Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Έγκλειστες συναντήσεις: αναζήτηση (σελίδα 11)

Έγκλειστες συναντήσεις: αναζήτηση (σελίδα 11)

Έγκλειστες συναντήσεις: παρακοή

Έγκλειστες συναντήσεις: παρακοή

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Γιάννης Νεγρεπόντης, Αυτός ο τόπος



Λήδα Χαλκιαδάκη & Σπύρος Βλασσόπουλος, Έλα να δεις τον τόπο μου
(φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1974)

Αυτός ο τόπος

Κουραστήκαμε. Άλλο δεν μπορούμε
σ' αυτόν τον τόπο εδώ
που η ιστορία αναβλύζει
σε κάθε μας βήμα.

Κι αυτές οι πληγές
που δε λένε να κλείσουν
σε κάστρα, σε ναούς, σε αγάλματα
σε τάφους συλημένους
που δε συγχωρούν
σε αγίων εικόνες
μιας θρησκείας παρθένας μαινάδας∙
παντού το πάθος
∙ το δέος αυτό
άλλο δεν το μπορούμε.

Τι να καταλάβουν οι άλλοι;
Έρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν
φεύγουν, περιγράφουν, ησυχάζουν.

Τι ξέρουν αυτοί απ' τα δικά μας
μ' αυτόν τον τόπο τον ανοικτίρμονα
τον παντοκράτορα, τον αβασίλευτο.


Από τη συλλογή Δωρήματα (1963)

Χρίστος Λάσκαρης, Ο περιπατητής του δειλινού



Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Δειλινό
(τραγούδι: Κώστας Θωμαΐδης / δίσκος: Κάτω από ένα κουνουπίδι (1995))

Ο περιπατητής του δειλινού

Περιπατητή πού πηγαίνεις προς το δειλινό,
πού φεύγοντας την πόλη χάνεσαι τις Κυριακές
σ' ερημικά προάστια,
ψυχή πού αφουγκράζεσαι
κράτα το βήμα σου
και μην απομακρύνεσαι τόσο.
Σκέψου σε λίγο το γυρισμό.

Γιατί κανείς την πόλη δεν ξεφεύγει.
Όλοι επιστρέφουμε μπροστά σε κάποια μηχανή
και με μια μουσική
θαμμένη στην καρδιά μας,
σπρώχνουμε τον βδομαδιάτικο καιρό
κοιτώντας κάποτε απ' το παράθυρο.
Κι όταν φτάνει η ώρα η δειλινή
που σταματούν τα κουρασμένα πλήκτρα
και η δακτυλογράφος σηκώνεται,
όλοι τραβιόμαστε προς την έξοδο.
Χωμένοι βαθιά στο θόρυβο,
καθένας
μ' έναν ίσκιο πλάι του,
πηγαίνει.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006)

Τάσος Πορφύρης, Αύρα

Αύρα

Είχα ξεθαρρέψει το περασμένο καλοκαίρι
Έλεγα πως όλα τέλειωσαν τραγουδούσα κάθε πρωί
Κολυμπούσα μ' ένα δελφίνι πλάι μου
Ώσπου έφτασε κείνη η συντροφιά
Με το μελαχρινό κορίτσι
Που 'χε τα χέρια της φωλιές πουλιών
Και τα μαλλιά της ορμητήρια ανέμων
Με συνεπήρε ο καημός κι άρχισα πάλι να γράφω στίχους
Ξενυχτούσα μαζεύοντας αστέρια για τα μαύρα της μαλλιά
Την άλλη μέρα τα πετούσα
Σκούριαζαν
Μου 'παν πως τα πείραζε η υγρασία της θάλασσας
Φανταζόμουν τα δάχτυλά μου καταρράχτες στο κορμί της
Διάλεγα έρημες ακρογιαλιές
Και δεν θυμάμαι τι άλλο
Πάνε τόσοι μήνες ξανάρθαν οι ήσυχες μέρες
Με τα αισθήματα στη χειμωνιάτικη νάρκη τους
Με το κορμί τυλιγμένο στη μοναξιά του
Με τις πληγές του έρωτα επουλωμένες
Με σχέδια για τ' άλλο καλοκαίρι

