Μάριος Φραγκούλης & Παρασκευάς Καρασούλος, Τον εαυτό του παιδί (τραγούδι: Μάριος Φραγκούλης - δίσκος: Φεγγάρι ερωτευμένο (1999))
Στις αίθουσες αναμονής
Όσοι προσμένουν σιωπηλοί στους προθαλάμους πλήττουν θανάσιμα, παλιά περιοδικά βαριεστημένα ξεφυλλίζουν, μόνο φωτογραφίες αδιάφοροι κοιτώντας Άλλοι θυμούνται περιστατικά ξεθωριασμένα από τον χρόνο κι άλλοι σκέπτονται πράγματα που μόνο μέσα στη νοσηρή τους φαντασία συμβαίνουν Κάποιο τρελαίνονται στο τέλος κι εφορμούν βγάζουν τα μπουκαλάκια τής βενζίνας ραντίζουν πολυθρόνες και κουρτίνες κι όπως αλλόφρονες γιατροί γονυπετούν και θρηνωδούν σπαραχτικές σειρήνες αυτοί γυρνούν σε χρόνια μακρινά θυμούνται το τραγούδι τής μητέρας το γέλιο της, τα μαύρα της μαλλιά μικραίνουν πάλι, γίνονται παιδιά κρύβονται στην ποδιά της νοσοκόμας
Γιάννης Μαρκόπουλος & Κ. Χ. Μύρης, Μάνα (τραγούδι: Σοφία Παπάζογλου & Αλκίνοος Ιωαννίδης από συναυλία στο Ηρώδειο(2009) - πρώτη εκτέλεση από τον Νίκο Ξυλούρη στο δίσκο Ιθαγένεια (1972))
Ερωτηματικά ψυχοσαββάτων
μνήμη Τάσου Κόρφη
Έρχονται οι φίλοι μού χτυπούν την πόρτα τι να τους πω θα τους ανοίξω πάλι κι εξ άλλου χρόνια τώρα πεθαμένοι κι εξ άλλου χρόνια τώρα που κρυώνουν Και το σκυλί - τι άβυσσος αλήθεια - κουνώντας την ουρά καλωσορίζει Προς τι λοιπόν οι μάταιες αντιστάσεις; Ποιος ορθοτόμος και δικαιοκρίτης; Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος οριοθετώ τον πάνω κόσμο από τον κάτω κόσμο; Και ποιος εσύ που αμίλητος ανοίγεις παλιά συρτάρια και βαθιά σεντούκια ψάχνοντας το χαμένο μυρογυάλι; Και ποιος αυτός που αντίκρυ μου στην τάβλα χύνοντας δάκρυα φλογερά μια πίνει κόκκινο κρασί και μια την ερημιά των τάφων τραγουδάει;
Βρίσκω εκκωφαντικά τα γεγονότα τις διατυπώσεις πληκτικές το όλον έργο περιττό και χρονοβόρο Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών όμως κρατώ τις όποιες αποστάσεις τεκμήρια της αθωότητός μου Γι' αυτό αποφεύγω τους συνωστισμούς και προτιμώ τις άδειες παραλίες φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα πιστός ακροατής των οριζόντων Γι' αυτό αποφεύγω να συνομιλώ και με τον ίδιο ακόμη τον εαυτό μου Θέλω ν' ακούω ψιθύρους ουρανών θέλω ν' ακούω τριγμούς πέραν των τάφων
Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς μη με διαλύετε στους ορυμαγδούς σας αφήστε ν' αφουγκράζομαι γκρεμούς αφήστε να θωπεύω τους νεκρούς μου
Νίκος Παπάζογλου & Τάκης Σιμώτας, Το πηγάδι (δίσκος:Σύνεργα(1990))
Το πηγάδι
Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος πάνω σε τούτο το κωδωνοστάσι; Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες με διαπερνά το ρίγος τής αβύσσου
Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα Κι αν όμως είν' η θύρα κλειδωμένη; Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;
Νιώθω νερά στα πόδια μου κοάζουν τριγύρω μου βατράχια με φωτίζει ξάφνου ο θαμπός φανός τού νεωκόρου που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει
Ανέβα πάλι επάνω, χριστιανέ μου τι θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια
Η Λίνα Νικολακοπούλου διαβάζει «Τα σπίτια», ένα δικό της κείμενο, και «ακολουθεί» με τη φωνή της το Τρίφωνο στοHere it isτου Leonard Cohen (δίσκος:Προσοχή Τρίφωνο(2008)) [Πηγή: musiccorner.gr]
Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν
Κανείς δεν ξέρει πού κοιτούν τα σπίτια
μέσ' από τ' ανοιχτά παράθυρά τους σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο
Τα βράδια κλείνουν πια τα βλέφαρά τους βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους νιώθουν κι αυτά το σώμα τους ακούνε τις πέτρινές τους φλέβες να φουσκώνουν
μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν ψίθυροι των νερών φωνές τού ανέμου
Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν ο χρόνους τους ακινητεί το παρελθόν τους και το μέλλον τους χωρούν μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους
Όμως πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι σπάζουν τα κόκαλά τους απ' το βάρος
και ξαφνικά μια νύχτα καταρρέουν μ' ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει
Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Δειλινό (τραγούδι: Κώστας Θωμαΐδης - δίσκος: Κάτω από ένα κουνουπίδι (1995)
[Από την ενότητα Ψυχογένεια]
Ερημίτου απόλογος
Έτσι εκπληρώνω τον προορισμό μου
Με τα κρυμμένα μου πουλιά που ζωντανεύουν με κρουνούς κελαηδισμών τις αποτεφρωμένες σας κοιλάδες Με τη δική μου μουσική των δειλινών που μολονότι ηδυμελής και ωχρότατη στο τέλος τον άγριο παφλασμό σας υποτάσσει Με των δρυμών την περισυλλογή με των ανέμων την πολυφωνία μ' όλα τα μάτια μου ανοιχτά στο αντιπρανές με τη σιωπή μου κύμβαλο αλαλάζον
Σ' αυτό το μετερίζι ξαγρυπνώ σ' αυτή την έσχατη σκοπιά παρόχθιος παρατηρητής των επιγείων τη μοίρα κατοπτεύω
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) [Το ποίημα είχε αρχικά συμπεριληφθεί στη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) με τον τίτλο Προς αδαείς επιστολή ερημίτη]
Γιάννης Καραλής, Είδα τη μορφή σου(με τον Δημήτρη Ψαριανό)
[Από την ενότητα Ψυχογένεια]
Έτσι θα συντηρήσω τη μορφή σου
Όχι όχι στη σκιά στο ημίφως όχι
στην τέλεια λάμψη στο λευκό τού ασβέστη στου αμείλικτου φωτός την τυραννία
θα σε κοιτώ θα σε καλωσορίζω
διάφανη αγέρινη σχεδόν αστραφτερή
φτερό που στροβιλίζεται στο φως
σάρκα που ρέει και χύνεται στον καταρράκτη τού ήλιου
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) [Το ποίημα είχε αρχικά δημοσιευτεί στο περιοδικό Ανακύκληση (1987) και είχε συμπεριληφθεί στη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989)]
Διονύσης Τσακνής, Ρωγμές(δίσκος: Η νύχτα θα το πει (1994))
[Από την ενότητα Ψυχογένεια]
Έκλεισα τις ρωγμές
Έκλεισα τις ρωγμές τού σώματός μου σκούπισα των καιρών τ' αποκαΐδια τόσα συντρίμμια τόση στάχτη εντός μου
στόλισα της ψυχής τ' ανθοδοχεία όλα τα φώτα μου άναψα και τώρα
προσμένω μάταια να μ' επισκεφθείς προσμένω μάταια να με κατοικήσεις
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) [Το ποίημα είχε αρχικά δημοσιευτεί στο περιοδικό Νέα Εστία (1984) και είχε συμπεριληφθεί στη συλλογή Βυθός (1985) χωρίς τίτλο]
Δήμητρα Γαλάνη & Παρασκευάς Καρασούλος, Περιουσία (τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη - δίσκος: Φως (1991) [Από την ενότητα Δ. Τα επίμετρα]
II
Εσύ μακριά στο ανεπανάληπτο όνειρο
την τελειότητά σου υπαινισσόμενη * Στα βάθη τού αδυσώπητου κενού λάμψη κρυφή τού υπονοούμενου άστρου * Φιλί τής αιωνιότητας ρήξη τού χρόνου * Αμέριμνα γεωργείς το φως τού κόσμου * Η ίδια η ομορφιά σε αναγγέλλει σε υπόσχεται
όπως τα στάχυα υπόσχονται τον εύοσμο άρτο * Ω μυστικέ ουρανέ τού μέλλοντός μου
φεγγοβολή απροσδόκητη προσέλευση άστρων * Ανάβεις πολυκάντηλο στο χάος για να σε βλέπουν μάτια ναυαγών * Ω μνήμη ενός κοράλλινου βυθού
