και πάλι υπέβαλα στο άγνωστο τις πέντε αισθήσεις μου και την ψυχή μου και έγινα δεκτός στην πρώτη τάξη του σύμπαντος σχολείου της αγάπης τα τραύματά μου γράφοντας σαν όνομα στο εξώφυλλο της καθημερινής ζωής
είναι καλός για άνθρωπος λένε οι δάσκαλοί μου με τον τρόπο τους μια φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου ένα γατί που περπατάει νωχελικά στον ήλιο θα μάθει γρήγορα όσα μπορεί να μάθει
κι εγώ επιμένω αφού δεν έχω πού αλλού να πάω μερόνυχτα εγκύπτω και λέω πως συνεχίζω τις σπουδές μου σ' αυτό το πρώτο και πιο δύσκολο σχολείο απ' το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση
όταν το κάτι αυτό το οτιδήποτε για μένα θα τελειώσει και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω
θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή η απαλή καμπύλη στο αύριο το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας
όταν το κάτι αυτό το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο
Παντελής Θαλασσινός & Ηλίας Κατσούλης, Ο πατέρας (τραγούδι: Παντελής Θαλασσινός – δίσκος: Από την Τήλο ως τη Θράκη(1999))
μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 2
σε είδα μεσημέρι στ' όνειρό μου μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας να ξεπροβάλεις με το σκεφτικό σου βήμα στα δάχτυλά σου αβέβαια κρατώντας τα παιδικά μου χρόνια κι ήταν το μέτωπό σου μια σταγόνα φως κι από τις άκρες των χειλιών σου το χάδι σου με τύλιξε όπως σ' εκείνη την παλιά φωτογραφία που χαμογελούσε με θλίψη μακρινή και ανεπαίσθητη ένας μακρόσυρτος σκοπός της Ιωνίας για όσα χάθηκαν και μας ορίζουν αμετάκλητα πατέρα Από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)
σε είδα μεσημέρι στ' όνειρό μου μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας ν' απλώνεις ρούχα σε ψηλό μπαλκόνι κι έγειρα να σ' αγγίξω όπως το φως εκείνο το γαλάζιο φως στα μάτια σου
και ξαφνικά θυμήθηκα πως δεν απλώνουν ρούχα στην πλατεία και ξαφνικά θυμήθηκα πως το μπαλκόνι αυτό πια δεν υπάρχει κι είδα να εκτείνεται μπροστά μου ανεξερεύνητη η χώρα όπου πηγάζει αυτό το φως το φως από την απουσία που μας ενώνει με μια υπόσχεση εκθαμβωτική πέρα απ' τον χρόνο και τον θάνατο μητέρα
Σωκράτης Μάλαμας & Οδυσσέας Ιωάννου, Τα σπίτια (δίσκος: Δρόμοι (2007))
σπίτια αδιάλλακτα στη μοναξιά τους
σαν μια θλιμμένη γκρίζα πινελιά σπίτια παλιά, ακέραια με τα μεγάλα τους παράθυρα κλειστά εύγλωττα στη σιωπή τους καθώς μια παιδική σκιά από τότε τη στέγη αγγίζει και σαν επίκληση αιωρείται
σπίτια αδιάλλακτα στη μοναξιά τους μεταξωτή ανεμόσκαλα στον ουρανό Από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)
Φίλιππος Πλιάτσικας, Πηγαίνω μόνος (δίσκος: Τι δεν έμαθε ο Θεός (2005))
χώμα στον ουρανό
το όνομά μου είναι θάλασσα το όνομά μου είναι ουρανός ψυχή από χώμα το όνομά μου είναι φωτιά μέσα σ' όλες τις μουσικές μέσα στις ζωγραφιές και τα νυχτερινά ποιήματα το όνομά μου είναι απουσία και δεν προφέρεται στις ξένες γλώσσες αυτού του κόσμου Από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)
μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους φορώντας τις μαγικές τους μπότες βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε σαν μπίλιες απ' τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν όλα τ' αστέρια τ' ουρανού μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας Από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)
Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Τα παιδιά ζωγραφίζουν (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Χωρίς ταυτότητα (1980))
το μυστικό εξαίσιο άρωμα
γράφουμε για να μάθουμε τη μουσική το όνομα της τίγρης το μυστικό εξαίσιο άρωμα γράφουμε για να ζωγραφίσουμε με λέξεις την ψυχή μας να ανασύρουμε ένα ένα τα αλλεπάλληλα καλύμματα και κάποτε να φτάσουμε εκεί όπου όλα τα ποιήματα του κόσμου είναι πριν από την αρχή γραμμένα κάποτε έκθαμβοι να οδηγηθούμε στο λόγο που μας έδωσε πνοή Από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)
ηλιοσκόπιο το [ilioskópio] O40 : όργανο που μειώνει την εκτυφλωτική λαμπρότητα του ηλιακού φωτός, όταν πρόκειται να γίνουν παρατηρήσεις. [λόγ. < γερμ. Helioskop < skop =" -σκόπιον" style="color:purple;">
Ποίηση: το ηλιοσκόπιό μας όποτε και αν θέλουμε να παρατηρήσουμε τον ψυχικό μας κόσμο.
