Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Με κατάνυξη

Με κατάνυξη

Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος∙
να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλοτσάς.

Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Ντίνος Χριστιανόπουλος

Γιώργος Θέμελης, Αναζήτηση

[Από την ενότητα Κινήσεις]

Αναζήτηση

Δεν θ' ακουστούν τα βήματά μας σε συνάντηση.

Σα νάχουμε χάσει τον εαυτό μας και τον γυρεύουμε
Σε δρόμους που περάσαμε, σε κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Σα να γυρίζουμε απ' έξω κι ανάβουμε το φως
Και μιλούμε, όπως μιλούσαμε, βηματίζουμε,
Ή στεκόμαστε ν' αφουγκραστούμε κάποιο θόρυβο.

Είμαστε θόρυβοι και θορυβούμε.
Είμαστε μικρά φτερά και χτυπούμε στον άνεμο.

Αγγίζουμε ο ένας τον άλλο και σωπαίνουμε ώρα πολλή
Σκύβοντας μέσα στα πρόσωπά μας να γνωριστούμε.

Η γνωριμία μας είναι μια μυστική υπόθεση που δεν τελειώνει.

Έρχεται σιγά σιγά ο ύπνος και μας τυλίγει.

Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε, τα πράγματα που αγγίξαμε,
Φυσιογνωμίες, συναπαντήματα, χαμένες αστραπές,
Η γη που σπιθοβολούσε στην καρδιά μας,
Μπαίνουν μες στη γυμνή ψυχή μας, τη μοιράζονται.

Δεν ξέρω, αν είναι ο άνεμος που σηκώσαμε,
Που τον γεμίσαμε με τη μικρή βοή μας και μας θρηνεί
Στους δρόμους που περάσαμε, στις κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Δεν ξέρω αν είναι χιόνι που έρχεται να μας σκεπάση.

(Πού θα βρεθούμε το πρωί, σαν θα σημάνουν οι καμπάνες).

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Γιώργος Θέμελης, Είπα ν' αφήσω...

Είπα ν' αφήσω...

Είπα ν' αφήσω αυτό το πεθαμένο σπίτι
Να πάω να κατοικήσω επάνω στη θάλασσα
Σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές
Εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες

Το παράθυρο μένει γυμνό μέσα στη νύχτα
Όλα τα τζάμια έχουν πέσει
Κομμάτια από γυαλί πάνω στη σκόνη

Και μένω κι αγωνίζομαι να βρω τη σκιά μου
Ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο

Από τη συλλογή Γυμνό παράθυρο (1945)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ακροτελεύτιος ύμνος (απόσπασμα)

[Από την Έβδομη ραψωδία]

Ακροτελεύτιος ύμνος

...

Φεγγοβολή τού ελληνικού ουρανού
Πού κούρσευες τις ματωμένες πεδιάδες κάνοντας τρία βήματα κ' ένα μεγάλο τέταρτο
Περπάτησε και πάλι, κάνε το πέμπτο και γίνου θάλασσα
Πνίξε τα σάπια καράβια και τα τέρατα και μπήξε μια φωτιά
Που να πάη ντουμάνι, να καπνίση ο θάνατος να σκάση ο μαύρος ήσκιος
Και μπήξε μια φωνή και κράξε απ' τις πέντε ηπείρους του καιρού τους πεθαμένους
Ναρθούν και να ζεστάνουν τα χέρια τους, να πιουν καπνό και να μιλήσουν όπως μιλούσαν
Απλά σταράτα με την καρδιά και με τα γένια τους
Κι ύστερα να μας πάρουν στα χέρια και να μας φιλήσουν
Να μας πουν την αγάπη και την περηφάνια, τον ύπνο και την ομορφιά
Να μας μάθουν πώς χτίζουν πώς σπέρνουνε παιδιά
Πώς πελεκούν το μάρμαρο για να πάρη μιλιά κι αγέρα
Πώς ανεβαίνουν στον ουρανό κι αγναντεύουν τον κόσμο

Κ' ύστερα να σύρουν τις γυναίκες τους μες στα φαρδιά τους φορέματα
Για να μας γεννήσουν άλλη μια φορά μες σε βαθιά κρεβάτια

Αληθινούς

Από τη συλλογή Ο γυρισμός (1948)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Χώμα

Χώμα

Τα φτερά με τρομάζουν

Αγαπώ το απαλό χώμα
Τη ζεστή σκόνη της κάθε ημέρας
Περπατεί μέσα στον άνεμο
Μάς μαθαίνει να βλέπουμε τους ήσκιους των άστρων
Τα κλαδιά και τα μάτια που μας περίμεναν

Ένα περιστέρι εμπιστεμένο στον κόρφο του ήλιου
Φύλλο που αφέθηκε σαν ένα φτερό
Νερό που τρέχει
Εγκάρδιος ουρανός
Η τρυφερότητα της γης