στης άσημης ζωής μου το ενυδρείο * Ω στίλβη των αστερισμών μέσα σε νύχτες εύμολπες * Πώς απ' τον θάνατό μου με ανασύρεις;
Πώς όλος είμαι μες στην ομορφιά σου;
Πώς σε κοιτώ κι ενδίδω στη σιωπή σου; * Ω αναντίρρητη στη βεβαιότητά σου
Ω μακρινή στη φωτεινή σου εγγύτητα
Ω σιγηλή στο μουσικό σου ανάκρουσμα * Μ΄ανακαλύπτεις στον βυθό και μ' ανυψώνεις
και στο δικό σου φως μ' επαληθεύεις * Με φέρνεις σ' ό,τι απέραντο ενοικεί τη λάμψη και το θάλπος τής αγάπης * Σ' ό,τι αποδίδει την ακέραιη μνήμη * Ψηλά στην επιφάνεια του φωτός
Νίκος Ζούδιαρης, Η άσφαλτος που τρέχει (τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας - δίσκος: Η άσφαλτος που τρέχει (2001)) [Από την ενότητα Δ. Τα επίμετρα]
I
Ξυπνώ στο σώμα πάλι εγκλωβισμένος
πλήρης αβύσσου πλήρης ερημίας
Και ξάφνου ιδού το απρόοπτο μη με λησμόνει
και ξάφνου ιδού ο καρπός το πορτοκάλι
και ξάφνου ιδού ο Αλντεμπαράν το αστέρι * Δεν σε γνωρίζω πρόσωπο στη λίμνη
σ' έχει ραγίσει το νερό κι ο χρόνος * Βαθιά μου ωχρά φεγγοβολείς αρχαία πατρίδα * Ω υπέρτερε εαυτέ μου Θάνατέ μου της εντολής σου ακολουθώ τον δρόμο στα μαύρα σου νερά καθελκυόμενος * Και πάντα μέσα μου αγρυπνάς ω αλλότριο βλέμμα
Σφίγγα του σκοτεινού μου πεπρωμένου * Γενέθλιος είναι ο τάφος σου μητέρα
Αναζητώ και πάλι τον εαυτό μου το βλέμμα μου τη φωτεινή μου μνήμη μέσα στο σώμα σου μυστηριακά επιστρέφοντας
Λάμποντας από θάνατο και γνώση * Καρπούμενος ωστόσο τη γαλήνη καθώς η στάθμη τού νερού ανεβαίνει
Τώρα το νιώθω των υδάτων είμαι * Εδώ ενοικεί το λάμπος το κρυμμένο * Νερό πρωταρχική μου αφετηρία * α βου γου δου κελαρυσμέ τής γλώσσας * Νερό στης μνήμης το βαθύ πηγάδι
έλα στο φως ανάβλυσε τραγούδησέ μου * Ναι των υδάτων είμαι της ροής ιδού και πάλι στο βυθό κυοφορούμαι
στο φως στη μουσική στη στέρεη γη στην πάχνη των ονείρων σ' ό,τι βαθιά στη σιγαλιά ενδημεί σ' ό,τι διαχέεται στη βοή τού κόσμου
στις τροχιές των γλάρων στις άνθινες πλαγιές που περιμένουν τον φονικό χορό των ερωτευμένων
στα σκοτεινά κελιά που θησαυρίζουν στέρνες δακρύων
στους τάφους τούς χορταριασμένους που 'χασαν όνομα και μνήμη
στον ζητιάνο που ακόμη μέσα του ψάχνει το θείο βρέφος
στον προφήτη που κρούει τον ουρανό και βρέχει βρώσιμη ελπίδα
στους γέρους που παράμερα σωπαίνουν για να μπορούν ν' ακούν τα μέσα λόγια
στα παιδιά που το σώμα τα βαραίνει και φεύγουν απ' το σώμα και πετάνε
Είσαι παντού
στη ρέμβη των πραγμάτων στου Απριλομάη τη χειμέρια νάρκη στην έρημο των σιωπηλών βλεμμάτων στη μάταιη των χεριών ιχνηλασία
στα σιωπηλά δωμάτια που βραδιάζουν στους καθρέφτες που πάντα περιμένουν στων ρολογιών τον αδιατάρακτο ύπνο στο κρεβάτι με την Μαρμαρωμένη
Είσαι παντού
στον κουρνιαχτό των δρόμων στον ωκεανό τής αφρισμένης πόλης στων όχλων την κινούμενη άμμο στους ήχους των τριάκοντα αργυρίων
στο χωρισμό με το λευκό μαντίλι στην προσμονή με το χλομό καντήλι στην αγάπη με το ανοιγμένο τραύμα
στο στεναγμό τής κλειδωμένης πόρτας στον ερχομό που ανοίγει παραθύρια στο πουλί που ραμφίζει μια ηλιαχτίδα στο γιορτινό φιλί σαν εύοσμο άνθος
στο βρέφος που γεννιέται και γνωρίζει και αποζητά το προορισμένο στήθος
στις ρίζες που σαλπίζουν τον εγερτήριο ύμνο βαθιά στο χώμα
στη μουσική των ανθισμένων κήπων στο ξαφνικό παρών τού δρυοκολάπτη στο απέραντο μυστήριο των ιβίσκων
στα νερά που ξυπνούν και τραγουδάνε και κάτασπρα φοράνε και χορεύουν
....................
