μπορεί να τύχει-
ψηλά το κεφάλι σηκώνουμε
και το σαγόνι μπήγουμε, κυπαρίσσι στα σύνορα,
σφραγίδα στο διαβατήριο.

Από τη συλλογή Μότορσιπ «Προσκρούστης» (2008)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Απόστολος Λυκεσάς

Βύρων Λεοντάρης, Μονάχα αντίο

Μονάχα αντίο

Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,
γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος.
Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,
όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ' άστρα και γελούν
μακριά οι χαρούμενες επιγραφές τής ευτυχίας...

Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,
γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,
γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,
μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας, που θρυμματίζει καρδιές,
ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,
ξεριζώνει τα δέντρα,
κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,
ισοπεδώνει τις κραυγές τής άνοιξης, τους ουρανούς, τα όνειρα και τ' αρώματα,
είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,
το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια τής κακίας,
είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου
- κι οι αποδημητικές επιθυμίες τού σώματός σου...
Ποιος σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;

Γι' αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μια άβυσσος».
Κοίταξε τι απλός, τι καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».

Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957)

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί

Η σιωπή που ακολουθεί

Όχι μόνο τ' αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.

Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή τού δάσους,
η σιωπή τού αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυο στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η «ενός λεπτού σιγή»,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957)

Χρίστος Λάσκαρης, Για σένα γράφω

Για σένα γράφω

Μόνο για σένα γράφω.
Ποιος άλλος θα ένιωθε αυτούς τους στίχους.
Εσύ με την κοφτερή μοναξιά,
μπορείς μέσα τους να αισθανθείς
το παιδικό μας γέλιο ή το παράπονο
την πληγή
που κανένας καιρός δεν κλείνει.
Μόνο εσύ μού μοιάζεις.
Πιάνεσαι σαν το πουλί στα ξόβεργα
και σπαρταράς.
Για σένα γράφω.
Αν απουσίαζες
δεν θα υπήρχα.
Όσο ζεις
δε μ' αφήνεις να πεθάνω.
Ξυπνάω το πρωί
και σ' ακούω μέσα μου ν' αναστενάζεις
με το ίδιο πάθος.
Ξυπνάω το πρωί
και είμαι ό,τι είσαι:
ένας καημός,
ή ένα ξεχασμένο τραγούδι.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006)

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μιχάλης Κατσαρός, Την εικόνα σου (με τον Νίκο Ξυλούρη)

Καθήλωσε τη χώρα η είδηση του θανάτου του Νίκου Ξυλούρη πριν από 29 χρόνια. Ο λεβέντης απ' την Κρήτη, προτού προφτάσει να κλείσει τα 44 του χρόνια, μάς άφησε να βρούμε μονάχοι μας την «κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ειρήνη μπερδεμένη» κι ούτε που καταφέραμε ποτέ να την ξεμπλέξουμε «σ' αυτόν τον κόσμο τον καλό» γιατί χωρίς αυτόν ήμασταν πια πιο φτωχοί, πιο αδύναμοι, πιο μίζεροι.

Έφυγες νωρίς, Νίκο Ξυλούρη, και το μόνο που μπορούμε σίγουρα να κάνουμε για σένα είναι να κοιτάμε «Την εικόνα σου» και να χαιρόμαστε τα «χρώματα κι αρώματα» της φωνής σου - και να σε θυμόμαστε...



Την εικόνα σου (Χρώματα κι αρώματα)

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος
Δεύτερη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Την εικόνα σου σεβάστηκα
στη φλόγα δεν εκράτησα,
την εικόνα την καλή
θα σου φέρω μιαν αυγή.

Χρώματα, χρώματα
άσε τα καμώματα
χρώματα, χρώματα
χρώματα κι αρώματα.

Την εικόνα σου σεβάστηκα
και κράτησα
και τα χέρια μου θα ενώσω
πριν στη ζητιανιά τη δώσω.

Χρώματα, χρώματα
χρώματα κι αρώματα
χρώματα, χρώματα
άσε τα καμώματα.