Ποιος ξέρει
Γλήγορα γλυστρούμε απ' τον κόρφο τ' ουρανού
Από βυθό σε βυθό
Πιο κάτω από τα ζώα
Μέσα στη νύχτα

Ξεχάσαμε και δεν το ξέρουμε
Η καρδιά μάς ξεπερνά
Θάλασσα φορτωμένη ανάστροφο ύψος
Έρωτα των αγγέλων

Ποιος μπορεί να σταθή στην ακτή και στον άνεμο
Στην ίσια γραμμή π' ανοίγεται το ταξίδι

Από τη συλλογή Γυμνό παράθυρο (1945)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ερημία

[Από την ενότητα Κινήσεις]

Ερημία

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ' όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ' τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ' τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Επίλογος (από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»)

Επίλογος

Τρία πουλιά λαλούσαν ψηλά στον ουρανό
ΔΗΜΟΤΙΚΟ


Έρχονται νύχτες,
Που βιάζονται
Να γεννήσουν.

Έρχονται μέρες,
Που θέλουν ν' αλλάξουν,
Και να φορέσουν
Αιώνες.

Από το ποίημα Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Κυοφορία

[Από την ενότητα Κάτω απ' τους αγγέλους]

Κυοφορία

Δε μιλώ γι' αυτό που είναι
Μιλώ γι' αυτό που γίνεται
Για κείνο που έρχεται

Τραγουδώ για να παίρνω ανάσα
Για ν' ακούω την πολλαπλή φωνή μου

Εξάσκηση πουλιού

Αγαπώ τ' ανυπόμονα κλειδωμένα χείλη
Τους κύκλους που γράφουν τα ποτάμια
Τους ήχους των πεδιάδων
Κ' ένα άγνωστο άρωμα που τρυπάει το γυαλί
Ανοίγοντας ρωγμές απόκρυφες
Με διαστάσεις αθανασίας

Δεν ακούω τα πουλιά να πετούν σ' έναν άδειο αιώνα

Ένας αιώνας είναι μια άρπα
Κ' η ρόδα του ήλιου πάει μπροστά
Ανάμεσα στους αριθμούς και τα όντα

Ακούω μια καινούργια βοή
Στ' άσπρα κοπάδια των πρόσφατων τάφων

Χίλια λουλούδια κοιμούνται θαμένα
Κάτω απ' τα φύλλα του τρυφερού
Τα λουλούδια που ονειρεύομαι

Η φωτιά κηρύχνει την έλευση
Καίοντας σαν καλοκαιρινή πομπή
Μια στοίβα από νεκρούς

Διαβαίνω το κατώφλι της στάχτης
Καλημερίζω τα δέντρα που γέρνουν
Από καρδιές και μητρικά χαμόγελα

Πέρα απ' το χώμα που διψάει
Κι από τους ελαφρούς ορίζοντες
Τους πόθους που περνούν στις άκρες των φτερών
Η φωνή των πουλιών αλλάζει
Και μιλεί για μυστικούς άσπιλους έρωτες
Για μεγάλες ελπίδες που κρέμονται στον ουρανό
Για κάλυκες γεμάτους αίμα κι ανείπωτες κυοφορίες

* * *

Αστερωμένη αναμονή
Διάδημα στον κρόταφο της αγωνίας
Νίκη του βάθους από διάσταση κι άπειρο
Δυναστεία της ομορφιάς χέρι μετέωρο
Δέντρο ιδεατό που αναρριγεί από χυμό και πόνο
Κύλησε σαν ένα κρατημένο ποτάμι,
Γεωμετρία πολύμορφη, επιθυμία, όνειρο, πράξη
Επάνω σ' όλους τους κοιμισμένους

Επάνω σ' όλα τα πράγματα
Που περιμένουν

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Η νύχτα και το σπίτι

Η νύχτα και το σπίτι

Ή περί της αναγωγής του χρόνου

Ο ένας

Ο θάνατος στους τοίχους του δωματίου.
Συνήθισα να περιμένω αυτό που δεν θα 'ρθεί.
Τη γεύση της μοναξιάς, τη νύχτα.
Την αναμονή των θυρών,
τον επισκέπτη που θα εισβάλει στο δωμάτιο,
να βρει την αγάπη νεκρή.

Μ' αυτό το χοντρό βελόνι
έραβα χρόνια τη ζωή μου.
Τώρα με γεμίζει τρύπες.
Πιστεύω στον άνθρωπο, είναι απλό.
Ωστόσο βαρέθηκα να περιμένω.
Δεν μπορώ ν' ακονίζω το μαχαίρι στην καρδιά,
να βλέπω τον αργό θάνατο των ημερών
στους δρόμους και τα νοσοκομεία,
τα καλοκαίρια να τα καίει ο ήλιος,
τους φίλους μου να θάβονται στα γράμματά τους.