Τις λέξεις σου να τις ζυγιάζεις μία μία με το Ζυγό της Ακριβείας τον αλάνθαστο, και με ζύγι το βάρος ψυχής που τες βαραίνει, και τη βοή τού χρόνου.
Οι λέξεις είναι σαν τα κοχύλια στ' ακροθαλάσσι, που τα ξεβράζει η θάλασσα. Και την ακούς ολάκερη τη θάλασσα μες στο καθένα, ακατάπαυστη και μακραντιλαλούσα. Για τούτο τα λόγια των νεκρών βαραίνουν πιο πολύ απ' των ζωντανών. Τα συμπυκνώνει μέσα η άκρα σιωπή και τα σκληραίνει σαν το διαμάντι.
Ιδές ξανά τον Ερωτόκριτο και τα Δημοτικά Τραγούδια. Και απαραιτήτως τα Κλέφτικα. Ακούγοντ' εκεί λέξεις μεστές μ' όλο το αίμα τους και τη βοή τους: Ψωμί, Φωτιά, Βουρκωμένα Βουνά, Βουβάλια σφάζονται, Θεριά μαλώνουν, Αχός βαρύς, Φυσέκια, Χιόνια, Βροχές. Και Ξαστεριά και Μπουνάτσα, Καράβια και Χελιδόνια...
Σ' όλο τον κόσμο ξαστεριά, σ' όλο τον κόσμον ήλιος...
Μελέτησε τη γλώσσα των πουλιών.
Είναι χρεία οι Ποιητές ν' ακούν τα ωδικά πουλιά και να μαθαίνουν.
Ποίηση και κελαηδισμός πηγάζουν από το Νόημα (Πνεύμα) και αυτό υπηρετούν.
Έβγαινε λοιπόν όξω εις τον κήπο τα βαθιά χαράματα ή άνοιγε το ανατολικό παράθυρο κι άκου τ' Αηδόνι, το τι λέει και πώς το λέει∙ –όπως τότε:
Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση∙
Στην ανάγκη σχίσε το στήθος σου μ' ένα σπαθί, ν' αηδονολαλήσει μες απ' το αίμα σου.
Μείνε σταθερός εις τούτη την υψηλή θέση, και το χέρι σου ας μην τρέμει, να μην τρομάξει μέσα στο αίμα κι αρχίσουν θρήνοι και κοπετοί.
(Πιάσε μια μεγάλη σκούπα και φροκάλισε κάθε γλυκασμό και ακάθαρτο νερούλιασμα. Όξω η bella parola, όξω, στ' απορρίμματα. Cosa μόνο, cosa pura. Και τα δάκρυα στη θάλασσα να πληθαίνει.)
Το Αίμα, τ' Αηδόνι και το Πνεύμα συνταίριαζέ τα. Πηγαίνουν μαζί, χύνονται στο ίδιο ποτάμι.
Περισσότερο Αίμα: περισσότερο Πνεύμα.
Φωνή μου μέσα μου κλειστή, φωνή, μιλιά τ' ανθρώπου!
Πολλή 'ναι μέσα η πίκρα σου, πολλή και βουρκωμένη, Σύγνεφο μέγα, που βροχή στα σπλάχνα του σηκώνει.
Φωνή μου μέσα, βρύση μου, μιλιά μου στερεμένη!
Εδώ 'ναι χρεία να σηκωθείς ν' ανοίξεις την πληγή σου, Το κοφτερό ως το κόκαλο βαθιά να πάει μαχαίρι, Να βγάλει αίμα και νερό, βρύση να ξεκινήσει.