Από το δίσκο Τα τραγούδια τού νέου πατέρα (1972)

Χριστόδουλος Χάλαρης & Γιάννης Κακουλίδης, Του θάνατου παράγγειλα


Του θάνατου παράγγειλα

Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης & Χρύσανθος (Θεοδωρίδης)

Του θάνατου παράγγειλα
Του χάρου παραγγέλνω
Ανάθεμά σε χάροντα
Και μια κατάρα στέλνω
Και λέω της χαρόντισσας
Στα χαροπαίδια λέω

Ρούχο 'χω πράσινο, είναι αφόρεγο
Φορώ το και γελώ σε
Άρτος στο χέρι μου, είναι επτάζυμος
Τρώγω τον και θωρώ σε

Και λέω τις χαρόντισσας
Στα χαροπαίδια λέω
Ανάθεμά σας όφιδες
Και άλλο πια δεν κλαίω
Του θάνατου παράγγειλα
Του χάρου παραγγέλνω
Ανάθεμά σε χάροντα
Και μια κατάρα στέλνω

Σταύρος Ξαρχάκος & Γιώργος Ζερβουλάκος, Κόκκινη κλωστή δεμένη (με τον Νίκο Ξυλούρη)


Κόκκινη κλωστή δεμένη

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Γιώργος Ζερβουλάκος
Πρώτη εκτέλεση: Τζένη Καρέζη
Δεύτερη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ειρήνη μπερδεμένη
δώσε κλότσο να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινήσει

Η αγάπη κι η ομόνοια
κάτω σπάθες και κανόνια
κατεβήκανε μια μέρα
στο Λιτόχωρο πιο πέρα

Παραμύθι, παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι
βόηθησε κι εσύ να γένει
όλη η γης αγαπημένη

Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ειρήνη μπερδεμένη
δώσε κλότσο να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινήσει

Αθηναίοι και Μανιάτες
αγκαλιά στήθια και πλάτες
κάνουν έρωτα σαν πρώτα
στην Πεντέλη στον Ευρώτα

Παραμύθι, παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι
βόηθησε κι εσύ να γένει
όλη η γης αγαπημένη

Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ειρήνη μπερδεμένη
δώσε κλότσο να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινήσει

Ο παππούς δουλειά στ' αμπέλι
ρόγες, ήλιος, κοκκινέλι
στο κοπέλι αλληθωρίζει
και τον χάρο φοβερίζει

Παραμύθι, παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι
βόηθησε κι εσύ να γένει
όλη η γης αγαπημένη

Σταύρος Ξαρχάκος & Βασίλης Ανδρεόπουλος, Αυτόν τον κόσμο τον καλό


Αυτόν τον κόσμο τον καλό

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Βασίλης Ανδρεόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
τον χιλιομπαλωμένο
βρε, ράβε ξήλωνε, ράβε ξήλωνε
δουλειά, δουλειά, δουλειά να μη σου λείπει.

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον είχαν πρώτα
γέλα, φίλε μου, γέλα, φίλε μου
δεν είναι, δεν είναι, δεν είναι και για λύπη.

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
σ' εμάς τον παραδώσανε
τρέχα, φίλε μου, τρέχα φίλε μου
και μη, και μη, και μη βαριά τον παίρνεις.

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον καρτεράνε
σκέψου, φίλε μου, σκέψου, φίλε μου
την ώρα, την ώρα, την ώρα, που θα φεύγεις.

Από το δίσκο Διόνυσε καλοκαίρι μας (1972) τού Σταύρου Ξαρχάκου με ερμηνευτές τον Νίκο Ξυλούρη και την Αφροδίτη Μάνου

Το πασίγνωστο «Αυτόν τον κόσμο τον καλό» γράφτηκε για το θεατρικό έργο του Βασίλη Ανδρεόπουλου «Έι! Νοικοκυραίοι» που ανέβηκε στο θέατρο «Όρβο» από το θίασο του Στέφανου Ληναίου και της Έλλης Φωτίου. [Πηγή: vinylmaniac.madblog.gr]

Γιάννης Ρίτσος & Χρήστος Λεοντής, Το καπνισμένο τσουκάλι


Το καπνισμένο τσουκάλι

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από την ομώνυμη συλλογή τού 1974)
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης, Τάνια Τσανακλίδου, Βασίλης Μπάρνης
Ποιήματα διαβάζει ο ίδιος ο ποιητής.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1975.