Οι πολλοί

Ερχόμαστε χωρίς κέλυφος, κρατώντας
τα λιγνά μας σώματα, τη χαμένη Ελευθερία.
Χρόνια πολλά μας έδεσε ο Ήφαιστος,
μιαν αλυσίδα αίματα και ρίζες ζωντανές
που λιώσανε στον ποταμό της αδικίας.
Είναι σκληρό το χώμα και δεν φυτρώνει τίποτε.
Είναι βαθύ το χάσμα και χάθηκαν τα πρόσωπα.
Είναι αλμυρή η θάλασσα και τα ταξίδια ναυαγήσαν.
Ερχόμαστε μέσα από σκοτεινούς καιρούς
με ιδανικά εξορισμένα.

Είναι βαριά τα ερείπια, ασήκωτα.
Και δεν υπάρχουνε σταυροί, ούτε καρφιά και λόφοι.

Ο ένας

Δεν ήταν τα λόγια του ανέμου που με τρόμαξαν,
ούτε η γνώριμη σιωπή των δέντρων.
Έβλεπα την πόλη μες στη νύχτα,
ομίχλη σκοτεινή που σκέπαζε το σπίτι,
να γίνεται πληγή, να σκάβει το χώμα
και το δωμάτιο να γεμίζει γνώριμες μορφές
με τη λύπη απλωμένη στα μάτια τους.

Οι πολλοί

Το πρωί θα βγει ένας ήλιος απόστρατος,
θ' ανεβεί τις σκάλες σ' αυτό το χαλασμένο σπίτι
και τότε θα 'μαστε ακόμη πιο νεκροί
με τα χέρια γαντζωμένα στις καρέκλες
που θα σπάσουν με του ήλιου την εισβολή,
να φωτιστεί η κάμαρα, να φανούν οι αράχνες.

Θα γυρίσουμε φορτωμένοι κι άλλα γηρατειά
και τότε ούτε η νύχτα θα μπορέσει να μας σώσει.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Αναστάσης Βιστωνίτης

Γιάννης Καρατζόγλου, Απιστία

Απιστία

Σε βρίσκω
σ' όλα τα φιλιά της
νόμιμης.

Από τη συλλογή Πρατήριο καυσίμων (1982)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Καρατζόγλου

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Το γαλάζιο λειβάδι

Το γαλάζιο λειβάδι

Θα 'μαστε μόνοι εγώ κι εσύ
Και δε θα υπάρχουν πια
Ούτε αποχωρισμοί ούτε αναχωρήσεις
Ούτε μέρα ούτε νύχτα
Και θα 'χει τόσο κάποια λάμψη απεριόριστη απλωθεί
Πάνω στα πρόσωπά μας
Που θα ελευθερωθούν τα βλέφαρα απ' τον γύψο

Θα προχωρήσουμε μαζί στην όχθη του φωτός
Και τα δικά σου βήματα θ' απορροφήσουν τα δικά μου
Μια σκουριασμένη αξίνα κι ένα φτυάρι θα 'ναι πάντα εκεί
Να μου θυμίζουνε το τρομερό εκείνο απόγευμα μιας Κυριακής
Θα περπατήσουμε μαζί σ' ένα γαλάζιο λειβάδι
Κι από τους λόφους θ' αναβλύζει
Κάποιο ανάκουστο τραγούδι
Που ποτέ δε θα τελειώσει

Από τη συλλογή Η μεταμόρφωση (1971)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Τάκης Βαρβιτσιώτης

Πρόδρομος Μάρκογλου, Η δίνη

Η δίνη

Στον Γ. Ξ. Στογιαννίδη

Όλο κάποιος μας εγκαταλείπει.
Δε μας προδίδει,
ανοίγει μόνο την πόρτα και φεύγει.

Τότε φωταγωγούμε το δωμάτιο,
ξεσκονίζουμε τα έπιπλα,
ανοίγουμε το ραδιόφωνο σε όλη την ένταση.

Με το θόρυβο
τα εκτυφλωτικά φώτα
με το να κρύβουμε στο υπόγειο τις άδειες καρέκλες
προσπαθούμε να καλύψουμε το κενό,
να ξεχάσουμε.

Όμως η πόρτα πάντα ανοίγει
κι η νύχτα παίρνει τη θέση αυτού που έφυγε.
Το κενό όλο μεγαλώνει
ανεβαίνει στην οροφή, κατεβαίνει στο πάτωμα,
στριφογυρίζει,
γίνεται δίνη μάς παρασέρνει
στο κέντρο της περιστροφής
και πια δεν ξέρεις
αν είσαι αυτός που έφυγε
ή αυτός που έχει μείνει.