Δίψα 'χε το χρυσόφτερο κι έκρυβε τη φωνή του∙ Μπήκε κι ήπιε στη φλέβα μου και τη λαλιά του βρήκε.
Αίμα μ', αηδόνι μου κρυφό, γλυκιά που 'ν' η φωνή σου!
Κρυφαναβρύζει η θλίψη μου με τον κελαηδισμό μου.
Ποίηση, ηχός ανάκουστος γεμίζει τον αγέρα.
Φύση, μ' ακούς κι αντίλαλους σκορπάς παντού και τρέμεις, Ωσάν το δένδρο οπού το σειούν να ρίξει τον καρπό του, Και πέφτει φύλλο στα μαλλιά, και μήλο στην ποδιά σου, Και τα πουλιά ξεσήκωσαν πυκνό φτερό κι αγέρα.
Ποίηση, γλώσσα της ψυχής κι απόκριση του κόσμου!
Σαστίζουν πάνου οι Άγγελοι, κι οι Ουρανοί σωπαίνουν.
ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ
Το αίμα ανοίγει και λαλεί, σαν το πουλί τ' αηδόνι.
Κρυφαναβρύζει η θλίψη μου, τ' αηδονολάλημά μου.
Ποίηση, φωνή, μελωδικός ηχός και μαγεμένος Με της Αγάπης τη λαλιά και της Ψυχής παρόμοιος.
Μ' ακούει ο αγέρας, κρέμεται∙ μ' ακούει το φως και στέκει.
Ποίηση, ξεφωνητό πουλιού στη σκοτεινιά τού κόσμου.
Ποίηση, π' ανάβεις και σκορπάς παντού βοή και λάμψη, σ' γη, σ' ουρανό, στο νύχτωμα, το λαμποκόπημά σου.
Σ' ακούν απάνου οι Άγγελοι και παίρνουν τον αχό σου.
Μάνος Χατζιδάκις, Το ποτάμι (για την ομότιτλη ταινία του Νίκου Κούνδουρου (1960))
ένα ποτάμι στοιχειωμένο
ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου από προγόνους και μνήμες σκοτεινές λάμψεις της αστραπής που σχηματίζουν λέξεις ταξίδια μυστικά σε χώρες που ποτέ δεν γνώρισα
ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου μια μουσική ένα μελλοντικό καράβι πλησίστιο που περιπλανιέται σε κατακόμβες φωτεινές του γαλαξία Από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)
[Από την ενότητα II επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος]
όταν πεθαίνει ένα παιδί, 2 αποχαιρέτισε το κόκκινο και το βαθύ γαλάζιο το βιολετί μέσα στο σύθαμπο του ελαιώνα αποχαιρέτισε το πρώτο φρρρ και χσσσ του ανέμου τα φύλλα που αιφνίδια ασημώνει αποχαιρέτισε τα ερημωμένα δίπλα πρόσωπα τον χάρτινο ήχο του νερού στην πέτρινη αυλή της γειτονιάς σου
με μια σύριγγα καρφωμένη στη φλέβα αποχαιρέτισε τον κόσμο
πριν από σένα θάχει πεθάνει τ' όνειρό σου η αυταρχική πορφύρα και τα κούφια λόγια σαν τα σκυλιά πριν από σένα θα έχουμε πεθάνει όλοι
αποχαιρέτισε λοιπόν τον κόσμο άνοιξε τις μεγάλες πύλες της αβύσσου να μην υπάρχει πια έλεος για κανένα
να γίνει στάχτη και να σκορπιστεί στο χώμα ο λόγος και το φως του κόσμου
Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
ActionAid Hellas: Μην κάνεις ότι δεν ακούς! (Δυναμώστε τον ήχο.)
[Από την ενότητα II επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος]
όταν πεθαίνει ένα παιδί, 1 αβιταμίνωση είναι όρος των στατιστικών δελτίων η πείνα εξωραϊσμένη αποπροσωποποιημένη όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής λέξη χωρίς εικόνα
ένα παιδί είναι μονάκριβο ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο με την κοιλιά πρησμένη μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου
όταν πεθαίνει ένα παιδί πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά πέτρινα γίνονται τα φύλλα και δέντρα
όταν πεθαίνει ένα παιδί ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους ενώ σαν χάλκινο πουλί ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα
όταν πεθαίνει ένα παιδί οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται τριγύρω ο κόσμος καταρρέει
Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
[Από την ενότητα II επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος]
Θεσσαλονίκη με το όμικρον του ονείρου στο τέλος της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας
ξεχύνεται απ' τα υψώματα στη θάλασσα σαν κατρακύλι με το όμικρον του ονείρου ανηφορίζει από τη θάλασσα στον ουρανό σαν προσευχή με τη θαμπή φωνή του πλήθους
όχι κούφια κι άφωνη σαν τις πολύχρωμες κραυγές των διαφημίσεων όχι φτηνή και χρήσιμη σαν πλαστικό ουροδοχείο όχι τυφλή για τα παιδιά της για τα δέντρα και τους ποιητές για καθετί παράλογα που ανθίζει
εβραία σλάβα αρμένισσα ανατολίτισσα ρωμιά τουρκάλα κοινότητα της αρετής και της παιδείας επέμενε ο ανώνυμος εκείνος ζηλωτής κρατώντας τη στιγμή μετέωρη πάνω από τα παρελθόντα και τα μέλλοντα πριν εξακόσια τόσα χρόνια
παγκόσμια πόλη ελληνική αρσενική σαν το βαρδάρη της σαν τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα καλντερίμια της γυναίκα σαν την απεραντοσύνη και σαν τον ήλιο στον φιλόξενό της κόλπο μεθυστικά όταν βασιλεύει
παγκόσμια πόλη μακεδονική με το διπλό άλφα της αγάπης κυβόλιθο στην Εγνατία Οδό με τον δικό της ουρανό Ναζίμ στα μάτια σου κόρη της Ιωνίας την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας στα κάστρα της ψυχή της προσφυγιάς
καμένη κουρσεμένη ανίκητη
κοινότητα της αρετής και της παιδείας που δεν δανείζεται αλλά δωρίζει που ζωγραφίζει χαμογελαστές καμπύλες στην ανθισμένη από το χώμα Παναγία Χαλκέων με το αβέβαιο άρωμα της ουτοπίας πατρίδα με ανοιχτές τις πύλες απροσπέλαστη
κοινότητα της αρετής και της παιδείας αρχαίο καράβι με κομμένες άγκυρες μες στο νωχελικό φθινόπωρο της παραλίας για το ατέλειωτο ταξίδι στο απρόσιτο πέρα ως πέρα φωταγωγημένο από τα μάτια των παιδιών
Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
[Από την ενότητα II επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος]
ουτοπία αναρχικού λούστρου
κάθεται σταυροπόδι σ' ένα σύννεφο βουτώντας το πινέλο του στο κασελάκι με τα χρώματα το κασελάκι με τις λέξεις με τον τζιλά και τ' άλλα εκρηκτικά και βάφει κόκκινα τα υποδήματα κάθε περαστικού θεού κόκκινο κόκκινο και μαύρο ένα παιδικό μπαλόνι
με την απρόσεχτή του κίνηση τα θαμπωμένα μάτια του από του ήλιου την εγγύτητα τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν και τότε στάζει ο ουρανός μυριάδες άστρα
Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
Οι εκδόσεις Γαβριηλίδης και το βιβλιοπωλείο Βιβλιορυθμός σάς προσκαλούν την Τρίτη 16 Μαρτίου 2010 στις 8.00 το βράδυ στο χώρο του βιβλιοπωλείου Βιβλιορυθμός σε εκδήλωση για τον ποιητή
Μίκης Θεοδωράκης, Στην ανατολή (τραγούδι: Στέλιος Καζαντζίδης / δίσκος: Στην ανατολή (1974))
[Από την ενότητα I την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας]
επίκληση στο ακατανόητο
προσεύχομαι με τις ανεπαρκείς μου λέξεις με τη θαμπή μου όραση σφίγγοντας το κενό στο στήθος μου
προσεύχομαι στις ρίζες μου στον παντοκράτορα ήχο από το μαντολίνο του παππού που απλώνεται κρυστάλλινος από την Ιωνία και τη Μαύρη Θάλασσα και θρυμματίζει τον ιστό της μοναξιάς
προσεύχομαι σε μιαν ανατολίτισσα του ήλιου αχτίδα που υπόσχεται το αυριανό τραγούδι στην όποια αλήθεια παραλλάσσεται μέσα στις τελευταίες αυταπάτες μου
προσεύχομαι ο ελάχιστος στο μέγιστο που δεν γνωρίζω
προσεύχομαι στο ακατανόητο όπως μια πέτρα ταπεινή, μια στάλα αίμα απ' όλους τους κοινούς ανθρώπους ένας προσεύχομαι στο ακατανόητο με την πνοή που εκείνο φύτεψε μέσα μου αυτή που γνώρισε τον πόνο και ξέρει τη σιωπή να αποδέχεται αυτή που ακατανίκητη πεθαίνει
Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
Claude Monet, Yellow and Lilac Water-Lilies, 1922 (oil on canvas - Toledo Museum of Art, Toledo, USA) Source: monetalia.com
[Από την ενότητα I την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας]
Άφυτος, 2
είναι γλυκό το φως αιώνες που ωρίμασε στην απουσία και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια
αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου φύλλα, ζουζούνια, αγριόχορτα μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα
είναι γλυκό το φως μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι και η μικρούλα έρημη εκκλησιά με το θαμπό της κόκκινο
Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
[Από την ενότητα I την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας]
Άφυτος, 1
ανάμεσα σε δυο κόκκινες στέγες το σιωπηλό πράσινο της συκιάς διαλέγεται με τους κυματισμούς τους γαλάζιου ως τη θαμπή υπόνοια της μακρινής ακτής ως το βάθος τ' ουρανού που ψηλαφούν οι υδρατμοί ως τις αστραφτερές ζωντανές ανταύγειες που βασιλεύουν κάτω απ' την επιφάνεια
λευκά πλεούμενα διασχίζουν το αόρατο φως μαύρες σαΐτες διαγράφουν απροσδιόριστα σχήματα πάνω από την επίκληση των δέντρων πάνω από την πελεκημένη πέτρα τρυφερή όπως το δέρμα και το άγγιγμα
στους λόφους αιωρούνται νότες από τ' αρχαία έγχορδα της παραλίας όπως φόρεμα πολύχρωμο που θροΐζει στο χόρτο ένα ξένος μαθαίνει να συλλαβίζει τη γαλήνη ένα παιδί απλώνει τα παιχνίδια του στο χώμα
οι απαντήσεις βρίσκονται όπως πάντα εδώ και χαμογελούν με καλοσύνη σε χιλιάδες μάταια ερωτήματα
Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
Σταύρος Κουγιουμτζής & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Όμως δεν ξέρω (τραγούδι: Βίκυ Μοσχολιού – δίσκος: Όταν σε περιμένω (1979))
[Από την ενότητα I την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας]
οι γειτονιές του παρελθόντος χρόνου
απόμεινε ένα γυμνό παράθυρο οικείο σαν αίνιγμα που η λύση του ανεξήγητα σου διαφεύγει μια σιδεριά σε μισογκρεμισμένο τοίχο ένα τραπέζι με αποτυπώματα φωνής και χνώτου κι ο άνεμος που υπενθυμίζει την αγάπη αχνά στις συλλαβές των ονομάτων τους
απόμεινε ο αφρός στην κορυφή του κύματος που σαν λουλούδι ανθίζει και μαραίνεται μια μουσική που ανεπαίσθητα στο αίμα σου εισβάλλει και παραμένει μακρινή όσο κι αν ανιχνεύεις την πηγή της
απόμεινε προσωρινά αόρατο ένα χαμόγελο από τις γειτονιές του παρελθόντος χρόνου που ξαφνικά θα φωτιστεί μες στο σκοτάδι σαν μια απόδειξη ζωής που δεν τελειώνει Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Αχ ουρανέ (τραγούδι: Βασίλης Λέκκας – δίσκος: Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά (1986))
[Από την ενότητα I την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας]
ο κηπουρός των άστρων
εξόριστος απ' όλους τους περιφραγμένους κήπους φυτεύει νυχτολούλουδα σε άγριο χώμα και τα ραντίζει με σταγόνες φως
στον ίσκιο εκείνα ενός μαντρότοιχου κρύβουν προσεχτικά τους σπόρους τους κι ανέμελα στον άνεμο τους παραδίδουν μεταναστεύουν το φθινόπωρο στο αόρατο και απροσδόκητα ξαναφουντώνουν μεγαλύτερα το τελικό σίγμα της άνοιξης όταν προφέρει ο χρόνος
με σκόρπιες πινελιές στα φύλλα τους χορεύει το αύριο κίτρινα χρωματα φούξια και μωβ το σούρουπο φεγγοβολούν στο κούτελο
εξόριστος απ' όλους τους περιφραγμένους κήπους ο πρεσβευτής του εγγύτατα απρόσιτου στη γη προσφέρει όνειρο τον ουρανό Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
Γιώργος Καζαντζής, Το βαλς της ουτοπίας (δίσκος: Του ταξιδιού τα κίβδηλα (1996))
[Από την ενότητα I την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας]
την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας εισπλέει αθόρυβα στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς
ελεύθερο το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας
από το άλφα ως το ωμέγα ευθύς τα γράμματα ενώνονται κι ενοποιούνται στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα αρχαίοι λινοτύπες συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα και κάτω από τα υψωμένα χέρια το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους στις στέγες αιωρούνται και τα ερωτικά προαύλια φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο και σιωπηλά αναδύονται στο φως
έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν το πυροτέχνημα κορμί και στο γαλάζιο εξακτινώνονται ενώ τριγύρω τα περίπτερα λικνίζονται στη μουσική που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει
παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)
Ποιήματα που δημοσίευσα στο παρελθόν από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997) του Τόλη Νικηφόρου (κάντε κλικ στον τίτλο τους):
Θέα από τα δυτικά βυζαντινά τείχη τής πάνω πόλης ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ/THESSALONIKI, Φωτογρ. Γιώργος και Γιάννης Ζαρζώνης, Εκδόσεις Ζαρζώνη Πηγή: Δήμος Θεσσαλονίκης
λέξεις αμετανόητες
τα χρόνια μου έζησα εξόριστος ένας μισοσβησμένος στίχος σ' αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης
μέσα στο κάθε κύτταρό μου ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει ο καθημερινός τριγύρω θάνατος
πάντα ταξίδευα αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε και το άλφα της αγάπης σου με σφράγισε, πατρίδα αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου
ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα την ποίηση δεν εγκατέλειψα τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται πέρα ως πέρα φωταγωγημένα από τα μάτια των παιδιών
Από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης (1994) του Τόλη Νικηφόρου
θίασος παιδικός της γειτονιάς που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια στο παλκοσένικο του δρόμου ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου
οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός που πήγαζε στα όρη της Αμύντα κι εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν αρχαίες αγορές κι αγάλματα
Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου και ναυλοχούν στο βορινό λιμάνι Ολύμπου
διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες χλωμά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια πεισματικά που αγκυροβόλησαν σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία και αξιώθηκαν να μη γνωρίσουν την καταισχύνη των μεγάλων
τα όνειρα που μείναν όνειρα κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης
Λουκιανός Κηλαηδόνης, Τα θερινά σινεμά (τραγούδι: Βίκυ Μοσχολιού / δίσκος: Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ (1978))
γενέθλια πόλη, 1
αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες για να τσιμπολογάνε τα παιδιά απ' τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα και από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης σπόρια ονείρου
εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς ο ήλιος ν' αμολάει απλόχερα τους ήχους από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου
αριστερά και δεξιά πιο κάτω ν' απλώνεται η πλατεία ουρανός με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου και τ' άσπρα σύννεφά της ν' ανεμίζουν σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη
μέσα απ' τη γη να ξεπροβάλλει η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων όλα στη θέση τους αμετακίνητα όπως το χέρι του πατέρα τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε
η φλόγα απ' το δαδί να λαμπαδιάζει στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα
διαρκώς ν' αλλάζουν και να μένουν όλα στη θέση τους αμετακίνητα αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων απ' όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου
από σκαρί μοναχικό κι απρόσιτο λίκνο που ζωγραφίζει η ομίχλη στην τελευταία ανάμεσα καμπύλη τ' ουρανού και τους ορίζοντες της θάλασσας σαν κατρακύλι παιδικό γλυστράει στο πρωινό γαλάζιο το τραγούδι
και χάνει την ευκρίνεια των λέξεων κερδίζει χρώμα και ηδύτητα πάνω απ' τον λόφο καντηλιάζεται χορεύει με γυμνές πατούσες στις πευκοβελόνες φτάνει με στήθια τρυφερά και με φιλάει στα μάτια
βουβά και δίσεκτα χρόνια μετά το πρώτο καλοκαίρι όταν συγχέεται η ομίχλη με τη νύχτα όπως το μακρινό ταξίδι με τον θάνατο μέσα απ' το χώμα υπερβαίνοντας τη μνήμη ξανθό με μάτια γαλανά στο φως και πάλι ανθίζει το τραγούδι
μέσα απ' το χώμα υπερβαίνοντας τη μνήμη στο φως και πάλι το τραγούδι
πολιορκούμε τα κάστρα τ' ουρανού με τ' ανυπεράσπιστα φτερά μιας πεταλούδας η άνοιξη θανάσιμα μας σαϊτεύει μέσα απ' τα μάτια των παιδιών ενώ κάτω έχιδνες καραδοκούν κι ένας χθόνιος θεός σιωπηλός περιμένει την πτώση
Linda Vallejo, Alpha and Omega, 1997, Acrylic on canvas (36x48") Πηγή: creativeshake.com
το διπλό άλφα της αγάπης
κάποτε μέσα απ' το χώμα εκρήγνυται σαν ρόδι σκορπίζει στον ουρανό
μέσα στο θριαμβικό ωμέγα της ζωής ελλοχεύει το διπλό άλφα της αγάπης για να ολοκληρώσει τους κύκλους του να αναιρέσει την ήττα που ακολουθεί να σημάνει την αρχή μετά το τέλος της να προσθέσει φως στην ύπαρξή της
το διπλό άλφα της αγάπης που κάποτε υπερβαίνει τον θάνατο αγγίζει τ' άστρα πέφτει χλιαρή βροχή στην πατρώα γη
Η ανθολογία ποίησης του Translatum στη «Μακεδονία της Κυριακής»
Η Μούσα του διαδικτύου (του Θανάση Γεωργιάδη)
Δικαίως την ονομάζω Μούσα, επειδή, κινούμενη από αγάπη προς την ποίηση της ιδιαίτερης πατρίδας της, η Βίκυ Παπαπροδρόμου ανθολόγησε εκατόν και τέσσερις ποιητές της Θεσσαλονίκης προς το παρόν και έθεσε την ανθολογία της στο διαδίκτυο ή Internetum, στην απόλυτη διάθεση παντός ενδιαφερομένου, και μάλιστα σε καιρούς αντιποιητικούς, όταν η πρώτη των τεχνών εξορίζεται κυριολεκτικά από τις πόλεις των Ελλήνων και τίθεται σχεδόν υπό διωγμόν.
Η δουλειά της είναι δύσκολη, γιατί πρόκειται για μόχθο πραγματικό, και δεν εννοώ μόνο την πληκτρολόγηση χιλιάδων στίχων, αλλά και το ότι ο ανθολόγος, κάθε ανθολόγος, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός τόσο στις επιλογές του όσο και στις παραλείψεις του, διότι, αν δεν είναι λεπτολόγος, καταντά σαν κάποιους πανεπιστημιακούς καθηγητές του γνωστού τύπου, που ειδικεύονται στις κολοβές ανθολογίες (ξεχνούν δηλαδή να ανθολογήσουν ποιητές όπως ο Μανόλης Ξεξάκης, ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Μηνάς Δημάκης, ο Καραβασίλης, ο υποφαινόμενος κ.ά. πολλούς και γίνονται έτσι καταγέλαστοι). Η Βίκυ ωστόσο αποδείχθηκε στην πράξη (όπως και στις προθέσεις) πραγματική Μούσα, προστάτις της ποιήσεως, ένα αγαθοποιό και προικισμένο πνεύμα, στο οποίο οφείλουμε πολλές ευχαριστίες και χάριτες όλοι όσοι ασχολούμαστε μ’ αυτό το εμπνευσμένο και δυσχερές έργο. Άλλωστε ως φιλόλογος διέθετε όλα τα προσόντα εκείνη, όμως ό,τι τη δικαίωσε ήταν η απόλυτη εξοικείωση με το αντικείμενό της. Το κατείχε βεβαιωμένα και έτσι εντελώς σίγουρη προχώρησε στην ολοκλήρωση του εγχειρήματός της, χωρίς να παραλείψει ακόμη και τον μεμονωμένο καλό στίχο κάποιου ποιητή. Διότι ακόμη και ο πλέον αδύναμος στην ποιητική τέχνη έγραψε κάποιαν ώρα κάποιον όμορφο στίχο. Επιπλέον, απ’ όσο ξέρω, η κ. Παπαπροδρόμου σχεδιάζει να αναλάβει και ένα άλλο φορτίο - να συγκεντρώσει κριτικές για κάθε ανθολογούμενο, και είμαι σίγουρος πως θα πετύχει και σ’ αυτή την επιδίωξή της. Βίκυ, σ’ ευχαριστούμε ευγνωμόνως οι ποιητές της πόλης.