Το 134ο τεύχος του περιοδικού ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ (παρουσίαση) - Θεσσαλονίκη, 9 Φεβρουαρίου 2009

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009 20:00
IANOS Αριστοτέλους 7

Συζήτηση / Ομιλία / Διάλεξη

Ο Σύλλογος Φιλολόγων της Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. και τα Βιβλιοπωλεία IANOS παρουσιάζουν το 134ο τεύχος του περιοδικού ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ, που είναι αφιερωμένο στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.

Μιλούν οι καθηγητές Πανεπιστημίου Στέλλα Δρούγου, Σπύρος Σφέτας, Χρίστος Τσολάκης.

Πηγή: ianos.gr

Γιώργος Θέμελης, Οδοιπόροι

[Από την ενότητα Σημεία και σύμβολα]

Οδοιπόροι

Όταν περνώ τον εαυτό μου,
Σαν μέσα σ' ένα άλλο ένδυμα,
Βγάζοντας τα καθημερινά κουρέλια,
Το φως
Ανατέλλει και δύει στο πρόσωπό μας.

Η τύχη του κρέμεται μετέωρη,
Σαν από κάποιον ήλιο δικό μας.

Λέμε το φως ημέρα, το σκότος νύχτα,
Μοιράζουμε ονόματα: άστρα, φυτά και ζώα.

Είμαστε δίχως τάφο και πατρίδα,
Σαν τους πλανόδιους μουσικούς.
Τραγουδούμε, χορεύουμε, παίζουμε όργανα.

Η μουσική μας είναι η ομιλία μας, ο έρωτας το μυστικό μας.

Οδοιπορείτε, ακούραστοι οδοιπόροι, μιλάτε.
Τι στοιχίζει μια λέξη ακόμα, ένα όνομα.
Ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Γιάννης Βαρβέρης, Της γιαγιάς

Της γιαγιάς

Σοβαρός άνθρωπος να γράφει ποιήματα
για τη γιαγιά του;
Όμως, κι ας έχει φύγει τώρα είκοσι χρόνια
εμένα με βοηθάει να θυμηθώ
πως άλλοτε θυμόμουν μυρωδιές
κινήσεις φράσεις της και τα φορέματά της
κι ότι έβαζα σημάδια στο μυαλό
για κάθε τι δικό της.
Έτσι έλεγχα τη μνήμη κάθε τόσο
νομίζοντας πως αν θυμόμουν
αγαπούσα.

Τώρα θυμάμαι μόνο πως θυμόμουνα.
Αγωνιζόμουνα να συνεχίσω να την αγαπώ.
Κι άρα τα πρώτα χρόνια
έστω λιγότερο
την αγαπούσα.

Όπως την αγαπούσατε κι εσείς.
Όπως τους αγαπούσατε κι εσείς∙
πριν γίνει λίγο λίγο μόνη αγάπη μας
η πίκρα
όταν δεν σκεπτόμαστε
πως πάει
δεν αγαπάμε πια.

Από τη συλλογή Πιάνο βυθού (1991)

Translatum: Favourite Poetry - Γιάννης Βαρβέρης

Κατερίνα Γώγου, Άτιτλο (Κοίτα πώς χάνονται οι δρόμοι...)

1

Κοίτα πώς χάνονται οι δρόμοι
μες στους ανθρώπους...
τα περίπτερα πώς κρυώνουνε
απ' τις βρεμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πώς τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος τής θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δυο χρόνια που βρήκες λεφτά
πώς να τα ζητήσεις
πώς τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ τής καρέκλας...