Είσαι παντού ορατή κι αποκρυμμένη γειτονική κι απόμακρη μητέρα και θυγατέρα πέτρα και νερό χιόνι και υπόγεια βλάστηση πανέρι ρούχο απλωμένο στον αγέρα να στεγνώσει δέντρο γεμάτο ανθούς και σημασία Κι ωστόσο να σ' αγγίξω δεν μπορώ στα μάτια σου να σκύψω δεν μου πρέπει ν' αφουγκραστώ τον χτύπο τής καρδιάς σου τι μάταιος λόγος
Εσύ που ανθίζεις μέσα στη σιωπή με τη σιωπή σου μόνο με πλησιάζεις
εδώ σ' ένα τοπίο χωρίς εικόνα και μόνο φως φαιό που με τυφλώνει και το λευκό τής αμνησίας κενό κ' οι φωτεινές σχισμές τής μνήμης
Σουρουπώνει
θα πει βραδιάζει μέσα μου πλησιάζουν οι φίλοι με το νυχτωμένο στήθος πυκνώνει πάλι γύρω η απουσία πάλι και πάλι κάποιος με πληγώνει
Λοιπόν υπάρχεις προσπαθείς ακόμα μέσα σ' αυτό το αραχνιασμένο σπίτι σ' αυτή την κρύπτη των σπασμένων προσευχών των ραγισμένων ήχων των μορφών που μεταπλάθουν σε ουρανό το χώμα Μα ποιος εκείνος που σε κατοικεί μοναχικός στον ωκεανό τού χρόνου σα να 'σαι το έρημο νησί κι αυτός ο ναυαγός που εγώ δεν είμαι, σώμα;
Σταύρος Σιόλας & Μάνος Ελευθερίου, Σε άδειο θέατρο (τραγούδι: Αλκίνοος Ιωαννίδης - δίσκος: Πάντα κάτι μένει (2008))
[Από την ενότητα Α. Τα δύο πρόσωπα]
Πασχίζω ν' αποτραβηχτώ
στις πιο μικρές μου ανθρώπινες διαστάσεις μέσα στο σώμα να συμπυκνωθώ σε μια γλυκιά παραδοχή και μια γλυκύτερη παραίτηση να κλείσω της έγνοιας το βιβλίο και ν' αφεθώ γαλήνιος στων πραγμάτων τη ροή
λησμονημένος θεατής σκιών ατάραχος ακροατής ψιθύρων ανέπαφος από τον κραδασμό της τύρβης ή της μέριμνας το φόρτο χωρίς την πίκρα τής φθοράς ή της ελπίδας το τρέμισμα
χωρίς ιδιοκτησία
πάρεξ ένα λευκό κλαδί ασφοδέλου κι ένα χαμόγελο τεφρό που θα φεγγίζει στάχυ σιωπής στο τόξο των χειλιών μου
Οδυσσέας Ελύτης & Μάνος Χατζιδάκις, Με την πρώτη σταγόνα της βροχής (τραγούδι: Δημήτρης Ψαριανός - δίσκος: Ο μεγάλος ερωτικός (1972))
[Από την ενότητα Α. Τα δύο πρόσωπα]
Κι εσύ
σα να μου γνέφεις απ' τα βάθη πίσω από φώτα μακρινά μιας άλλης πόλης όταν εγώ στα δόντια των κυμάτων παραδαρμένος ναυαγός άξαφνα νιώθω μέσα μου το χάσμα το απόκρημνο κενό που με τραβάει κι ο φόβος ο πανάρχαιος σαν μανδύας παγωμένος και υγρός με περιβάλλει και μάταια ψάχνω για σωσίβια λέμβο και ιδού που ανοίγει το βαθύ πηγάδι και πέφτω στρο βι λί ζομαι και τότε νιώθω το αίμα σου στο δίχτυ των φλεβών μου το πέταγμά σου στις φτερούγες μου και νιώθω πως είμαι εσύ που μέσα σου φοβάμαι πως είσαι εγώ που εντός μου γαληνεύεις πως χύνεσαι όλη μέσα μου πως όλος λαμποκοπώ στη φωτεινότητά σου
με διαπερνά σαν ρίγος η υποψία πως κάποτε πληρέστερος υπήρξα πλησιέστερος στο ιδανικό μου αρχέτυπο Σε ποιους καιρούς λοιπόν έχω φθαρεί; Σε ποιους καθρέφτες αλλοιώθηκε η μορφή μου; Πώς του εαυτού μου το κακέκτυπο έγινα;