Από τη συλλογή Έγκλειστοι (1962)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Πρόδρομος Μάρκογλου

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Όπως με το σεισμό

Όπως με το σεισμό

Πάλι
εκείνη η ανασφάλεια
μέσα του
εκείνη η εξωτερική υπόμνηση
το πολύφωτο που πάει κι έρχεται
το ψυγείο
το κάθισμα
το σπίτι ολόκληρο που τρέμει
ενισχύουν το φόβο του σκοτώνουν την πίστη του
όσο κι αν ρωτά
θέλει να βεβαιωθεί
πως
αυτή τη φορά δε θα κινδυνέψει
το σπίτι που διάλεξε θ' αντέξει.

Από τη συλλογή αμήχανη έξοδος (1982)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Στογιαννίδης

Γιάννης Υφαντής, Το άλας της γης

[Από την ενότητα Α]

Το άλας της γης

Κάτω απ' την αρχαία φωνή του κόρακα
η θάλασσα γυμνώθηκε απ' τη γη. Η αμμουδιά
είναι η στερνή δορά της θάλασσας.
Η θάλασσα γυμνή απ' την άμμο
η θάλασσα γυμνή απ' όλα κυματίζει προσπαθεί
να γυμνωθεί απ' τον εαυτό της.
Το αλάτι είναι η σοφία της θάλασσας.
Το είδα στα τραχιά χέρια των βράχων.
Το αλάτι είναι η θάλασσα γυμνή
κι από τη θάλασσα την ίδια.
Το αλάτι είναι η σοφία της θάλασσας.
Να είστε το αλάτι αυτού του κόσμου.
Όμως όταν τα πάντα έχουν γίνει
όμως όταν τα πάντα πια είναι πίσω σου
πού θα μπορούσες να κοιτάξεις και να μη
γίνεις αλάτι;

Από τη συλλογή Ο καθρέφτης του Πρωτέα (1986)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Υφαντής

Πρόδρομος Μάρκογλου, [ακραίες συνοικίες]

Β' [ακραίες συνοικίες]

Τα σύννεφα χαμηλώνουν
του τρόμου συγκεντρώνουν το σπέρμα
κλείνουν οι πόρτες του ορίζοντα
οι πηγές σβήνουν του φωτός.

Ένας άνεμος σαρώνει τους δρόμους
τις πόρτες χτυπάει τα παράθυρα
διαστέλλει τα μάτια.

Στις ακραίες συνοικίες
οι ειδήσεις έρχονται
κύματα της θάλασσας.

Στις πόρτες
στις γωνίες των σπιτιών
πρόσωπα με πελώριες ραγισματιές
ξεχάσαν την ελπίδα.

Από τη συλλογή Χωροστάθμιση (1965) του Πρόδρομου Μάρκογλου 

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Πρόδρομος Μάρκογλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Παραίνεση

[Από την ενότητα Στο παράθυρο]

Παραίνεση

Στη Μαρία

Μη μιλάς για τα παλιά
Μη παλιώνεις τα λόγια
Κράτησέ τα θα μας χρειαστούν
Όταν δε θα 'χουμε τίποτα πια
Να βλέπουμε απ' το παράθυρο

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995) (2001)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Χλόη Κουτσουμπέλη, Πήτερ Παν

Πήτερ Παν

Πέτα μαζί μου μες στη νύχτα
κορίτσι από δαντέλα,
πάμε στη χώρα του Ποτέ
να βρούμε τα παιδιά που χάθηκαν
κι εκείνα τα άλλα,
που πονάει τόσο να τα βρούμε.
Στη χώρα του Ποτέ Ξανά
τα παιδιά δεν μεγαλώνουν,
ντύνονται Ινδιάνοι,
και χορεύουν γύρω απ' την πληγή.
Στη χώρα του Ποτέ Χωρίς
τα παιδιά δεν έχουν μαμά,
ρίχνουν στις φλέβες τους χρυσόσκονη
για να πετούν και να ξεχνούν.
Έλα μαζί μου Γουέντι των δακρύων,
(γι' αυτό άλλωστε σε επέλεξα,
είσαι επίτιμος δοκιμαστής δακρύων,
ξέρεις τη γεύση και το χρώμα τους
και την παράξενη οσμή της νοσταλγίας),
σου υπόσχομαι λευκό ατόφιο πόνο,
υπόσχομαι να σε εγκαταλείψω
να πετάς μόνη με την λευκή σου νυχτικιά
πάνω από το παλιό ρολόι του Λονδίνου,
(οι δείκτες του έχουν για πάντα σταματήσει
την ώρα που η μαμά εγκατέλειψε το σπίτι),
μα για αντάλλαγμα
θα σου χαρίσω ένα ποίημα
από χρυσόσκονη και αίμα
και βραδινό αεράκι του Λονδίνου.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Χλόη Κουτσουμπέλη

Αναστάσης Βιστωνίτης, Το φεγγάρι στο ποτήρι

Το φεγγάρι στο ποτήρι

Ι


Αυτό
το αβέβαιο τραπέζι
πολώνει την ερημιά, θυμίζει πεθαμένους φίλους.
Με μια λάμπα παγώνει το σκοτάδι.

Όμως δεν είναι έτσι το φως.

Εγώ το είδα παιδί μέσα στις πεδιάδες
να βγαίνει έξω από τα χρώματα.
Στρογγυλό φεγγάρι, χάρτη των ανοίξεων,
πάνω από τις καλαμποκιές και τα σιτάρια.


ΙΙ

Τώρα
το κρύο μεταμεσονύκτιο
είναι μια λίθινη επιγραφή πάνω από τα σπίτια,
κι η θάλασσα ένας χώρος άδηλης αναπνοής.
Αδιέξοδα, θλιβερές αποφάσεις,
σπαταλημένο αίμα των αγαπημένων,
γεμίζει τούτο το τραπέζι ξύλινα δόντια,
καμένες προσωπίδες, ίσκιους που φλέγονται
και στο κέντρο ένα ποτήρι νερό
με το φεγγάρι βουλιαγμένο στον πάτο.

Από τη συλλογή Τέφρες (1980)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Αναστάσης Βιστωνίτης

Νίκος Γρηγοριάδης, Παράκληση

Παράκληση

Παππούλη Προμηθέα,
μας λιάνισαν οι Δέκα Εντολές.

Δίδαξέ μας και πάλι
την κλεψιά.

Από τη συλλογή Δειγματοληψία Α' (1981)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης

Στέλλα Τιμωνίδου, Απρόσκλητος επισκέπτης

[Από την ενότητα VII]

Απρόσκλητος επισκέπτης

Ήρθε απρόσκλητα και ύπουλα.
Στην αρχή έκανα πως δεν άκουγα
τα χτυπήματά του.
Όταν όμως γκρέμισε την αυλόπορτα
δε μπόρεσα άλλο ν' αντισταθώ.

Του άνοιξα και μπήκε
σαν σίφουνας.
Η μουσική σταμάτησε.
Οι καλεσμένοι μου μαρμάρωσαν
στις θέσεις τους με τα ποτήρια στο χέρι.

Τους περιεργάστηκε έναν έναν
από την κορυφή ως τα νύχια.
Τελικά άρπαξε εμένα κι αρχίσαμε
να χορεύουμε ένα ταγκό του Piazzola.

Αρμονικές κινήσεις με δύσκολες φιγούρες.
Ακολούθησα πιστά τα βήματά του.
Δεν ήθελα να κάνω φασαρία.
Δεν ήθελα να χαλάσω τη βραδιά.

Νοσοκομείο Albert Schweitzer, Ντόρντρεχτ,
14 Οκτωβρίου 2007


Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Στέλλα Τιμωνίδου

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Κλείτος Κύρου, Ένας κόσμος θαυμάτων

[Από την ενότητα Άλλα ποιήματα - Β']

Ένας κόσμος θαυμάτων

Ξανά και ξανά στα βήματά τους
Στα γαλανά τους βλέμματα που σ' οδηγούνε προς τη θάλασσα
Μνήμες λανθάνουσες του γένους μας φυλακισμένες
Στα βάθη της Ανατολής ή στους κρυψώνες
Κάτω απ' τον ήλιο της Καππαδοκίας ξυπνώντας κάθε τόσο
Κάποιους πυρρίχιους ψηλά στα οροπέδια
Κινήσεις ζυγιασμένες δίχως αποκλίσεις
Οργιαστικές φωνές σαν τότε που αλλότριες γυναίκες
Φράζαν το δρόμο μας κι εμείς τις παίρναμε
Για να μας ανεβάζουνε στον έβδομο ουρανό

Κι ύστερα ξεσπιτωμοί και ατέλειωτες περιπλανήσεις
Ν' αλλάζεις δόγματα θρησκείες ή φορεσιές να συλλαβίζεις
Τη γλώσσα των πτηνών να μην μπορείς αόρατος να γίνεις
Κι ας ρίχνεις φίλτρα μαγικά στο αίμα σου να βάφεσαι
Στα χρώματα του δειλινού και να σε φανερώνουν
Τα ίχνη των πληγών από τ' αδέσποτα και καταλυτικά
Φιλιά να συλλογίζεσαι πως είναι λίγο θάνατος
Η κάθε μετακίνηση πώς να μεταφερθούνε τέλος πάντων
Τα σκεύη εκείνα για μεγάλα όνειρα
Για μια καινούργια αρχή

Διαδρομή μέσα στο Χρόνο
Και πόσο χρόνο άραγε κρατάει μια διαδρομή
Με φόντο ένα παράθυρο πάνω απ' το κύμα
Να βλέπει προς την άλλη όψη της αγάπης

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992) του Κλείτου Κύρου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Ασκήσεις μνήμης

[Από την ενότητα Άλλα ποιήματα - Α']

Ασκήσεις μνήμης

Ο Μάης του '68
Ο Δεκέμβρης του '44
Πιο πρόσφατος ο Νοέμβρης του '73
Σήμερα ενδείξεις μόνο χρονολογικές
Κι οι επίγονοι επιλήσμονες σαν πάντα

Μη βάζετε πια σημάδια σε λέξεις
Σε σπίτια ερειπωμένα ή σε τραγούδια παλιά
Πάντα θα βρίσκετε το δρόμο σας
Και πάντα θα τον χάνετε
Αναζητώντας κάθε τόσο καινούργιους θεούς

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Παλίρροια

[Από την ενότητα Β']

Παλίρροια

Ερχόσουν από μακριά μέσ' από τα έγκατα της ηδονής με σταθερό βηματισμό σε τροχιά κυκλοτέρμονη με σφαγμένη μέση ακροβολιστής σε προμελετημένη αποστολή με φωνές πουλιών μαλλιά που σελαγίζαν κρατώντας τη φαρέτρα σου αινιγματικό χαμόγελο κι όταν έφτασες στην τελική ευθεία που στο τέρμα της στεκόμουν αλάλαξες σημαδεύοντας το στόχο


Και στεκόμουν εκεί ευάλωτος σε δοκιμασία δεινή μέσα στη φουσκονεριά και δεν τ' αποφάσιζα να μετακινηθώ και φάνταζε η λάβα μέλι που αργοκυλούσε κατά πάνω μου κι ήξερα δεν είχα αμφιβολία καμιά πως θα 'φτανες παιάνιζα την υποταγή μου και περίμενα τον ήλιο να με κατακάψει και ιδού άνοιξαν οι ουρανοί κι έπεφτε ψιλή βροχή σαν ερωτικό τραγούδι στην εσχατιά της γης


Είναι η αγάπη πολυδιάστατη δεν έχει
Ανταπόκριση δεν έχει τον τρόπο της δεν έχει
Το ταίρι της δεν έχει τα λόγια της πνίγεται
Στα συν και στα πλην δεν έχει το ανάλογο
Πάθος δε βρίσκει τον κατάλληλο τρόπο και
Καταποντίζεται στην τύρβη και στην παραζάλη
Στις πιο καλές στιγμές
Βγάζει τα ρούχα της φοράει τα μέλη σου
Και τυλίγεται στη φλόγα του καλοκαιριού

Από τη συλλογή Τα πουλιά και η αφύπνιση (1987)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Η καμπή

Η καμπή

Ήταν άνθρωποι
Μιας αβέβαιης χαραυγής
Τους ποδοπάτησαν άγρια μίση
Σοφές πλεκτάνες όργανα μίσθαρνα
Τους δολοφόνησαν
Εν μέση οδώ


Προδομένη απ' το χρόνο
Πλανάται η παρείσακτη μνήμη τους
Σε μετοχικά κεφάλαια
Τουριστικές επιχειρήσεις
Και σ' επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς
Των ευελίκτων επιγόνων

Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Αναμονή

Αναμονή

Περίμενε πάντα και τα πάντα
Μια ολόκληρη ζωή


Περίμενε το τραμ τον ταχυδρόμο
Τον Άι-Βασίλη περίμενε
Τις γυναίκες περίμενε το καλοκαίρι
Με τ' αγριοπερίστερα
Αργότερα περίμενε τον εχθρό
Και το φίλο τον εχθρό και


Αποκαμωμένος τώρα περιμένει
Το θάνατο

Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Σ' είδα να γελάς

Σ' είδα να γελάς

Σε είδα να γελάς την αυγή σ' ερημικά καταφύγια
Κομματιάζοντας έναν ύπνο δίχως όνειρα έναν ύπνο χωρίς δάκρυα
Το 'ξερα πως στον πρώτο σταθμό θα βουρκώναν τα μάτια μου
Στον επόμενο θα 'βγαζες από το μυστικό συρτάρι εκείνες τις φωτογραφίες δαγκώνοντας το χείλι
Μου 'λεγες πως το κάθε αστέρι δείχνει τη σωστή του κατεύθυνση
Τι σημασία κι αν ο δρόμος μας δεν ήταν ο αληθινός

*

Άλλοι χρόνια και χρόνια υποτάσσονται σε μια αναμονή χωρίς περιεχόμενο
Δεν έχουν να πουν τίποτα μεταξύ τους πιστεύουν σε κάποια άλλη μορφή της παρουσίας τους
Όταν φορούσα μια ξένη στολή έλιωνα τα κόκκινα μολύβια μου γράφοντας τ' όνομά σου
Συλλάβιζα το σπίτι των παιδικών μου χρόνων που ζούσε ακόμη στο μνημονικό μου
Κι όσοι κατανοούσανε άρχιζαν λυπητερά τραγούδια της πατρίδας τους
Έδειχναν παλιές πληγές από βλήματα όλμου από μιαν άστοχη λέξη από μια προδοσία
Κι ύστερα όλοι σωπαίναμε γεμάτοι ένταση προσμένοντας τον αγγελιαφόρο που δεν θα έφτανε

*

Γι' αυτό λοιπόν μη νοιάζεσαι για τη βροντή που σέρνεται κατά το πέλαγο
Μα συνερίσου εμάς που τυραννά η λειψονεριά
Μια μέρα θα βρεθεί δικαίωση σ' αυτήν την ιστορία

Από τη συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο (1957)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Βόμβος μεσονυχτιού

Βόμβος μεσονυχτιού

Βόμβος μεσονυχτιού στο σιδηροδρομικό σταθμό
Φώτα των αμαξοστοιχιών που εναλλάσσονται με τη λεπτή βροχή
Το κορίτσι από την Πάτρα που μιλούσε στον πληθυντικό
Μες στο μπορντέλο το κατάφορτο από αξιωματικούς
Δίκες καταχραστών κλειστά δωμάτια επαρχιακών ξενοδοχείων
Μια παλινδρόμηση ερωτική σε πρότυπα εφηβικά
Μεγάφωνα χαρτιά στο καφενείο άνθρωποι νυσταγμένοι
Κι η λησμονημένη Ρεζεντά να στροβιλίζει σ' ένα φωνογράφο
Μοιάζαν με μια συνωμοσία που στρέφονταν ενάντιά σου
Φύλλα ενός χιλιοδιαβασμένου βιβλίου που ξαναγυρίζουν
Μέρες μιας άλλης ζωής χωρίς δικαίωση
Πικρία

Από τη συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο (1957)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε

Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα 'ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κλείτος Κύρου

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Πάνος Θασίτης, Ας υποχωρούσαν λίγο

[Από την ενότητα α']

Ας υποχωρούσαν λίγο

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν ύποπτους συνδυασμούς
γι' ανόμως κερδισμένα;

Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι --και δικαίως τέτοιοι που 'ναι--
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
--την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας--
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

*

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ' απαγόρεψε αυτά
--όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;

Από τη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ο νεκρός ποιητής

[Από την ενότητα Τ' αδέσποτα]

Ο νεκρός ποιητής

Δεν είμ' εδώ που ψάχνεις.

Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ' αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

Από τη συλλογή Σχιστολιθικά (1983)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ακροστιχίς σε Α για πράγματα κοινά

[Από την ενότητα β']

ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΣΕ α ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΟΙΝΑ


Και μες στο απόλυτο σκοτάδι θα σε συναντήσω, φίλε.
Ήρωα που πέθανες για ιδανικά
με το φακό θα σ' εντοπίσω.

*

Θα σου μιλήσω για πράγματα κοινά
που τ' αγνοούσες. Τώρα το αίμα χύνεται μονάχα στα τροχαία.
Ήσυχες Κυριακές στο πάρκο με τα παιδιά∙
κάθε Δευτέρα σινεμά.
Ζούμε τα γεγονότα απ' τις εφημερίδες, τον έρωτα
στα εικονογραφημένα περιοδικά.
Στην ταβέρνα πότε-πότε οι φίλοι, ξαναγυρνούμε στα παλιά.

Ο Γιάννης γλίτωσε απ' τα συνδικάτα
-πάνε τα δωρεάν τρεχάματα για τα κοινά-
μπουτίκ η Μαίρη άνοιξε, αντίκες και κεραμικά
-το γυναικείο ζήτημα το ξεπέρασε σωστά.
Κι ο Μάρκος, τι ξενύχτια γράφε-σβήνε στα ντουβάρια
τι λαϊκά συλλαλητήρια, τι ξύλο και κυνηγητά
οργανωτής πωλήσεων τώρα, θυμάται και χαμογελά.

Κι αν απομείναν λίγ' αγύριστα κεφάλια
κρατάνε θέσεις και φυλάκια αλωμένα
παίζοντας -μάταια- τ' αλλοτινά αλλόκοτα θηρία
θ' απελαθούνε νύχτα, για Λίβανο ή Συρία.

*

Στάσου στο φως να σε φωτογραφήσω.
Μη στρέφεις το πρόσωπο αλλού.

Από τη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Εικόνα για δυο

Εικόνα για δυο

Εσύ χάνεσαι όλη μέρα, στο βόμβο που έχουνε χιλιάδες κινητήρες,
στα κυκλικά παραπετάσματα της σκόνης.
Βουλιάζεις κάτω από σειρές μεγάλα σπίτια,
στοές, μεγάλοι δρόμοι που σ' απορροφούν.
«Σταθμός-Χαριλάου» η γραμμή που παίρνεις,
για τη φανταστική δουλειά και το φανταστικό σου σπίτι,
απεγνωσμένα.

Το σωστό πρόγραμμα απ' έξω, μια προσωπίδα για τους άλλους.
Για σένα, πιο βαθιά η σφαγή.

Τ' άσπρο νερό ξαφνικά πορφυρό.
Η παγωνιά φυτρωμένη στα σπλάχνα,
μαύρα μεγάλα χάσματα στο δρόμο, χαμένα όλα τα σημάδια
κι από ψηλά, ο μακρινός βόμβος της καταστροφής.
Σιγή τυλίγει στο γυαλί, το κάθε τι που βλέπεις,
χέρια και πόδια και πρόσωπα απομένουν στον αέρα,
σαν την εικόνα στην οθόνη, τη στιγμή που κόβεται η ταινία.

Στο νου πυκνή βροχή σε λιώνει.

Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Οι τελευταίοι των Μοϊκανών

Οι τελευταίοι των Μοϊκανών

Στους φίλους

Άνοιξαν οι πύλες
απροσδόκητα,
όμως χωρίς βιάση καμιά,
βουβές∙
--μόνον οι πιο ευαίσθητοι άκουσαν κάτι,
σαν πτώση εντόμου, στο δάπεδο, νεκρού∙
και διάβηκεν η συντροφιά μας.

Βήματα σταθερά, καθαρά περιγράμματα,
μέταλλα στα μάτια
εμείς, σταθήκαμε στην αγορά -- οι έμποροι είχαν φύγει∙
κάτι περαστικοί συνάχτηκαν σ' ένα γύρο σκοτεινό.
Ο πιο λαμπρός μας πάει μπροστά και λέει:
«Τώρα ο τρομερός χαλκός των σαλπίγγων θα ηχήσει,
αποσύρεται το τίμιο βάρος μας
κι απ' τον φτωχό τελώνη κι από τον φαρισαίο∙
ωραίοι άνθρωποι, η ζωή σας δεν είχε τόπο για μας,
ήταν πιο μικρή από μας, αφού δεν έχει πίστη
να πολλαπλασιάζεται, να διαρκεί
ή ν' απατά
και δεν αντέχει στον καθρέφτη.
Δεν έχει αγνότητα και σαπίζει
θεούς δεν έχει μήτε καν να τους πυροβολεί
μήτε φως αγάπης άπτεται αυτής∙
Αποσυρόμαστε νικώντας --νικώντας;»

Ήταν η φωνή του ένας ρυθμός κυκλικός,
αδιάκοπος, απαλός
τρομερός,
διαπερνούσε το κάθε τι:
ήταν για τη γη και για τον ουρανό.
Κάποιοι κίνησαν ναρθούν
να προστεθούν στη συντροφιά μας
«Μη μας εγγίζετε
μη μας ακολουθείτε
μη μας βλέπετε
μη μας ενθυμείσθε.

Είμαστε ανεπανάληπτοι.»

Από τη συλλογή Πράγματα (1957)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Πάνος Θασίτης

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Γιώργος Ιωάννου, Κατάσαρκα

Κατάσαρκα

Μαζί μου σε κοιμίζω τις νύχτες.
Κατάσαρκα σε φορώ σα μια φανέλα μάλλινη∙
τρίβεσαι στο κορμί, μου το ανάβεις.

Μόνος - μ' εξαντλημένη φαντασία.
Θηρία πια με τριγυρνούν.
Τη νύχτα δαγκάνουνε το σπίτι μου,
κλαδιά χτυπούνε στο παράθυρο∙
ο άνεμος δεν έπαψε εδώ και χρόνια.

Τριαντάφυλλο εκείνου του Γενάρη∙
θαμπή μορφή, δικό μου πρόσωπο.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Το μόνο

Το μόνο

Ανήκω πλέον σ' όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.


Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω...

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Στρατόπεδο Παύλου Μελά

Στρατόπεδο Παύλου Μελά

Είσαι σκοπός
και γύρω σου χορεύουν τσοπανόσκυλα∙
φεύγουν κοπαδιαστά, μόλις ακούν το σφύριγμα.

Η έφοδος το μπέρδεψε το σύνθημα∙
ρώτησα και μου είπε άλλ' αντ' άλλων.

Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν∙
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ' τη νύχτα.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Σ' αυτό το μαγαζί

Σ' αυτό το μαγαζί

Όλοι σωπαίνουν γύρω μου, λοξοκοιτάζουν∙
και το γκαρσόνι μού μιλάει στον πληθυντικό
με τις καλύτερες ελληνικούρες του ρεπερτορίου του.

Κι όμως εδώ, σ' αυτό το μαγαζί,
μια νύχτα του σαραντατέσσερα χορεύανε.
Λαχτάριζε το σώμα τους, γραφότανε∙
τα ρούχα τα τριμμένα είχαν ομορφύνει.


Τότε πηδώντας ένα ένα τα σκαλιά
σβούριξε μέσα στο χορό κείνη η χειροβομβίδα.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Ιωάννου