Από τη συλλογή Flash back (1971)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Ανδρέας Εμπειρίκος, Η μνήμη των αναμνήσεων

[Από την ενότητα Α']

Η μνήμη των αναμνήσεων

Η ανύψωσις του χεριού σου
Έχει τη χάρι ζαρκαδιού που τρέχει
Σε χλόη γαλάζια σαν τα φύλλα της καρδιάς σου
Το στεφάνι που έρριξες στο λαιμό του αλόγου
Είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων
Η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη
Δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων
Δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού
Είναι μια συλλογή ενθυμημάτων
Που η διαφάνειά των ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου
Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν
Οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια
Στην επιφάνειά των πλέχουν χίλιες μικρές πομφόλυγες
Περιέχουν το πεντάσταγμα της απαλής καρδιάς σου
Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μου
Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μας
Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους
Μπροστά μου το λειβάδι απλώνεται όπως χθες
Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες
Όμως εσύ δεν ήλθες
Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας
Είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε
Τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί
Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο
Χωρίς να την αφήση χλιμιντρίζει
Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του
Στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε
Το άλογο αυτό και εγώ
Είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο
Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά
Είμεθα κένταυρος που ξέρει
Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθης.

Από τη συλλογή Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες (1984)

Σημείωση:
Για να πάρουμε μια γεύση του τρόπου γραφής του Ανδρέα Εμπειρίκου μετέφερα εδώ το ποίημα χωρίς παρεμβάσεις στην ορθογραφία, ακριβώς όπως δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Άγρα το 1984.

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Μίλτος Σαχτούρης, Κοιτάμε με τα δόντια

Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

Από τη συλλογή Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη (1964)

Translatum: Favourite Poetry - Μίλτος Σαχτούρης

Αφωνία φωνηέντων (Σωκράτης Ξένος)

Αφωνία φωνηέντων (Σωκράτης Ξένος)

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Χάρης Βλαβιανός, Μια φορά κι έναν καιρό...

[Από την ενότητα Λεύκωμα, Χρονικά αγάπης και απωλείας]

Μια φορά κι έναν καιρό...

Τρεις γυναίκες.
Τρεις γυναίκες
(μάνα, κόρη και η κόρη της κόρης)
κι ένας άντρας.
Ο άντρας είναι τώρα απών.
Οι γυναίκες παραμένουν ακίνητες.
Ντύνονται, ασφαλώς, φτιάχνουν τα μαλλιά τους
συγυρίζουν τα συρτάρια τους
κρατούν όλα τα προσχήματα
αλλά στην ουσία ο χρόνος
έχει σταματήσει.

Είναι αποφασισμένες να διατηρήσουν
την όψη του αναλλοίωτη.
Η καρέκλα στην κορυφή του τραπεζιού
τα βιβλία, οι φωτογραφίες
όλα βρίσκονται στη θέση τους
όπως τ' άφησε εκείνος.
Εκείνος,
το κατάξανθο αγόρι με τα κυματιστά χείλη,
ο έφηβος με το πορτραίτο του Σικελιανού στο γραφείο,
ο φοιτητής με τις βαθιές ρυτίδες γύρω από το στόμα.

«Η αισθηματολογία
είναι η αποτυχία του αισθήματος, μας έλεγες»
επαναλαμβάνουν στον εαυτό τους
καθώς με απόλυτη φυσικότητα σερβίρουν το φαγητό
κοιτάζοντας με στοργή το λευκό του περίγραμμα.

Είναι ν' απορεί κανείς με το σθένος τους.
Το πρόσωπο της αγάπης γι' αυτές τις γυναίκες
είναι το πρόσωπο που στρέφει το βλέμμα του αλλού.