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980)

Translatum: Favourite Poetry - Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Αντώνης Φωστιέρης, Καλόν εντάφιον η ποίηση

Καλόν εντάφιον η ποίηση

Στους προσφιλείς νεκρούς η Ποίηση κάνει λαμπρή κηδεία.
Μ' επισημότητα και μ' αίγλη μυθική
Βαθιά τούς θάβει. Χαιρετάει με μουσική
Τους ρίχνει στέφανα, μια πλάκα κρύα,

Πίσω των στίχων η ατέλειωτη πομπή
Κι απάνω μια επιτύμβια Ιστορία.

Αγγέλων χούφτες τούς σφραγίζουν τη σιωπή
Μέχρι τη Δεύτερή τους Παρουσία
Που με συντρίμμια την ταφόπλακα οι νεκροί
Το νοτισμένο θα κινήσουνε κορμί

Κάποιες ασύνορες αφήνοντας πατρίδες
Ωριμασμένη να μας δρέψουν τη ζωή.

Αναστημένες οι νεκρές μας οι ελπίδες
Με νέα δύναμη γιγάντια, νέα ορμή,
Τα χέρια γύρω απ' το λαιμό μας θα τυλίξουν.

Εκδικητές, τυραννοκτόνοι, να μας πνίξουν.

Από τη συλλογή Το μεγάλο ταξίδι (1971)

Translatum: Favourite Poetry - Αντώνης Φωστιέρης

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Η μετάφραση

Η μετάφραση

Τους στίχους που δεν έθρεψε η αγρύπνια μου,
Τους ατυχείς ή τους ουδέποτε γεννηθέντες,
Θα τους φορέσω απόψε έναν-έναν,
Πουκάμισο, πουλόβερ και παλτό,
Και θα βγω έξω, να ψαρεύω το φεγγάρι.
Με τέτοιο κρύο και να φιλοξενούνε οι καλαμιές
Ένα αηδόνι!
Οι λάμες της αστροφεγγιάς δεν το σκοτώνουν
Μα λέει, θεέ μου, κάτι τραγούδια στη γλώσσα του
Που όλο μου το σώμα μεταφράζει
Τρέμοντας κάτω απ' τα βαριά μου ρούχα.

Από τη συλλογή Λιμός (2007) της Δήμητρας Χριστοδούλου

Translatum: Favourite Poetry / Δήμητρα Χριστοδούλου

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Το γραμμένο

Το γραμμένο

Κάνουν λάθος
όταν η ταραχή ή η βιασύνη τους
σχηματίζει άλλους αριθμούς απ' ό,τι τα εξασκημένα δάχτυλα.
Όταν εμπιστεύονται τον ύπνο τους
πλάι σε στόματα ανοιχτά που ξεφυσούν
το χθεσινό καπνό μιας άφαντης φωτιάς.
Κάνουν λάθος όταν μετρούν τα λάθη τους
και τα βρίσκουνε λειψά.
Όμως, το πιο μεγάλο λάθος διαπράξανε
(και τώρα τους πονάει φρικτά
σαν μια τομή φρεσκοραμμένη δύο ημερών
που το παραμικρό γελάκι ή ο τυχαίος βήχας
την τεντώσανε στα άκρα)
όταν απ' την αρχή μέσα στον κόσμο
διακρίνανε
κι αμέσως αγαπήσαν, οι σαλοί, όσους
τους έμελλε ν' αγαπηθούν και τίποτ' άλλο.

Από τη συλλογή Δικαίωμα προσδοκίας (2008)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Νίκος Γκάτσος, Αμοργός (Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά...)

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα
Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια
Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιών που σαλεύουν
Μόνο ν' ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκλησιών με το μεράκι τού αποσπερίτη
Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Και τότε θα 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.

[...]

Από τη συλλογή Αμοργός (1943) του Νίκου Γκάτσου

Γιάννης Ποδιναράς, Ένα πράσινο θολό

[Μέρος Α']

Ένα πράσινο θολό

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που 'φυγε
διωγμένος απ' το περιβόλι του
να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.
Στο καπνό τού τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ' αγγόνια του στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε θ' αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ' αντέξει
το σιδερένιο νήμα τής λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση του εφήμερου
Το κτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ' αγγόνια μου.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»

Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς