Μιχάλης Χριστοδουλίδης & Μιχάλης Γκανάς, Εσωτερικές ειδήσεις (με τον Γιώργο Νταλάρα)
[Από την ενότητα Το τελευταίο μήνυμα]
Τα τραγούδια
Πώς γίνεται κι ακούω ακόμη τα τραγούδια
- εκείνοι έχουνε πεθάνει κι έχουν θαφτεί
με τ' άρματά τους στα βουνά.
Ο νέος που μιλούσε απ' το μπαλκόνι
απομακρύνεται με μεγάλες κινήσεις
μέσα στη νύχτα φορτωμένος οράματα.
Οι άλλοι κρύβονται και κοιτάζουν μέσα
από κρυψώνες κι υπόγεια παράθυρα.
Όσοι πιάστηκαν έχουν μια μνήμη
σαν ατζέντα ημερολογίου.
Ακόμη κι οι ποιητές
έχουνε χάσει πια
την ακοή τους.
Από τη συλλογή Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα (1998)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Τα τραγούδια
Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Η λευτεριά είναι λευτεριά
Άκης Σμυρναίος (Αστραπόγιαννος) & Νίκος Καρβούνης - Στ' άρματα, στ' άρματα (Βροντάει ο Όλυμπος)* [τραγουδά ο Μίκης Θεοδωράκης]
[Από την ενότητα Το τελευταίο μήνυμα]
Η λευτεριά είναι λευτεριά
Έρχονται συχνά από βαθιά
κι έχουν εκείνο το ακαθόριστο του ανέμου.
Τα μαλλιά τού ενός να φεύγουν,
καπνός καραβιού προς τα πίσω,
κι ύστερα απλωμένα ασάλευτα στο χώμα,
μετά τον πυροβολισμό.
Και το πράσινο γύρω να επιμένει.
Στέκομαι ασκεπής και προσκυνώ.
Ο άλλος, τα χέρια σε διάσταση - ένας σταυρός.
Και πέρα, άλλοι σταυροί και στη συνέχεια κρεμάλες.
Κι η μνήμη χλωρή
να φυσά καταπάνω μου ακατάπαυστα ανιστορώντας.
Τα λέμε πότε πότε με το φίλο μου τον Κώστα.
Οι νεότεροι μορφάζουν, πιστεύουν μόνο ό,τι βλέπουν.
Δε γνωρίζουν
πώς κινούνται τα φύλλα στο πυκνό το δάσος,
ποιος ανεβάζει την ασώπαστη θάλασσα
ή πώς μας βρίσκει η λευτεριά αδελφωμένους.
- Τα φύλλα απλώς κινούνται,
η θάλασσα ανεβαίνει
κι η λευτεριά, να, έτσι απλά, μας βρίσκει.
Από τη συλλογή Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα (1998)
* Σημείωση:
Στ' άρματα, στ' άρματα
To δημοφιλές αυτό τραγούδι γράφτηκε στα τέλη του 1942 από τον ποιητή και δημοσιογράφο Νίκο Καρβούνη (1880-1947) και μελοποιήθηκε από τον αντάρτη μουσικό Αστραπόγιαννο (Άκη Σμυρναίο). Ο Νίκος Καρβούνης γεννήθηκε στην Ιθάκη. Εργάστηκε σαν δημοσιογράφος σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, όπως στο «Ριζοσπάστη», στην «Πρωΐα» και τους «Νέους Πρωτοπόρους». Μετέφρασε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τα έργα των ποιητών Γουόλτ Γουίτμαν, Σέλεϊ, Πόε και Μαγιακόφσκι. Μαζί με τον Κώστα Βάρναλη εξέδιδε το φιλολογικό περιοδικό «Ηγησώ». Το 1912, συμμετείχε στους βαλκανικούς πολέμους σαν πολεμικός ανταποκριτής με το τάγμα των Επτανησίων Γαριβαλδινών. Το 1932 ήταν στέλεχος της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (Διεθνής Εργατική Βοήθεια). Το 1936 εξορίστηκε στη Γαύδο από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Κατά τη γερμανοϊταλική κατοχή φυλακίστηκε στο στρατόπεδο της Λάρισας. Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, εντάχτηκε στο ΕΑΜ και ανέβηκε στο βουνό όπου ανέλαβε το Γραφείο Τύπου στην ΠΕΕΑ και το πρώτο ελεύθερο πρακτορείο ειδήσεων. Η προσφορά του στην Εθνική Αντίσταση ήταν σημαντική. Μεταξύ άλλων ανέλαβε σημαντικές αποστολές, για λογαριασμό του ΕΑΜ, στην Αγγλία, Αμερική, Γαλλία και Σοβιετική Ένωση.
Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιόνα,
μουγκρίζουν τ' Άγραφα, σείεται η στεριά.
Στ' άρματα, στ' άρματα, εμπρός στον αγώνα,
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.
Ξαναζωντάνεψε τ' αρματολίκι,
τα μπράτσα σίδερο, φλόγα η ψυχή,
λουφάζουν έντρομοι οι ξένοι λύκοι
στην εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή.
Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα
στέλνει περήφανο χαιρετισμό,
νέας ανάστασης χτυπά η καμπάνα,
μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό.
Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα
που μας εβάραινε θανατερά,
θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα
και πανανθρώπινη τη λευτεριά
Πηγή: arcadia.ceid.upatras.gr
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Το τελευταίο μήνυμα
[Από την ενότητα Το τελευταίο μήνυμα]
Το τελευταίο μήνυμα
Τώρα ο μόνος που τον κυνηγάει είναι ο χρόνος -
με τους εχθρούς του έχει συμφιλιωθεί από καιρό∙
τα λένε πότε πότε σαν να μην είχε τίποτε συμβεί,
σαν ένα σύννεφο να 'χε σκεπάσει τα μάτια τους
για μια μόνο στιγμή - η ώρα η κακιά που λένε.
Καλπάζει μες στο χρόνο στον αφρό τού αλόγου
βιτσιά στον άνεμο και πρέπει να προλάβει
να παραδώσει το μήνυμα, να σώσει τους συντρόφους του.
Γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα - το μήνυμα, το μήνυμα! -,
πιο γρήγορα, κι έχει γδυθεί τη σάρκα του,
δεν είναι πια άνθρωπος,
σκέψη, αισθήματα δεν του απόμειναν,
κούραση τι παναπεί, πόνος δεν καταλαβαίνει
κι έχει απόλυτα αποξενωθεί απ' το κορμί του.
Καλπάζει με τον άνεμο και δεν έχει όνομα,
χύνεται στις πλαγιές κι έχει εξαϋλωθεί.
Δεν είναι πια αυτός που τώρα σας μιλά,
δεν είναι πια ούτε ο μαντατοφόρος,
είναι το μήνυμα το ίδιο,
το τελευταίο μήνυμα.
Από τη συλλογή Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα (1998)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Οι στίχοι
[Από την ενότητα Η φωτογραφία]
Οι στίχοι
Κινούμενη φλόγα που καίει τους δρόμους τής αναζήτησης,
τη μια η σάρκα φλεγόμενη, την άλλη αλλόφρονο το πνεύμα
κι η ψυχή.
Στίχοι ξεχύνονται από ίριδα, διαμάντι και υάκινθο
κι ο χρόνος ξυπόλυτο παιδί μαζεύει και τους συνενώνει
σε δέσμες ποιημάτων. Γι' αυτό σε υποπτεύονται οι άνυδρες ψυχές
κι οι μυστικοί τού σκότους καταγράφουν στους άκομψους φακέλους τους
«κίνδυνος, κίνδυνος, φράξτε το δρόμο, λιγοστέψτε τη σάρκα,
λιγοστέψτε τη θέρμη τής ψυχής».
Τα δάκρυα λάμψη από εφτάδιπλους ήλιους επαναστάσεων
και το χτυποκάρδι οδηγεί τις καρδιές των συντρόφων.
Ένας καινούργιος κόσμος μεγαλώνει στην πυρά,
όπου παίρνει και συντίθεται το νέο ηλιακό μας σύστημα
που περιφέρεται αέναα στη μουσική τού αίματος.
Κι η άνοιξη κάνει την πρώτη της εμφάνιση
μες στην καρδιά τού χειμώνα.
Από τη συλλογή Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα (1998)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Η χρησμολογία τού φωτός
Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, Παράθυρο στο φως
[Από την ενότητα Η φωτογραφία]
Η χρησμολογία τού φωτός
Προβάλλει κρυφή υποψία η νυφίτσα απ' το λαγούμι της
κι η ουρά τού σκίουρου διαγράφει μες στα φυλλώματα
το είδωλο του καιρού.
Ένας λαγός σκιρτώντας στον ανήφορο εισχωρεί στο σύνορο του γλαυκού
και το λαγωνικό να κρεμάει μάταια γλώσσα νικητήριας σημαίας.
Αίγες ντυμένες στο μαύρο σαλεύουν τις κάπες τους
σείοντας τις φουντωτές κορφές των θάμνων στην πλαγιά,
όπου σκάζουν ένα ένα τα μυρωδικά τους τα λουλούδια
και βομβούν γύρω σε μικρούς παραδείσους τα εφήμερα.
Κι ανάμεσα σε μυριστικά μονοπάτια ρέουν σταγόνες διάφανης χαράς.
Πάμφωτη η ρώγα σφύζει από θεϊκό χυμό
με στάλες δροσιάς στο κίτρινο ράμφος τού κότσυφα
κι ο αμπελουργός άδει το τερπνό του άσμα
στις παρυφές των πιτσιλωτών αβγών τής διαιώνισής του.
Μέσα μας τρεμουλιάζουν χωρίς ίχνος αέρα
τα φύλλα τής λεύκας
μια αχνοπράσινα, μια γλαυκά λευκάζοντας τον ύπνο μας.
Διαφωνώ ριζικά με το σκίουρο της Μοίρας. Πάντα
μέσ' απ' τη σκοτεινιά χρησμολογεί με τις μικρές εκρήξεις του το φως.
Από τη συλλογή Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα (1998)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Οι μορφές
Βασίλης Παπακωνσταντίνου & Άλκης Αλκαίος, Τυφλόμυγα (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)
[Από την ενότητα Η φωτογραφία]
Οι μορφές
Σκουπίζω επιμελώς τις επιστρώσεις των πενήντα χρόνων
με την ελπίδα να αναγνωρίσω τις μορφές, τα δυο παιδιά
με το πηλήκιο του Γυμνασίου
και τα χέρια πλεγμένα σε χειραψία.
Σκουριά πάνω στα πρόσωπα,
φτωχές αντιλαμπές ενός επερχόμενου οράματος,
και το βλέμμα σοβαρό, όπως της αυστηρής κουκουβάγια,
- ο φακός δε γνωρίζει το φαιδρό τής νιότης ή το παιχνίδι.
Μπροστά, σε απόσταση μόλις ενός «χαίρε»,
αχνάδα λέξεων πρωτόγνωρων, μια φούστα
που δε λέει να βρει τη θέση τη ν' ακινητήσει
κι ένα πουλί ανήσυχο μέσα στο χρόνο.
Και το μέλλον να προχωρεί αόρατο κατεπάνω τους
μ' έναν Χριστό κι έναν Σωκράτη φυσώντας
το χνούδι στα τρυφερά τους μάγουλα.
Στ' αριστερά και δεξιά κανενός δεν ανήκει το κενό∙
ο προξενητής παραιτήθηκε,
στη θέση του ανεβαίνουν νιφάδες μνήμης.
Λίγο πιο πέρα,
οι επενθέσεις των χωριών,
το 'να πάνω στο άλλο κλιμακωτά,
ώσμε την Κορυφή τού κόσμου
σε τέλεια ανάμειξη γης κι ουρανού
- ανήφορος στιλπνός τού παρελθόντος.
Από τη συλλογή Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα (1998)
Σημείωση:
Ο ποιητής γεννήθηκε στην Κορυφή τού νομού Κιλκίς.
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Το σακάκι
Το σακάκι
Το σακάκι τής UNRA έπλεε στους ώμους
και μακρύ ως τα γόνατα. Μ' αυτό τον στόλισαν νεκρό
τον δεκαεπτάχρονο συμμαθητή μου.
Το βιβλίο τής Γεωγραφίας ανοιγμένο
στη σελίδα με τη φωτογραφία τής Σαλονίκης από αέρος
- την πόλη των απατηλών ονείρων του.
Χρόνια και χρόνια ευδόκησα να ζήσω εγώ
αντί για κείνον σ' αυτή την πόλη.
Κι όσες φορές κάνω να την κοιτάξω από ψηλά
έχω την αίσθηση πως είναι μια φωτογραφία
αποτυπωμένη πάνω σ' εκείνο το σακάκι τής UNRA.
Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)
Σημείωση:
UNRA: United Nations Relief and Rehabilitation Administration, δηλαδή υπηρεσία αρωγής των Ηνωμένων Εθνών για την ανακούφιση και την αποκατάσταση προσφύγων ή πληγέντων από πολέμους
Νίκος Γρηγοριάδης, Εγκατάλειψη
Κι εσύ θα μ' εγκαταλείψεις
κι εσένα θα σ' εγκαταλείψουν
- η ζωή είναι συνεχής εναλλαγή
εγκαταλείψεων.
Μόνο τα πράγματα παίρνουν
τη θέση τού κενού. Σε υπομένουν.
Όμως καμιά πρωτοβουλία, κανένα βήμα
να σε πλησιάσουν. Εκεί πάντα
προσμένουν τη δική σου επαφή.
Κι εσύ να μην μπορείς και να διπλώνεσαι
στον εαυτό σου (του μιλάς,
ακουμπάς στον ώμο του μ' εμπιστοσύνη).
Τι τρυφερός, τι πιστός σύντροφος
ο εαυτός μας!
Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)
Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Απάτη
Φόρεσε το λινό κοστούμι,
κείνο το παλιό του όμως
ακόμα ευώδιαζε φρεσκάδα.
Είπε να κόψει και μια φέτα φεγγαριού,
ν' αρέσει στους σκοτεινιασμένους
ανθρώπους.
Συμπλήρωσε την αμφίεσή του μ' ένα
μ' ένα γαρίφαλο. Το καμάρωνε, το άγγιζε,
έσιαχνε με προσοχή τα πέταλά του.
Ακόμη δεν το χωράει το μυαλό του
πως ήταν πλαστικό.
Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)
Νίκος Γρηγοριάδης, Λίγος Ιούνης (9 - 12)
9
Νύχτωσε τόσο ξαφνικά
εκεί στο κέντρο τού μυαλού
που δεν ξέρεις αν είναι ο βάλτος που βουρκώνει
ή το βουβό το κλάμα που ρέει
στα έγκατα της μνήμης.
Κι ήταν εκείνη την ακαθόριστη στιγμή
που δεν μπορείς, όσο κι αν είσαι εξασκημένος,
να το μαντέψεις από σημάδια ασφαλή
αν ξημερώνει ή αν
θα σε βρει
η νύχτα.
10
Και τώρα σε ποιους δρόμους πια
θα συναντήσεις τα χρώματα
που έχουν εξαίσια βαφτεί απ' τη ματιά της;
Ολοένα η άμμος τρίβεται στα μάτια
κι ολοένα η θάλασσα μαυρίζει και φουσκώνει.
Μόνη η μνήμη κρατάει αναλλοίωτη το χρώμα της.
11
Την ώρα την ανέλπιστη
πήρε και μαύρισε το σπίτι
σαν το ξερό το κούτσουρο που τρίζει,
λίγο προτού πάρει φωτιά και γίνει
στάχτη.
12
Πώς μπόρεσες, χέρι μου άγνωμο,
να ρίξεις τόσο μαύρο
μες στην αιθρία και καρβούνιασες
το λαμπερό διαμάντι,
συ που γλιστρούσες τρεμουλιάζοντας
ανάσα πάνω στο κορμί της;
Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)
Νίκος Γρηγοριάδης, Τι να σου κάνουν και τα λόγια
Τι να σου κάνουν και τα λόγια, δεν τσακίζουν πια.
Φτύνε και σάρκαζέ τους όσο θες, θα προελαύνουν,
κι εσύ όλο παραχωρήσεις θα πισωπατείς.
Ως πότε θα σ' το λέω και δε θα μ' ακούς;
Τα λόγια γίναν αθεράπευτη πληγή.
Πάρε σπαθί!
Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)
Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009
Θεέ μου μεγαλοδύναμε (Η προσευχή τού μάγκα)
Με τον Δημήτρη Κοντογιάννη
Θεέ μου μεγαλοδύναμε (Η προσευχή τού μάγκα)
Αδέσποτο
Θεέ μου μεγαλοδύναμε
που 'σαι ψηλά εκεί απάνω
ρίξε λιγάκι τουμπεκί
Θεούλη μου
στον αργιλέ μου απάνω
Ανάμεσα στης εκκλησιάς
τις αψηλές καμάρες
ανάβαμε τις λουλαδιές
Θεούλη μου
σα να 'τανε λαμπάδες
Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα
με τ' άσπρα του τα γένια
τραβάω μία ντουμανιά
Θεούλη μου
ξεραίνεται στα γέλια
Κι όταν ανάψει ο αργιλές
κι έρθουμε σε ντουμάνι
στείλε όλους τους αγγέλους σου
Θεούλη μου
να πουν το νάνι νάνι
Και με τον Χρήστο Μητρέτζη:
Νίκος Γρηγοριάδης, Το μόνο ανώφελο
Κύριε, εμείς δεν παίξαμε κάτω απ' τον ουρανό σου∙
μείναμε αδέξιοι στη σβούρα και το χαρταετό.
Από μικροί αφουγκραζόμασταν το θάνατο
μες στ' αδειανά κοχύλια.
Κι όμως τη μάθαμε καλά την προσευχή
που σου σταυρώναμε πρωί και βράδυ.
Το μόνο ανώφελο, ως απεδείχθη πια.
Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)
Νίκος Γρηγοριάδης, Να 'ναι η αγάπη;
Ο ήλιος
θωπεύει την αυλή μας σαν καλοσύνη μητέρας
περνώντας το φράχτη με τις τριανταφυλλιές.
Το φως τρεμοπαίζει στα φύλλα τής καρδιάς.
Να 'ναι η πέτρα που άνθισε,
το σπιτάκι που παίζει στην παλάμη τού φωτός,
το δέντρο που λυγάει ανεπαίσθητα
στον έναν και τον άλλον βραχίονα του ανέμου;
Να 'ναι η αγάπη;
Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)
Νίκος Γρηγοριάδης, Πλάτανα
Τοπία στον Πόντο (από το αρχείο της Ποντιακής Εστίας Μασαχουσέτης - Καλλιτεχνική Λέσχη Ποντίων)
Πλάτανα
Σχεδόν δυο βήματα απ' την Τραπεζούντα,
στα Πλάτανα αντίκρυ,
με τη σκιά των αγέραστων βουνών
πάνω στο σκοτεινό τής μοίρας,
ακούω το ρημοκλήσι να συλλαβίζει
την αγιασμένη Ιωνίδα γλώσσα.
Κι ως κουκουλώνομαι τον έμορφο χιτώνα,
μέσα κι έξω μυρωμένο, του παππού μου,
παίρνουν να κελαηδούν τ' αηδόνια
στις ρεματιές τής μνήμης λυπημένα.
Παππούλη, κράζω, τότενες, παππού Ταλμάν,
ρίξε τα γένια σου στα κύματα,
να παίξω το τραγούδι σου,
λυράρης γητευτής τής μνήμης.
«Εξέβα απάν' σο Πόζτεπεν, είδα την Τραπεζούνταν.»
Να το πάρουν τα σύννεφα, να τ' αποθέσουν
στη θλιμμένη ποδιά τής Παναγίας ή
(που 'ναι ακριβώς το ίδιο) στην καρδιά
της πολυπονεμένης Ρωμιοσύνης.
Κι ύστερα να τραβήξω τον πυρρίχιο
με μαύρη ζίπκα και με φυσεκλίκια
και με την κάμα τη διμέτωπη να λευτερώσω
από το δράκο το νερό τής πηγής,
που είναι, όπως θρυλείται, της ελπίδας.
Να ξεδιψάσει ο Χριστός κι οι ξεχασμένοι
όπου γης αδελφοί που μας προσμένουν.
Από τη συλλογή Μαύρες ακτές (1994)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Τραπεζούντα
Σύντομη ιστορία της Τραπεζούντας
Βιντεοκάλυψη από την Εύξεινο Λέσχη Βεροίας το 1981
Αφήγηση: Κ. Καμπουρίδης
Λύρα: Θεόδωρος Βεροιώτης
Τραπεζούντα
Βρεθήκαμε περιηγητές
στην ιερή την πόλη Τραπεζούντα.
Βαθιά
μέσ' από το χρόνο ακούγεται το άσμα το θρηνητικό
των πονεμένων:
«Παπόρια πάνε κι έρχουνταν σην πόλ' την Τραπεζούνταν,
όλα τα ομμάτια χαίρουνταν, τ' εμά δάκρυα γομούνταν.»
Άγνωστα μέρη κι όμως γνώριμα.
Σαν να γεννήθηκα εδώ,
σαν η πόλη αυτή να μ' έχει αναθρέψει μες
στους πανέμορφους τους λόφους, τις πλατείες,
μες στις χαράδρες, τα βουνά και το λιμάνι.
Σ' αυτό το Φροντιστήριο πήγαινα σχολείο.
Να το θρανίο που καθόμουν, δίπλα στο παράθυρο.
Με σέρνουν οι διάδρομοι, οι σκάλες με τραβούν,
η αυλή του μ' αγκαλιάζει χιλιοπρόσωπη.
Και τότε ακούγονται φωνές μαθητριών
του Παρθεναγωγείου απ' αντίκρυ.
Θα 'ναι κι η Δηιάνειρα, θα 'ναι κι η Θάλεια
με τις γαλάζιες τις ποδιές και τ' άσπρα γιακαδάκια,
φεγγαροπρόσωπες.
Ω, και να σήμαινε Εσπερινός
στο σκιόφως της Αγια-Σοφιάς να συναχτούμε
- μάτια χαμηλωμένα Παναγιάς
ατίμητα δώρα ψυχής.
Να 'βγαινε κι η πανσέληνος απ' το βουνό,
να λάμψει η Τραπεζούντα στο ασήμι.
Γιατί 'ναι αυτή το πρώτο φως
που δοκιμάζει το βήμα του στη θάλασσα
κι όλα μαζί τα φώτα όλου του κόσμου,
γιατί 'ναι αυτή ένα αστέρι ανέσπερο, γι' αυτό
δε λέει κι η ψυχή να λησμονήσει.
Από τη συλλογή Μαύρες ακτές (1994)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Η μεγάλη σιωπή
Απόστολος Καλδάρας & Πυθαγόρας: Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω (με τον Γιώργο Νταλάρα)
Η μεγάλη σιωπή
Χριστούγεννα
κι είχαν τ' ασκέρια των εχθρών αμοληθεί
στης Σάντας τα λημέρια, νύχτα βαθιά, μεσούρανη.
Και θορυβώδη νήπια, γελώντας είτε και κλαίγοντας,
στο στήθος των μανάδων, όταν και μοναχά μια ανάσα
προδοτική. Κι οι καπετάνιοι να μην έχουν
άλλη εκλογή, να σφαγιαστούν ή να τα σφάξουν.
Έτσι ακολούθησε η μεγάλη σιωπή.
Τρομαγμένα τα μάτια των μανάδων να κοιτάζουν
χαμένα στο κενό.
Κι ήρθε και στρώθηκε μες στα φαράγγια τ' άγρια
η Άγια Τράπεζα στ' άδυτο της ψυχής. Σώμα και αίμα.
Ώσπου πήρε και χάραξε στα στήθη και τα μάτια
τα ορφανεμένα. Και κάπου λάμψαν και σβήσανε
τ' άστρα της ερημίας.
Σιωπή από δάκρυα και πένθος.
Και το βλέμμα από ψηλά
να εποπτεύει την αιματοβαμμένη σωτηρία.
Και μες στα φυλλώματα λες σάλεμα φτερού
οι άδολες ψυχές που πήγαιναν τ' αψήλου.
Από τη συλλογή Μαύρες ακτές (1994) του Νίκου Γρηγοριάδη
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Αργώ
Πετά πάνω στα κύματα περνώντας
σαν περιστέρι τις διπλές τις συμπληγάδες.
Κι ώσπου να υψώσουμε χαιρετισμό και «γεια σου,
Ιάσονα Έλληνα» να πούμε, στον ορίζοντα,
το χάλκινο απ' τις λάμψεις των ηρώων,
είχε χαθεί και πυρπολώντας τους αιώνες,
με συνεχείς εκρήξεις φλογισμένης μνήμης,
επέστρεψε αναπάντεχα - πώς με τα φώτα της
φτάνει η κραυγή μεμιάς στην οικουμένη -
και χύθηκε ηλιόστρατα ως τ' ακρογιάλια
της Ιωλκού, χρυσάφι λαμπυρίζοντας.
Κι εμείς άναυδοι μένοντας, με το 'να
το πόδι στην μιαν ακτήν, με τ' άλλο
στην άλλη, τη δίδυμη, του Ελλησπόντου,
ασάλευτοι στεκόμασταν μες στους αιώνες.
Κι ως πρόθεσή μας ήτανε μακρύ ταξίδι
βαθιά μες στα νερά τής ιστορίας,
το δρόμο ακολουθήσαμε της λάμψης.
Κι είδαμε μες στ' αόρατο της μοίρας
σε νάρκη τα οράματα που αιώνες
φωνή προσμέναν γνώριμη πατρίδας.
Και καθώς κάποιος από την παρέα,
θαμπωμένος ψιθύρισε, «τι θαύμα!»,
τα μάγια ευθύς λυθήκανε κι εμπρός μας
διάπλατα ανοίχτηκε ο δρόμος,
ο πανάρχαιος εκείνος δρόμος,
που άσφαλτα οδηγούσε στην καρδιά μας.
Από τη συλλογή Μαύρες ακτές (1994)
Νίκος Γρηγοριάδης, Φωνές
«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην»
Και το λεωφορείο να βελάζει σαν κριάρι
λουσμένο στις εκστάσεις τού Βοσπόρου.
Γύρω
οι λόφοι μοναστήρια φωτός και κιθαρίζουν
μες στα βαθιά τα κύματα δελφίνια.
Σμήνη φωνές οικείες κι αγαπημένες των δικών μας.
Οσία Ιώ κι εσύ Αγία Έλλη, με το χρυσόμαλλο το δέρας.
Και τ' αγιασμένο κύμα να φρικιά το εσώτατο.
Αν ναι, και ποιος θα το χαρεί
το μόνο «γεια χαρά, αδέρφια».
Θεσπέσια καλέσματα,
οράματα μέσα στο πορφυρό τού σύννεφου
που συμπλεκόμενα ανυψούνται στη χλωρή τη μνήμη
κι άλλα θρηνητικά σε ατέλειωτες σειρές μεσονυχτίων
- γδούποι σωμάτων σε στρατιές οδοιπόρων
ανεπίστροφες.
Ω σεις λησμονημένοι
με τη γεύση στα χείλη τής μοναξιάς
κι εσείς που μέσα σας ουρλιάζουν τα σκοτάδια,
μπρος μου διαβαίνετε σιωπηλοί
με καταιγίδες στις αίθριες ψυχές σας,
μάταια περιμένοντας
κάποιος να 'ρθεί μ' αναδρομές
τη νέκρα των καιρών σας να θερμάνει.
Μ' ένα του λόγο τής φθοράς
τ' άφθαρτα των χρησμών σας τα συνθέματα
μακάριος ν' αποκρυπτογραφήσει.
Από τη συλλογή Μαύρες ακτές (1994)
Πάρθεν (δημοτικό τραγούδι τού Πόντου)
Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην.
Ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν*, ουδέ στα περιβόλα,
επήγεν και ν-εκόνεψεν και σου* Ηλί' το Κάστρον.
Εσείξεν* τ' έναν το φτερόν, σο* αίμαν βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον.
Ατό* κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης∙
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ'* αναγνώθ', σίτε και κλαίει, σίτε κρούει* την καρδίαν.
Αϊλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν* η Ρωμανία.
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρα
κι Αϊ-Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται.
Μη κλαις, μη κλαις, Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι*.
Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν.
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο*.
(Δημοτικό)
Λεξιλόγιο:
κονεύω = καταλύω, σταθμεύω
σου = στου
εσείξεν = έσεισε, κούνησε, τίναξε
σο = στο
ατό = αυτό
σίτ' (και σόταν = εις όταν) = όταν, ενώ
ανακρούω = χτυπώ
δερνοκοπισκάσαι = δέρνεσαι, χτυπιέσαι
πάρθεν = πάρθηκε, κυριεύτηκε
κι άλλο (εννοείται άνθος)
Σε θέση προλόγου στη συλλογή Μαύρες ακτές (1994) τού Νίκου Γρηγοριάδη
Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι (Ψαλμός η ζωή...)
Ψαλμός η ζωή και το επέκεινα κωφάλαλο, κάπου στο διάμεσο χλωρός ο αχειροποίητος στίχος, μυριστικό και δυσεύρετο πλούτος.
Όμως οι νόμοι θεσπίστηκαν από τους κλέφτες για να φυλάττουν τα κλεμμένα κι η αμοιβή για την τήρησή τους ονομάζεται τιμιότητα, γι' αυτό ο μικρός κλέφτης κλέβοντας απλώς αποδίδει εν σμικρώ δικαιοσύνη, γιατί πάντα θα αντιστρέφονται οι αξίες κι ο φτωχός θα υπερασπίζεται τον πλούσιο ενάντια στον φτωχό αδελφό του και θα χαλκεύει τα δικά του δεσμά, ξέροντας πως θα χρειαστεί να κλέψει κάποτε μια σκούπα να σκουπίσει ένα κομμάτι Άδη να βάλει το πιθάρι του να κατοικήσει με μια γλυκιά ταραχή, όπως όταν μπαίνεις μ' ένα κορίτσι στη θάλασσα και αχνοβράζει το κύμα ή όπως περνά από μπρος σου η αγαπημένη σου και χάνεται κι εσύ στρέφεις τα μάτια μέσα σου κι αρχίζεις να εμφανίζεις στα μαύρα σκοτάδια κάτι πανέμορφες φωτογραφίες άφθαρτες.
...
Από τη συλλογή Ο πίθος και το φανάρι (1993)
Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι (Φωταψία ρημάτων αναβλύζει από βάθη σπηλαιώδη...)
Φωταψία ρημάτων αναβλύζει από βάθη σπηλαιώδη, βαφτίζονται τα χρώματα κι οι διάσπαρτοι ήχοι αλληλούια των ύμνων.
Ανάβει το εσωτερικό φανάρι του και ακτινογραφεί τους ανθρώπους, το κόκκινο της καρδιάς δείχνει κάτι δόντια όμοια με λύκου, σκέφτεται το λάθος του, εδώ, λέει πέσαμε σε θηρία και βέβαια από τα άγρια πιο δυνατά δαγκώνουν οι συκοφάντες, ενώ από τα ήμερα οι κόλακες, κρύβεται στο πιθάρι του κι ο σκύλος στο κρανίο του φύλακας, έλα να νυχτοπερπατήσουμε, τι το θέλεις το φως που ξεσκεπάζει τα βάθη, όλες οι πόρτες ανοίγουν με κλειδί και μόνο το μέσα τού ανθρώπου είναι από μόνο του ανοιχτό, όμως πρέπει πρώτα να βρεθεί άνθρωπος.
...
Από τη συλλογή Ο πίθος και το φανάρι (1993)
Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι (Ξένα λιμάνια κουβαλούν τα καράβια...)
(μπουζούκι: Γιάννης Μπιθικώτσης, τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Στου αιώνα την παράγκα (1996))
Ξένα λιμάνια κουβαλούν τα καράβια, μα εγώ στον μέσα όρμο μου αρμενίζω κι αδιάκοπα ερευνώ, τι θέλει κι αγρυπνά η καρδιά μου, αφού η ζωή μικρή κι ανήμπορος ο θάνατος να τη μηκύνει.
Νωχελικά αναδύεται μέσ' απ' το πιθάρι του, ω κρύφια μέρη και κακοτοπιές των κοριτσιών, όπου βουλιάζει και το πιο καθαρόαιμο όνειρο. Κι από τότε σκοτώνει κάθε μέρα μέσα του τον καλό άνθρωπο και την κόρη του τη φεγγαροντυμένη, την ώρα τη γλυκιά που σμίγει στην κούπα της το δυνατό κρασί τού αγαπημένου της ή τη νέα ελπίδα να πορευθεί ο κόσμος στα βαθιά και τα υπεράνω, μ' ένα φτερό ή μ' ένα ιστίο, ιστιοφόρο πάλλευκο επιπολής τού ονείρου, ω σκοτεινό ανατρίχιασμα, ψυχή, ψυχή μου, λέει, που απλώνεις το ξαστόχημά σου και το παίρνει ποντιάς μετάτροπος αύρα θέουσα άμα κι αναπαυομένη, πού πότε άγνωστο γιατί. Η μέρα ανοίγει και κλείνει ξανά και ξανά όλα τα ανθρώπινα κι εκείνος ευθύβολος προορισμένος να άρχει και να αμαρτάνει.
[...]
Από τη συλλογή Ο πίθος και το φανάρι (1993) του Νίκου Γρηγοριάδη
Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι (Ιριδισμοί αδειανού όστρακου...)
Ιριδισμοί αδειανού όστρακου κι η ζωή δραπέτης. Η ηχώ ξυπνάει τη μοναξιά και η τυφλότητα περιφέρει το μπαστούνι της και κροτεί στα σκοτεινά των τάφων.
Όμως να μου το θυμηθεί, λέει η δροσιά στο φύλλο, δε θα ξανάρθει εδώ πουλί, δε θα βοσκήσει κάμπια, η κυριαρχία τής φύσης πάνω στον άνθρωπο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, τώρα ο άνθρωπος κυριαρχεί στη φύση και τρώει τον άνθρωπο, απομένει η πτήση στο αχανές διάστημα του ονείρου, όμως κάθε μείξη σάρκας και οστών είναι στείρα απομίμηση φλογέρας κι ανώφελο να φοράς κατάσαρκα σάβανο και να χαμογελάς ηλίθια στους τεθλιμμένους αγνοώντας τα ονόματα των λουλουδιών πώς συνθέτουν τα τσέρκια των στεφάνων, η πράξη ξέρει να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα για να χωράει μέσα της η πραγματικότητα, μόνο κανείς δεν ψάχνει πια το φευγάτο ανάλαφρο ή την ευωδιά πέρα από κάθε όριο και όρο.
...
Από τη συλλογή Ο πίθος και το φανάρι (1993)
Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι (Έκπαγλα τα εφήμερα...)
Έκπαγλα τα εφήμερα, γι' αυτό κλαμένη η νοσταλγία κι ο πλεονέκτης θλιμμένος μη γνωρίζοντας πως το εφήμερο πάντα παρόν χωρίς ημερομηνία λήξης.
Γι' αυτό στέκεται μες στο φως και συλλογιέται. Το ουσιώδες είναι ότι δε γεννηθήκαμε για να ζήσουμε αιώνια πολύ περισσότερο να ευτυχήσουμε γιατί ο σκύλος θα έχει πάντα ουρά όπως η σκέψη θλίψη κι η νεανική σάρκα είναι ιδανικό έδεσμα για το θάνατο, όμως ο σκελετός θα διατηρεί αμείωτο το χιούμορ του γιατί ξέρει πως έχει μέλλον, αν και ισόβια φυλακισμένος ελπίζει στην πάμφωτη μέρα τής ανακομιδής, χαμογελά κομψός και απέριττος, όμως κι ο Διογένης δαγκώνει στα χείλη του έναν οβολό μειδιάματος, θα κάνει σκέφτεται τουλάχιστον ωραίο λείψανο έτσι άσκημος που είναι, γι' αυτό φορεί κατάσαρκα το φως και πάνω του σειέται ανάλαφρα ιστός αράχνης η ψυχή του.
...
Από τη συλλογή Ο πίθος και το φανάρι (1993)
Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι (Αιώνες το συν...)
John William Waterhouse, Diogenes, 1882Oil on canvas, 208,3 × 134,6 cm, Art Gallery of New South Wales
Του κυνός. Αλλά τις ην ούτος ανήρ ο κύων;
Διογένης∙ γένος, είπε. Σινωπεύς∙ ός πίθον ώκει;
και μάλα, νυν δε θανών αστέρας οίκον έχει.
Αιώνες το συν (+) του σταυρού συντίθεται από νωπούς ανθρώπους και τάφους αρτιγέννητους. Το σκότος καιροφυλακτεί και το φανάρι ανήμπορο.
Ο Διογένης, ή κάθε ταπεινός που κυλάει το πιθάρι του, όπως ο κάνθαρος το μικρό του σύμπαν, βγάζει χαράματα περίπατο τον μέσα σκύλο του φορώντας κατάσαρκα τον μαινόμενο Σωκράτη κι αγανακτεί που του κρύβουνε τον ήλιο και τον εμποδίζουν να συνδράμει στην ανέγερση του τείχους που πάντα πρέπει να χτίζουμε γύρω μας χωρίς αιδώ αλλά με περίσκεψη, σκέφτεται πως παντού τα ίδια συμβαίνουν κι οι αρετές είναι όλες σφάλματα, ξίφος μέσα στη θήκη που φοβάται να βγει και να συναντήσει το κόσκινο της καρδιάς, αντίθετα με τα αρπαχτικά που άγρια ξεσκίζουνε τις σάρκες, δεν ψάχνουν για το νόημα της ζωής, παρά για την αλμυρή της γεύση.
...
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Flora Mirabilis
κ' εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον...
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Όταν η μνήμη αλγεί, ο ποιητής, διαθλαστής κι αστεροσκόπος των ονείρων, αναδύεται τιμαλφής μέσ' από τον βαθύ χρόνο, μετέωρος στη διπλόη τού ιστίου και συνθέτει χλωρά αναστάσιμα για το πανέρι τής Φλώρας.
Επιστρέφω από τα βάθη κι ο άνεμος φυσά και με οξειδώνει, γιατί εισβάλλω χάλκινος σε χάλκινη εποχή, η χρυσή έχει παρέλθει ανεπίστροφα και τρίζουν τα οστά, σώθηκε το λιπαντικό τής μνήμης και τα γρανάζια αλέθουν το χρόνο κι η άμμος τρίβει την οδύνη των ματιών. Να το λοιπόν που δεν είναι, δεν είναι εντέλει η κάθε επιστροφή ανθοφόρα.
Τι άνθη να συλλέξεις από μιαν άνυδρη εποχή, όπου ακόμα και η Φλώρα δεν κρατάει λουλούδια και τα ποτάμια στέγνωσαν και στέρεψαν οι πηγές κι από πού πια να αναβλύσει δροσερή μνήμη, αφού και τα μνήματα ξεβράζουν τους νεκρούς και προχωρούν στα σκοτεινά και πού καντήλι, πού ανθός να οδηγήσει τον τυφλό στη μνήμη που δεν είναι πια ανθοφόρα;
Αν οι αφροί είναι λουλούδια και τα κύματα αδιάλειπτα, τότε η Φλώρα δε θα δει στεριά, μόνο η βουή κι ο μακρινός αχός που κατοικεί στ' άδεια κοχύλια θα συνάζει μνήμες και το αίμα έρχεται και φεύγει κυκλοδίωκτο σαν ήλιος και σαν γεράκι ψηφιδωτό, ενώ τα κορμιά διψούν και επιστρέφουν στην ακινησία, γι' αυτό και δε φορούν το χώμα τους ν' ανθοφορήσουν.
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Το σύνταγμα της ζωής
Στο Όνομα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδας τού Ανθρώπου - Άρρενος, Θήλεως και Έρωτα.
Εγώ
Αναθεωρητής και ποιητής τού Συντάγματος ορίζω:
Άρθρο Α
Ορόσημα βασικά τού Συντάγματος το Α και το Ω, εκτός κι αν άλλοις ορίζουν τα όνειρα, οπότε μπορεί ή επιβάλλεται η διεύρυνσή του σε ουρανό ή εγκυμονούσα μήτρα, συστολή ή διαστολή ρευστού Σύμπαντος.
Πολίτευμα η Τακτική Αταξία, καθώς ορίζει η ποιητική έμπνευση. Θεμέλιό του οι Άνθρωποι Αυτεξούσιοι, χωρίς εξουσία, όπως συστάδες λουλουδιών ή λέξεων που σμίγουν ήχους και μυρωδιές και τα χαρίζουν δώρο ακριβό στην ποίηση.
Οίηση καμία δε χωράει εδώ, ουδέ υποχρέωση ή δικαίωμα απέναντι σε άλλον. Κάθε πολίτης ζει σύμφωνα με τη φύση, όπως ορίζει το αίμα και το γλυκό του όνειρο.
Παμπόνηρο τέχνασμα. Τέτοιες σχέσεις δεν υπάρχουν - λείπει το δεύτερο σκέλος. Παρ' όλα αυτά, εφόσον το Ανεξήγητο επιβάλλει, δεν αποκλείεται επινόησή του, αρκεί να εκπηγάζει ελεύθερα μέσ' απ' το φόβο και το αίμα τού καθενός. Πάντως, το θείο δεν ορίζεται. Αν κάτι χρειάζεται να οριστεί ως Ιερό, είναι η ίδια η Ζωή και η φύση.
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Εκλογή
Εκλογή
Ο παππούς μου ο Ταλμάν ήταν -και το διακήρυττε- αμείλικτος πολέμιος της δουλείας και της δουλοπαροικίας, από τότε που παράτησε το φέουδό του και ίδρυσε βιομηχανία αλλαντικών, γι' αυτό έπνεε μένεα κατά των τσιφλικάδων που κρατούσαν τους κολίγους κολλημένους στα κτήματά τους σαν πεταλίδες σε βράχια. Πιο πολύ όμως τον μάνιαζε ο ισχυρισμός κάποιων ανατρεπτικών στοιχείων που υποστήριζαν ότι τάχα δεν υπήρχε καμιά διαφορά ανάμεσα στη ζωή ενός εργάτη και ενός δούλου, ή κι αν ακόμη υπήρχε ήταν καταφανώς σε βάρος τού πρώτου. Μάταια άφριζε ο παππούς μου προσπαθώντας να τους πείσει ότι οι εργάτες του μπορεί να μη διαβιασούσαν καλύτερα από τους δούλους, είχαν όμως ένα ανεκτίμητο αγαθό, το δικαίωμα να διαλέγουν ελεύθερα το αφεντικό τους. Απέρριπτε μετά βδελυγμίας και τις απόψεις των οπαδών τής δουλείας, ότι τάχα η δουλεία ήταν αναντίρρητα καθαγιασμένη αναντάμ παπαντάμ από τον ίδιο το Θεό και είναι αμάρτημα βαρύ να παραβαίνει κανείς τας βουλάς τού Κυρίου που ρητά και κατηγορηματικά τάσσεται υπέρ της δουλείας σε όλα τα στάδια της ζωής τού ανθρώπου, από τη βάφτιση έως το θάνατο και πιο πέρα, αλλιώς τι νόημα θα είχαν οι ιερές εκφράσεις όπως «βαπτίζεται (δώστε βάση εδώ) ο δούλος τού Θεού», «αρραβωνίζεται ο δούλος (βλέπετε;) του Θεού», «την ψυχήν (εδώ πια προχωράμε στο επέκεινα) του δούλου σου, Σώτερ, ανάπαυσον»; Τι υπονοεί το Σώτερ, παρακαλώ, αν όχι το Σωτήρα των δούλων, όπως είμαστε εμείς; Εξάλλου δε λέει την ψυχήν τού εργάτου του (τι θα πει τούτου!). Αυτά, όμως, πρά την αγιότητά τους, δεν ήταν ικανά πειστήρια για τον παππού μου, πόσω μάλλον οι ισχυρισμοί των ανατρεπτικών (τότε ακόμη δεν εφευρέθηκε η έννοια του κομμουνιστή) που διατείνονταν πως η ελευθερία που διακήρυττε ο παππούς μου για τους εργάτες του ήταν τάχα χειρότερη δουλεία, γιατί έλεγαν (άκουσον, άκουσον!) ήταν ταυτόσημη με την πείνα, την εξαθλίωση και τελικά το θάνατο. Πυρ και μανία ο παππούς μου, για να αποδείξει έμπρακτα σ' αυτούς τους αχρείους ότι έχουν άδικο, παραχώρησε την ελευθερία σ' έναν συνδικαλιστή, που του καθόταν στο στομάχι, πιο ενοχλητικά και από τη φασκιωμένη πέτρα στο στομάχι τού Κρόνου, και τον ξαπόστειλε να βρει δουλειά σε άλλη φάμπρικα. Απόλυτα ελεύθερος ο συνδικαλιστής μας πήρε σβάρνα όλα τα γραφεία των εργοστασιαρχών, που μιλημένοι τον πετούσαν ελεύθερο έξω από την πόρτα. Και όταν κάποιοι (κουκουέδες) εξαγριωμένοι τον ενοχοποιούσαν ότι τάχα αυτός ευθυνόταν για τον εξ ασιτίας θάνατό του, ο παππούς μου, ικανοποιημένος που οι απόψεις του αποδείχνονταν σωστές, απεφάνθη: Την εκλογήν ελεύθερος δίδει ο εργάτης.
Από τη συλλογή Βουστροφηδόν. Το σύνταγμα της ζωής (1988)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009
Νίκος Γρηγοριάδης, Όλοι οι δρόμοι
Όλοι οι δρόμοι
Ο παππούς μου, ο Ταλμάν, έβγαινε συχνά περιπάτους, τότε που όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη, κι ας υπήρχε άμεσος κίνδυνος να τον ληστέψουν στην ωραία εκείνη εποχή. Αλλά και στην πατρίδα του, τη σαλιγκαρώδη Κολχίδα, έπρεπε να φυλάγεται, ως κόρη ωραία γάμου, γιατί ήταν ενδεχόμενο -για να μην πω σίγουρο- να τον γδάρουν και ν' απλώσουν το πετσί του χρυσόμαλλο δέρας στο δέντρο που το φύλαγε άγρυπνος δράκος. Πόσω μάλλον όταν πήγαινε κατά Ελλάδα μεριά, όπου είχαν αποκτήσει την ωραία συνήθεια να σε κοντύνουν ή να σε μακρύνουν κατά τα κέφια τους -τους ξέρουμε τους Ελλαδίτες, να τα λέμε τώρα!- ή όταν ήθελε να μπει σε καράβι, ταξίδι για το λαβύρινθο και να χαθεί στον σκοτεινό κι απύθμενο κόλπο τής Αριάδνης, κι άντε τότε να βρει να υψώσει πένθιμα ιστία καλοκαιριάτικα μέσα σε τέτοιο φως. Και το κυριότερο, θα έχανε για πάντα το δρόμο του για τη Ρώμη, κι ας οδηγούσαν όλοι εκεί, με οδοδείκτες δεξιά ζερβά τα μαραφέτια τού Ερμή σαν άγουρα σταφύλια. Εξάλλου έβγαινε στον πηγαιμό για την Ιθάκη, όχι γιατί ήταν πατρίδα του και τον περίμενε, με πλισέδες στο πρόσωπο, η Πηνελόπη -τότε δε θα 'βγαινε-, αλλά ακριβώς γιατί ήθελε άλλη φτώχεια να του δώσει η Ιθάκη. Γιατί έτσι σοφός που έγινε, με τέτοια γνώση, δεν είχε πια καμιά αμφιβολία πως όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον τάφο.
Από τη συλλογή Βουστροφηδόν. Το σύνταγμα της ζωής (1988)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Οι μηλιές
Οι μηλιές
Ο προπάππος μου δε θυμάμαι αν είχε όνομα, είχε όμως τον κήπο του γεμάτο απ' όλα τ' αγαθά τού θεού, δεινόσαυρους και μήλα, φίδια και μπανάνες, χωρίς να τον καλλιεργεί, γιατί, όπως έλεγε, είναι πολύ προτιμότερο να κάθεσαι παρά να ξεθεώνεσαι στη δουλειά. Ακόμη και τους δούλους του, που τους ονόμασε Αδάμ και Εύα, για να θυμάται τους πρωτόπλαστους, συμβούλευε να περνούν τη μέρα τους κάτω απ' τα δέντρα τραγουδώντας στη βροχή. Ο ίδιος καθόταν στην πολυθρόνα του -ένα είδος θρόνου- πάντα μισοκοιμισμένος ή προσποιούμενος ότι κοιμάται, με το εσωτερικό όμως μάτι του ακοίμητο ή προσαρμοσμένο στην κλειδαρότρυπα του ήλιου, μπας και φανούνε ξαφνικά τίποτα μαύροι καβαλάρηδες ή μονόφθαλμοι πειρατές, αλλά κυρίως για το αφρόλουτρο της Εύας ανάμεσα στους κροκόδειλους και τους μακρόλαιμους πονηρούς κύκνους. Τις ώρες αυτές είχε τέτοια αθωότητα το πρόσωπό του που ήταν αδύνατον οι δούλοι του, αλλά και εμείς οι ελεύθεροι απόγονοί του να φανταστούμε κάποια τιμωρία για οποιοδήποτε παράπτωμά μας. Γι' αυτό με βλέπετε απορημένο, τόσο που η μπουκιά να μου καθίσει στο λαιμό, όταν το κορίτσι μου μού πρόσφερε, με το αθώο της εκείνο κούνημα, μια δαγκωνίτσα μήλο - χαρά στο πράμα, όταν είχαμε ήδη γευτεί όλου του κόσμου τις λιχουδιές. Σκέφτομαι (κι όμως αμέσως το απορρίπτω, γιατί ήταν πραγματικά Πάνσοφος) μήπως τον πιάσαμε στον ύπνο εκείνο το εξαίσιο δειλινό που είχαμε κλέψει όλα του τα χρώματα και βάψαμε πολύχρωμους σαν πεταλούδες τούς αγγέλους του που στρίγκλιζαν πετώντας γύρω απ' το ουράνιο τόξο. Μήπως τελικά ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε και μας ξεγελούσε; Πώς αλλιώς εξηγείται που ρήμαξαν τον κήπο του κάθε λογής στρατηγοί και μεταπράτες, στέλνοντας οπλοφόρους και εμπόρους που μας ξεθέωσαν στο κυνηγητό; Ή μήπως νομίζει στ' αλήθεια πως αυτοί που σκάβουν με τις κροτίδες τους αμέτρητους λάκκους είναι για να φυτέψουμε μηλιές;
Από τη συλλογή Βουστροφηδόν. Το σύνταγμα της ζωής (1988)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης
Νίκος Γρηγοριάδης, Ο Πόντιος
Ο Πόντιος
Ο Πόντιος είναι Πόντιος, έλεγε ο παππούς μου, κι όσο και να τον πλένεις πάντα στο δέρμα του φεγγοβολά ζωγραφισμένος ο πυρρίχιος και χορεύει στο μάτι του η Μαύρη θάλασσα μ' ένα δελφίνι. Ανεβασμένος στο τελευταίο κλωνάρι τ' ουρανού κρατά, όπως οι Άγιοι, στην αγκαλιά του γυμνές παρθένες που αναβλύζουν μύρο. Το άλογό του πίνει νερό από τη λάμψη τής χλόης, κι όπου κινείται η Μοίρα βάζει μπροστά το ένα του φτερό, κι όπου χλοάζει φύτρο με τ' άλλο το σκεπάζει. Και το κορμί του μες στα τόσα πλην αυτού του κόσμου και του άλλου είναι το μέγα πλούτος και η λάμψη όπου χτίζει το σπίτι του και το γκρεμίζει απέναντι στα φώτα των γυμνών παρθένων, ώσπου ν' αντιφεγγίσει Αχειροποίητο.
Από τη συλλογή Βουστροφηδόν. Το σύνταγμα της ζωής (1988)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γρηγοριάδης