Από τη συλλογή Adieu (1996)

Translatum: Favourite Poetry / Χάρης Βλαβιανός

Με μικρά βήματα (Ανέστης Ευαγγέλου)

Με μικρά βήματα (Ανέστης Ευαγγέλου)

Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί (Ανέστης Ευαγγέλου)

Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί (Ανέστης Ευαγγέλου)

Έγκλειστες συναντήσεις: ταξίδι

Έγκλειστες συναντήσεις: ταξίδι

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Γιάννης Βαρβέρης, Ένα ποίημα για παιδάκια

Ένα ποίημα για παιδάκια

Το λουλουδάκι
περίμενε τη μέλισσα
κι η μέλισσα δεν ήρθε.

Έστειλε μόνο
με τον αγέρα μήνυμα
να μην ελπίζει
δε θέλει άλλα φιλιά
και πως όλα τέλειωσαν.

Ο αγέρας τότε
κοντοστάθηκε για λίγο
έβγαλε το καπέλο του
κατέβασε τα μάτια
κι ύστερα δίχως λέξη
σηκώθηκε γι' αλλού.

Έτσι είναι
είπε το λουλουδάκι γέρνοντας
το μέλι και το κρύο φιλί
είναι πάντα του ανέμου
είναι του ταχυδρόμου.

Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982)

Translatum: Favourite Poetry - Γιάννης Βαρβέρης

Λουξεμβούργο (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

[Από την ενότητα Σύντομα και πικρά]

Λουξεμβούργο

Στον Αντώνη Φωστιέρη

Λουξεμβούργο
ο κήπος με τις καστανιές
συννεφιές
τα ροζ πέταλα της τύχης
στον αέρα
περπατώ τρίζει η χρυσή μέρα
κρατώ Ελλάδα στη φούχτα μου
μικρή δασύτριχη
βότσαλα οι εύστροφες λέξεις σου
ανοίγουν νέους κύκλους
στα μέσα νερά.
Α! η μονότονη φαντασία της άνοιξης
όταν κουρελιάζεται το φρόνημα
του χρόνου
και ζάρες είναι οι μόνες προεκτάσεις
στις γραμμές της μοίρας∙
αναπτύσσονται ξαφνικά
νέες σκάλες
κι οι μαρμάρινες κρήνες
από παλιά ξανατρέχουν…

Χωρίς λύση καμιά
χωρίς συμπέρασμα ή ευφορία

Από τη συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978)

Πηγή: Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση και μουσική

Αρχική πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Translatum: Favourite Poetry / Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Έγκλειστες συναντήσεις: ελπίδα



Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Άσπρο περιστέρι
(μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης, τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Της γης το χρυσάφι (1970))


ελπίδα


Με το στήθος στην πάλη
Στον αγώνα
Στον πόλεμο της ζωής
Στον ΕΡΩΤΑ
Άσπρο περιστέρι το αύριο


Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008)


Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Έγκλειστες συναντήσεις (ποιήματα ανήλικων κρατούμενων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης)

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Έγκλειστες συναντήσεις: ένστιχτο

Έγκλειστες συναντήσεις: ένστιχτο

Έγκλειστες συναντήσεις: Το μυστικό

Έγκλειστες συναντήσεις: Το μυστικό

Βύρων Λεοντάρης, Αυτές οι εκβολές των ματιών σου...

[Από τη συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

Αυτές οι εκβολές των ματιών σου...

... Αυτές οι εκβολές των ματιών σου
πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα
για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ' αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει
παρήγορα πάνω στο δέρμα σου – είχες ένα δέρμα
μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι, δεν σ' άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας
εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία
που τίποτε δε θα μπορέσει πια να τις χωρίσει.


Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006]

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Μαραμπού



Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Μαραμπού (δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Μαραμπού

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγμαατισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μού εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος έμοιαζε αλπικό-
και μια στενή μάς έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό τής πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μού χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία τού μοιάζω...

Από τη συλλογή Μαραμπού (1933)

[Αναδημοσίευση]

Translatum: Favourite Poetry - Νίκος Καββαδίας

Πεζότητος εγκώμιον (Σπύρος Δόικας)

Πεζότητος εγκώμιον (Σπύρος Δόικας)

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Νίκος Καββαδίας, Cambay's water



Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Cambay's water
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Ο Σταυρός του Νότου (1979))

Cambay's water

Στον Π. Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σού σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που 'ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ' απόψε –λέω– φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που 'πες με θυμό: «Θα 'βγω άλλη μέρα...»


Τη νύχτα σού 'πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία...»

Ξημέρωσε κ' ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαραχάνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!...
Μ' αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά τα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι∙
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.


Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Translatum: Favourite Poetry - Νίκος Καββαδίας

Γιάννης Μαρκόπουλος, Ελλάδα (Λένγκω Λένγκω)



Δεύτερη εκτέλεση

Ελλάδα (Λένγκω Λένγκω)

Μουσική & στίχοι: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος (Ανεξάρτητα, 1975)
Δεύτερη εκτέλεση: Χάρις Αλεξίου (12 λαϊκά τραγούδια, 1975)

Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά

Κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια
για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με τυραννάς

Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς

Ρε μπάρμπα, κάτσε να μας πεις μια ιστορία
πώς ήταν τότες η μανούλα μας παλιά
έπεφτε ξύλο σαν γινόταν φασαρία
ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά;

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου σπαράζεις την καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου πληγώνεις τη χαρά

Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
την κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ
μητέρα, είπε, ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ

Τ'άνθη στόλιζαν τ' αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου 'χεις φάει τη ψυχή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί

Αυτή, παιδιά μου, ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ' τα κουρέλια φαινότανε οι πληγές

Κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει
τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
τ' όνειρο που φεύγει την τρομάζει
να αναζητάει μια χαμένη ελευτεριά

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα
στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα
πες μας πάλι τι ζητάς

Εδώ έχουμε ένα σπουδαίο τραγούδι, από τα ωραιότερα του Γιάννη Μαρκόπουλου, που είναι φανερό πως γράφτηκε στα χρόνια της δικτατορίας και το όνομα «Λένγκω» δεν είναι παρά στολή παραλλαγής για το όνομα της χώρας μας ώστε το τραγούδι να μπορέσει να περάσει αλώβητο τη λογοκρισία. Τελικά, ηχογραφήθηκε μετά τη δικτατορία δύο φορές την ίδια χρονιά (1975). Η πρώτη είναι ζωντανή ηχογράφηση με τον ίδιο τον συνθέτη και η δεύτερη αυτή που ακούμε τώρα. Επέλεξα σκόπιμα τη δεύτερη ηχογράφηση γιατί νομίζω ότι είναι μια από τις κορυφαίες ερμηνευτικές στιγμές της Χαρούλας σ' έναν καταπληκτικό δίσκο και, μάλιστα, ενώ η τραγουδίστρια είναι πολύ νέα.

Αφιερώνω το τραγούδι στα κορίτσια (της παρέας μας κι όλης της χώρας) που γιορτάζουν σήμερα με την ευχή πάντα να κουβαλάνε την Ελλάδα μέσα τους, όπως στο τραγούδι.

Υ.Γ. προς Ελένη Μπέη: γι' αυτή την Ελλάδα, ρε γαμώ το, σου μιλούσα προχτές.

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μιλώ...



Μιλώ

Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ανάγνωση: Κώστας Καζάκος
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Νύχτα θανάτου (1974)

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956)

Πηγή για τους στίχους: Translatum

Τίτος Πατρίκιος, Ανοιχτά σύνορα

[Από την ενότητα Επιστροφή στην ποίηση (1948-1951]

Ανοιχτά σύνορα


Θυμάσαι είχαμε κάνει την ίδια υπογράμμιση
στο ίδιο βιβλίο του Μαρξ...


Δεν υπάρχουν για μας μακρινοί περίπατοι
σε δρόμους ολόσκεπους με δέντρα
το πολύ στα κράσπεδα σκονισμένες πικροδάφνες.
Στις άδειες τσέπες μας δεν κουδουνάνε αστέρια
μόνο ένα κουτί τα πιο φτηνά τσιγάρα
και ρέστα από χιλιάρικο.
Το μέτρησαν επιτέλους οι ξένες αποστολές
το γράψαν οι εφημερίδες με ημίμαυρα
το αγνοούν οι Πολιτικές Επιστήμες του Πανεπιστήμιου:
στον τόπο μας
έχουμε κατά κεφαλήν
ογδόντα δολάρια εισόδημα το χρόνο.

Ακρόπολη
αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε
ποιοι πέρασαν
ποιοι πολέμησαν
ποιοι χάραξαν τ' όνομά τους
ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα
είμαι κι εγώ ένας απ' αυτούς.
Πατάω το ίδιο χώμα
με τα θαμμένα παράνομα βιβλία
και τ' αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό
στην ίδια πόλη ζω
που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο.
Και γίνονται όλα ένα
τ' ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου
σας μιλάω εγώ απ' την Αθήνα
στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό
που βαρέθηκε να 'ναι γαλάζιος
τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.
Μιλάω σε σένα Παρίσι
με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο
πλυμένο απ' τη βροχή, το αίμα,
τις βρισιές των κομμουνάρων,
Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι' αυτοκτονίες.
Σε σένα Άγια Πετρούπολη
με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα
που γδύθηκες τ' όνομά σου
για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν.
Μιλάω σε σένα Μαδρίτη
κάρβουνα σαν και μας
καρφωμένη απ' τις μαυριτάνικες λόγχες,
Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.
Το εμβατήριο.

Γενάρης 1950

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, I (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Translatum: Favourite Poetry
- Τίτος Πατρίκιος

Λουκιανός Κηλαηδόνης, Τα νέα μέτρα



Τα νέα μέτρα

Μουσική & στίχοι: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Δίσκος: Ψυχραιμία παιδιά! (1979)

Δεν μας τρομάζουν τα νέα μέτρα
δεν μας τρομάζει εμάς πληθωρισμός
δεν μας τρομάξανε τόσα και τόσα
θα μας τρομάξει τώρα ο καπιταλισμός

Δεν μας τρομάζουν τα νέα μέτρα
δεν μας τρομάζει εμάς το ενεργειακό
δεν μας τρομάξανε τόσα και τόσα
θα μας τρομάξει το κυκλοφοριακό

Εδώ μας κλείνουν τώρα μέσα από τις δύο
και το δεχτήκαμε στα σιωπηλά
τι κι αν μας βάλουν πια στα καύσιμα δελτίο
δεν μας φοβίζουν και το ξέρουνε καλά

Δεν μας τρομάζουν τα νέα μέτρα
τα συνηθίζουμε σιγά σιγά
εδώ δεχτήκαμε τόσα και τόσα
θα φοβηθούμε τώρα τα μονά ζυγά

Εδώ μας κλείνουν τώρα μέσα από τις δύο
και το δεχτήκαμε στα σιωπηλά
τι κι αν μας βάλουν πια στα καύσιμα δελτίο
δεν μας φοβίζουν και το ξέρουνε καλά

Δεν μας τρομάζουν τα νέα ωράρια
σιγά σιγά τα συνηθίζουμε κι αυτά
εδώ γινήκανε τόσα και τόσα
κι όμως εμάς δεν μας τρομάξαν αρκετά

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Εκδοχή

Εκδοχή

Συνετός άνθρωπος και να 'ναι εκτός εαυτού;
Μέρες που είναι, θα το δούμε κι αυτό.
Να βγάζει και να πετά το σακάκι του,
Ν' αδειάζει μες στο δρόμο τις τσέπες
Και να εξατμίζεται εντός δευτερολέπτων
Σα να ήταν όλος από πτητική μελάνη.

Κι αυτό θα το δούμε κι άλλα.
Τη βροχή να μένει ακίνητη πάνω απ' τη χώρα,
Τα υδάτινα καρφιά της μετέωρα
Πάνω από το βρυχηθμό της πνοής μας.

Τα κρύα προβατάκια των άστρων
Να βόσκουνε μια τέτοια βροχή
Και ο μονόφθαλμος ο παρατηρητής των πάντων
Να κλείνει πια το τερατώδες του βλέφαρο.

Έτσι μπορεί να τελειώσουν όλα.
Και ν' απομείνουμε εκεί που ήμασταν πάντα:
Βλάκες γλυκά αποσβολωμένοι
Μες στο Χάος.


Από τη συλλογή Λιμός (2007)

Translatum: Favourite Poetry - Δήμητρα Χριστοδούλου

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Βασίλης Καραβίτης, Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά

Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά

Οι μεν πηγές υπόγειες πάντα κι ακαθόριστες
σε λίγες άγνωστες καρδιές –φοβάμαι– άφαντες
εξ ου κι όλοι βολεύονται με το αρχαίο νεράκι του Θεού
ελάχιστο, ως γνωστόν, και για τη δίψα του μωρού
ό,τι ονομάζουνε δηλαδή ξανά όσοι ορέγονται ακμή
Ελπίδα ή Άλκηστη της Ανθρωπότητας
(κι εσύ μείνε να κόπτεσαι για άλλες υπερβάσεις).
Τέτοια καμώματα μου φέρνουν ένα είδος σπαραγμού
αφού στο πείσμα το ρηχό κι ακαταπόνητο
μιας άστοχης κι από ανέκαθεν τυφλής αναπαραγωγής
δεν βλέπω πια ούτε για δείγμα να επιπλέουνε
ιδιότητες αγνές κι ορμές πασίχαρες της έκπαλαι ζωής
όσες στηρίζαν δηλαδή εκ παραδόσεως το μέσα μας
όταν σαν όλο κλυδωνίζεται απότομα και καταρρέει.
Παράδειγμα, η φιλία που μας έδενε ως ιστός
κι ως άνθος άπειρο κι αρχέτυπο φροντίζαμε παιδιά:
Με κηπουρούς ανάξιους όπως οι σωρηδόν επίγονοι
καλείται τώρα να υπάρξει αυτοφυές
και μόνο του να επιζήσει.
Γι' αυτό κι εγώ, συμμέτοχος εξ ορισμού
της τόσης δυστυχίας μας, δεν στέργω πλέον
να συντρέχω τους ανάξιους συντρόφους μου.
Ένα βασίλειο σκιάς στήνω αφιλόξενο και κρύβομαι καλά
όταν τρυπώνει ο ήλιος κι αποσύρεται αμήχανος
χωρίς να βρίσκει τίποτα να ξεσκεπάσει.
Εκεί, με μίσος γόνιμο κι ακούραστη οργή,
μόνος πληθαίνω και διασώζομαι
ίσως σε μια δική μου τρέλα λογική
που σαν μανόμετρο ανθρώπινης υφής
αυτό το «ποίημα» προσπαθεί
αδέξια να καταγράψει.

Από τη συλλογή Λυπομανία (1989)

Translatum: Favourite Poetry / Βασίλης Καραβίτης

Άγιος Έρωτας (Σπύρος Δόικας)

Άγιος Έρωτας (Σπύρος Δόικας)

Αφροδίτη Μάνου, Για ποια Ελλάδα



Για ποια Ελλάδα

Μουσική & στίχοι: Αφροδίτη Μάνου
Δίσκος: Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό (1994)

Στη χώρα των ηρώων γεννήθηκα κι εγώ
αντάρτες και θεοί κληρονομιά μου
μετρούσα τούς αιώνες με τον ήλιο αρχηγό
τα θαύματα του κόσμου όλα δικά μου

Μα κύλησαν τα χρόνια σε λάθος ποταμό
ξεφτίλα, τηλεόραση και πλήξη
τα πλοία στο λιμάνι σκουριάζουνε καιρό
κι ένα αεράκι να μη λέει να φυσήξει

Φεύγει ένα κορίτσι, τρέχει σαν τον άνεμο
σαν το χελιδόνι μπαίνει στην οθόνη
άστραψε το νήμα, όνειρο παράνομο
Θε μου, φτάνει πρώτο
για ποια Ελλάδα, ρε γαμώ το;

Αθάνατη πατρίδα μου, προεκλογική
της αφασίας και του μετ’ εμποδίων
αδίστακτο τοπίο, τροχιά ελλειπτική
των οραμάτων και των μυστηρίων

Μια πίκρα, μια μιζέρια που φτάνει ως το λαιμό
με το που ανοίγεις την εφημερίδα
Ελλάδα, σ’ αγαπούσα κι ακόμα σ’ αγαπώ
όπως σε πρόλαβα, σε γνώρισα, σε είδα

Φεύγει ένα κορίτσι, τρέχει σαν τον άνεμο
σαν το χελιδόνι μπαίνει στην οθόνη
άστραψε το νήμα, όνειρο παράνομο
Θε μου, φτάνει πρώτο
για ποια Ελλάδα, ρε γαμώ το;

Στη χώρα των ηρώων, γεννήθηκα κι εγώ
βαριά, πολύ βαριά η κληρονομιά μου
τις μέρες να μετρώ μ' έναν ήλιο ναυαγό
τα τραύματα του κόσμου όλα δικά μου

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Τάσος Κόρφης, Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.


Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ο χαρτοκόπτης (Χάρης Βλαβιανός)

Ο χαρτοκόπτης (Χάρης Βλαβιανός)

Στη Σαπφώ (Φαίδων Θεοφίλου)

Στη Σαπφώ (Φαίδων Θεοφίλου)

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Μάνος Ελευθερίου, Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα το μαύρο τ' όνειρο
της νύχτας
το λευκό χαρτί σιγά σιγά καιγότανε στην άκρη.

Σιγά σιγά κι από την άκρη γίνηκαν κι όλα τ' άλλα.
Ώσπου με πνίξαν οι καπνοί
κι έμεινα δίχως σπίτι.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975)

Translatum: Favourite Poetry - Μάνος Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Τυπωθήτω

Τυπωθήτω

Όταν έγραψε το ποίημα στάθηκε να το κοιτάζει.

Το χαρτί ακόμη χλωρό και τα ψηφία πονούσαν.
Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο.
Πουθενά δεν είχε να το στείλει.

Ως το άλλο βράδυ γάβγιζε το ποίημα φυλακισμένο.
Γάβγιζε απ' τις πολλές πληγές και τον αιθέρα.

Ώσπου δεν άντεξε και του άνοιξε την πόρτα.

Μεσάνυχτα το πέταξε στο δρόμο σα σκυλί.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975)

Translatum: Favourite Poetry - Μάνος Ελευθερίου

Ορμίσδας (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Ορμίσδας (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Αυτό που ξεχειλίζει την ύπαρξή μου… (Αφροδίτη Νότη)

Αυτό που ξεχειλίζει την ύπαρξή μου… (Αφροδίτη Νότη)

Παιδικό (Αφροδίτη Νότη)

Παιδικό (Αφροδίτη Νότη)

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Παιδικά όνειρα (Αφροδίτη Νότη)

Παιδικά όνειρα (Αφροδίτη Νότη)

Οι μέρες περνούν (Αφροδίτη Νότη)

Οι μέρες περνούν (Αφροδίτη Νότη)

Την άνοιξη με τύφλωσε… (Αφροδίτη Νότη)

Την άνοιξη με τύφλωσε… (Αφροδίτη Νότη)

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Αισιοδοξία II (Χλόη Κουτσουμπέλη)

Αισιοδοξία II (Χλόη Κουτσουμπέλη)

Αισιοδοξία (Χλόη Κουτσουμπέλη)

Αισιοδοξία (Χλόη Κουτσουμπέλη)

Η φωτογραφία (Χλόη Κουτσουμπέλη)

Η φωτογραφία (Χλόη Κουτσουμπέλη)

Είν’ αρρώστια τα τραγούδια (Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου)

Είν’ αρρώστια τα τραγούδια (Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου)

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Τέλος του αφιερώματος στον Τόλη Νικηφόρου: ένας κόμπος η χαρά μου...



