Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Ορέστης Αλεξάκης - Τόλης Νικηφόρου: κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια

Ήταν για πολλά χρόνια φίλοι δι' αλληλογραφίας. Ύστερα, βρέθηκαν να ζουν για μια τριετία στην ίδια πόλη. Σταθερή αξία η φιλία τους που βασίστηκε εξαρχής στον αμοιβαίο σεβασμό και θαυμασμό και στην αλληλοεκτίμηση - και «κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια». Σταθερά σημεία αναφοράς και των δύο η γραφή υψηλού επιπέδου, το προσωπικό λογοτεχνικό στίγμα και, πρωτίστως, το ήθος τους. Άλλο κοινό τους σημείο είναι το γεγονός ότι ανήκουν στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά.

Ασφαλώς, ο τρόπος γραφής τους διαφέρει. Διαφέρει κι η εποχή που εμφανίζονται στα λογοτεχνικά δρώμενα της χώρας.

Όπως είπα προ καιρού, ο Ορέστης Αλεξάκης άργησε να εκδώσει την πρώτη του συλλογή (1974). Αλλά μας αποζημίωσε με το παραπάνω στην πορεία, έχοντας παρουσιάσει 10 συλλογές ως σήμερα. Βαθιά στοχαστικός, ακόμα βαθύτερα υπαρξιακός, ο Αλεξάκης κουβαλάει μέσα του ατόφιο τον Καβάφη και τους καβαφικούς ποιητές των προηγούμενων του γενεών, αντιμετωπίζοντας ισότιμα και ισόποσα στα γραπτά του τη ζωή και το θάνατο. Ο έρωτας υποβόσκει στο έργο του, αλλά ελάχιστα ποιήματά του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αμιγώς ερωτικά. Τα στοιχεία της φύσης κατέχουν ξεχωριστή θέση στους στίχους και τη σκέψη του, με πρώτο και καλύτερο το νερό. Ο ποιητής με τις «τρεις πατρίδες» (Κέρκυρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη) δεν δείχνει να επηρεάζεται ιδιαίτερα από τις πόλεις που έζησε ούτε καν από τη χώρα μας. Δείχνει περισσότερο πολίτης του κόσμου κι ίσως αυτό προσδίδει αυτή την απόλυτη συνέπεια που παρουσιάζει στο σύνολο του έργου του που έχει ως κέντρο βάρους τον άνθρωπο και το πνεύμα του σε κάθε του έκφανση, από τη γέννηση ως την ταφή.

Ο Τόλης Νικηφόρου εμφανίζεται στη λογοτεχνία 8 χρόνια νωρίτερα από τον Αλεξάκη με τη συλλογή, ή μάλλον το αρθρωτό ποίημα, «Οι άταφοι» (1966). Αργεί να εκδώσει την επόμενη συλλογή του (Αναρχικά, 1979), αλλά στο μεσοδιάστημα μας δίνει 3 συλλογές διηγημάτων. Είναι κι αυτός πολυγραφότατος και ως σήμερα μας έχει παρουσιάσει 13 ποιητικές συλλογές, 6 συλλογές διηγημάτων, 4 μυθιστορήματα και 3 παιδικά βιβλία. Κι ο Νικηφόρου έχει ως κέντρο βάρους τον άνθρωπο στην ποίησή του - αλλά τον άνθρωπο σε πλήρη εκδήλωση των συναισθημάτων και των ιδεών του. Τον επαναστάτη άνθρωπο, τον πανικοβλημένο άνθρωπο, τον καταπιεσμένο άνθρωπο, τον εργαζόμενο άνθρωπο και, πρωτίστως, τον ερωτευμένο άνθρωπο. Η ποίηση του Νικηφόρου έχει τη σφραγίδα της γενέτειράς του, της Θεσσαλονίκης. Τα περισσότερα ποιήματά του έχουν το άρωμα, τη γεύση και τα χρώματα του Θερμαϊκού, πάντα όπως τον βλέπει κανείς κατηφορίζοντας απ' τα κάστρα. Κυρίαρχα χρώματα στην ποίηση του Νικηφόρου είναι το φλογερό κόκκινο της ανατολής μα και της επανάστασης και του ερωτικού πάθους και το γαλάζιο του ουρανού στην πάνω πόλη της Θεσσαλονίκης μα και της θάλασσας που δίνει ζωή στην πόλη, ίσως και το γαλάζιο των ματιών του ποιητή. Συχνά απαισιόδοξος δείχνει να αντιμετωπίζει το θαύμα της γέννησης, της ζωής και του θανάτου με δέος. Σποραδικά στο έργο του διακρίνεται η επιρροή του Μαγιακόφσκι, όπως σωστά επισημαίνει ως κριτικός ο Βασίλης Ιωαννίδης. Σε αντίθεση με τον Αλεξάκη, ο Νικηφόρου μάς έχει δώσει αρκετά αμιγώς ερωτικά ποιήματα, μερικά από τα οποία θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερά του.