Βυθίζομαι στη μέσα μου σιγή
Ψάχνω να βρω το πρώτο πρόσωπό μου στο μπλάβο φως που εντός μου ακινητεί
Μίμης Πλέσσας & Ηλίας Λυμπερόπουλος, Με τα χείλη τα δικά σου ανασαίνω (τραγούδι: Γιάννης Πάριος - δίσκος: Τι θέλεις να κάνω (1972))
το είδωλο
Καθρεφτίζεσαι μέσα μου Το είδωλό σου στολίζει της ψυχής μου το βυθό με γιορτινά χαμόγελα κι αστέρια Κι όταν εσύ και πάλι απομακρύνεσαι παίρνοντας όλο σου το φως μακριά απ' τις όχθες μου το είδωλό σου δεν σ' ακολουθεί
Η ανθολογία ποίησης του Translatum στη «Μακεδονία της Κυριακής»
Η Μούσα του διαδικτύου (του Θανάση Γεωργιάδη)
Δικαίως την ονομάζω Μούσα, επειδή, κινούμενη από αγάπη προς την ποίηση της ιδιαίτερης πατρίδας της, η Βίκυ Παπαπροδρόμου ανθολόγησε εκατόν και τέσσερις ποιητές της Θεσσαλονίκης προς το παρόν και έθεσε την ανθολογία της στο διαδίκτυο ή Internetum, στην απόλυτη διάθεση παντός ενδιαφερομένου, και μάλιστα σε καιρούς αντιποιητικούς, όταν η πρώτη των τεχνών εξορίζεται κυριολεκτικά από τις πόλεις των Ελλήνων και τίθεται σχεδόν υπό διωγμόν.
Η δουλειά της είναι δύσκολη, γιατί πρόκειται για μόχθο πραγματικό, και δεν εννοώ μόνο την πληκτρολόγηση χιλιάδων στίχων, αλλά και το ότι ο ανθολόγος, κάθε ανθολόγος, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός τόσο στις επιλογές του όσο και στις παραλείψεις του, διότι, αν δεν είναι λεπτολόγος, καταντά σαν κάποιους πανεπιστημιακούς καθηγητές του γνωστού τύπου, που ειδικεύονται στις κολοβές ανθολογίες (ξεχνούν δηλαδή να ανθολογήσουν ποιητές όπως ο Μανόλης Ξεξάκης, ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Μηνάς Δημάκης, ο Καραβασίλης, ο υποφαινόμενος κ.ά. πολλούς και γίνονται έτσι καταγέλαστοι). Η Βίκυ ωστόσο αποδείχθηκε στην πράξη (όπως και στις προθέσεις) πραγματική Μούσα, προστάτις της ποιήσεως, ένα αγαθοποιό και προικισμένο πνεύμα, στο οποίο οφείλουμε πολλές ευχαριστίες και χάριτες όλοι όσοι ασχολούμαστε μ’ αυτό το εμπνευσμένο και δυσχερές έργο. Άλλωστε ως φιλόλογος διέθετε όλα τα προσόντα εκείνη, όμως ό,τι τη δικαίωσε ήταν η απόλυτη εξοικείωση με το αντικείμενό της. Το κατείχε βεβαιωμένα και έτσι εντελώς σίγουρη προχώρησε στην ολοκλήρωση του εγχειρήματός της, χωρίς να παραλείψει ακόμη και τον μεμονωμένο καλό στίχο κάποιου ποιητή. Διότι ακόμη και ο πλέον αδύναμος στην ποιητική τέχνη έγραψε κάποιαν ώρα κάποιον όμορφο στίχο. Επιπλέον, απ’ όσο ξέρω, η κ. Παπαπροδρόμου σχεδιάζει να αναλάβει και ένα άλλο φορτίο - να συγκεντρώσει κριτικές για κάθε ανθολογούμενο, και είμαι σίγουρος πως θα πετύχει και σ’ αυτή την επιδίωξή της. Βίκυ, σ’ ευχαριστούμε ευγνωμόνως οι ποιητές της πόλης.