Άλλο κοινό σημείο του Αλεξάκη και του Νικηφόρου ήταν ότι μέχρι πρότινος και μετά από περίπου 4 δεκαετίες στα γράμματα ουδέποτε είχαν βραβευτεί. Τη «γρουσουζιά» έσπασε πρώτος ο Νικηφόρου, με μια βράβευση που ήρθε τις τελευταίες μέρες του 2009. Η Θεσσαλονίκη πανηγύρισε για 3 μαζεμένα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας του 2009 και ο Νικηφόρου μοιράστηκε το βραβείο διηγήματος με τον Αργύρη Χιόνη.

Θα σκάσω αν δεν το πω. Αυτά τα βραβεία έχουν καταντήσει τραγέλαφος. Θεωρούν ότι κάνανε το χρέος τους και τίμησαν δυο πολύ καλούς ποιητές ποιητές που έχουν χύσει άφθονο ιδρώτα και αίμα, την ψυχή τους την ίδια, για την τέχνη τους εδώ και δεκαετίες, δίνοντάς τους από μισό το κρατικό βραβείο διηγήματος. Τι να πει κανείς; Να χαρεί για τα βραβεία ή να γελάσει για τα χάλια μας; Και να σκεφτεί κανείς ότι τον περασμένο αιώνα δόθηκαν λιγοστά Νόμπελ στην ποίηση και δύο απ' αυτά τα πήραν Έλληνες.

Όπως και να 'χει το πράγμα, Τόλη Νικηφόρου, ακολουθώντας αντίστροφη ρότα από κείνην του Οδυσσέα, αφήνω το νησί των Φαιάκων και του Αλεξάκη, εγκαταλείπω τα ταραγμένα πελάγη μας και ξαναγυρνώ στην πατρίδα και τα ήσυχα νερά του δικού μας Θερμαϊκού. Ξαναγυρίζω για να ολοκληρώσω την παρουσίαση του έργου σου που την είχα αφήσει μισοτελειωμένη προ καιρού. Ας πούμε ότι αυτό είναι το συμβολικό μου δώρο για τη νέα χρονιά και τα επίσημα συγχαρητήριά μου για το βραβείο σου.

Θα ήθελα, όμως, να έχετε όλοι σας υπόψη ότι ξαναγυρίζω στην παρουσίαση του ποιητικού έργου του Τόλη Νικηφόρου ουσιαστικά για να βγάλω μια δυνατή κραυγή διαμαρτυρίας για τα περίεργα και τα βλακώδη καμώματα αυτής της χώρας στη χαραυγή της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας της. Βλέπετε, φοράω σαν δεύτερο (μπορεί και πρώτο) πετσί πάνω μου την ποίηση της πατρίδας μου, βλέπω ότι η δημοσιότητα ακόμα και στον τωρινό αιώνα των πληροφοριών και της ενημέρωσης παίζει άσχημα παιχνίδια στους Θεσσαλονικιούς ποιητές (ή μάλλον «δεν τους παίζει» καθόλου) και πάντα βαθιά μες στην ψυχή μου ο Νικηφόρου θα έχει τη δικιά του ξεχωριστή θέση πρωτίστως ως ποιητής και το ποιητικό του έργο είναι αυτό που έχουμε χρέος να γνωρίζουμε καλά όλοι μας. Γι' αυτό, παίρνω κι εγώ τη σκυτάλη από τον κερκυραίο Ορέστη Αλεξάκη, τη δίνω στον φίλο του θεσσαλονικιό Τόλη Νικηφόρου και αφήνω το έργο τους να βροντοφωνάξει πόσο άδικο είναι που δεν βραβεύτηκαν ποτέ ως ποιητές.

Μείνετε συντονισμένοι, λοιπόν. Το επόμενο δίμηνο θα γεμίσει και πάλι το ιστολόγιό μου χρώματα κι αρώματα Θεσσαλονίκης μέσα από τους στίχους του Τόλη Νικηφόρου και θέλω να είστε όλοι εδώ για τον καμαρώσετε.

Προς το παρόν, σας αφιερώνω ένα αγαπημένο μου παλιό τραγούδι με την Άννα Βίσση να παίρνει από τον Δώρο Γεωργιάδη και τη Σώτια Τσώτου το πινελάκι και να βάφει με χρώματα τη ζωή και την ψυχή μας, όπως κι η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου. Είναι η καλύτερη εισαγωγή που μπόρεσα να σκεφτώ εδώ και μέρες για το έργο του ποιητή:



Δώρος Γεωργιάδης & Σώτια Τσώτου, Μη βάζεις μαύρο
(τραγούδι: Άννα Βίσση - δίσκος: Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή (1977))
Δημοσίευση σχολίου