Σταύρος Κουγιουμτζής, Ένας κόμπος η χαρά μου
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Όταν ανθίζουν πασχαλιές (1971))

Απίστευτο! Τούτο το αφιέρωμα ξεκίνησε στις 15 του Γενάρη και κράτησε ήδη 4 μήνες. Τέλειωσε ουσιαστικά χτες με το ωραιότατο ποίημα «Μήπως».

Το τελευταίο εννιάμηνο είχαμε 4 μεγάλα (σε όγκο και ποιότητα) αφιερώματα σε ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς της χώρας. Σε δύο αμιγώς Θεσσαλονικιούς (Μαρία Αγαθοπούλου και Τόλη Νικηφόρου), σ' έναν Κιλκισιώτη πολιτογραφημένο Αθηναίο που η καρδιά του δεν έπαψε ποτέ να χτυπά δυνατά για τη Θεσσαλονίκη (τον Νίκο Γρηγοριάδη) και σ' έναν πολίτη της Ελλάδας, ως εκ τούτου και Θεσσαλονικιό (τον Ορέστη Αλεξάκη), που μετά την τριετία που έζησε στη Θεσσαλονίκη μάς έδωσε μια υπέροχη νέα συλλογή το 2009.

Είναι ξεχωριστή πόλη η Θεσσαλονίκη. Με δικά της χρώματα, δικές της μυρωδιές, δικούς της ήχους, δικές της εικόνες, που είναι και οι πρωταγωνιστές αρκετών γραπτών των 4 αυτών ποιητών και τόσων άλλων που ήδη έχουν παρελάσει από τις σελίδες μου και θα συνεχίζουν να κυριαρχούν εσαεί σε κάθε μου προσπάθεια.

Παραφράζω τον Σταύρο Κουγιουμτζή για να σας ευχαριστήσω όλους (φανερούς και κρυφούς αναγνώστες των σελίδων μου) επειδή μ' αφήνετε συνεχώς να σας λέω για τα ποιήματα και τα τραγούδια της πατρίδας μου π' αγαπώ, τα παραπονεμένα.

Τέλος του αφιερώματος στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου και τέλος στα αφιερώματα γενικώς σ' αυτό το ιστολόγιο. Νιώθω πολύ περήφανη και πολύ χαρούμενη που όλα πήγαν κατ' ευχήν και όλες οι παρουσιάσεις ολοκληρώθηκαν μ' επιτυχία. Και πολύ κουρασμένη. Με την εμβάθυνση στο σύνολο του έργου τόσων ποιητών νιώθω μερικές φορές ότι αναλώνω και την τελευταία μου ικμάδα. Κι αυτό δεν είναι καλό σύμπτωμα. Σημαίνει ότι έφτασε η ώρα για δραστικές αλλαγές και, πρωτίστως, για χαλάρωση και ψυχαγωγία. Party time, λοιπόν, από σήμερα και επ' αόριστον. Με μια ποικιλία ποιημάτων και τραγουδιών που θα εναλλάσσονται συνεχώς ως προς το ύφος, την ηλικία και τη διάθεση που δημιουργούν. Κι όπου μας βγάλει. Άλλωστε, η μουσική κι η ποίηση, πιασμένες από κοριτσάκια χέρι-χέρι, μόνο σε καλό μπορούν να μας βγάλουν.

Τέλος στα αφιερώματα αυτά που μ' έκαναν πολύ πιο πλούσια ως άνθρωπο και με γέμισαν χαρά, περηφάνια και λύπη κάθε φορά που τέλειωναν. Γι' αυτό ένας κόμπος η χαρά μου...

Τα ποιήματα των αφιερωμάτων θα μείνουν εδώ, αλλά σταδιακά θα μεταφερθούν και σε άλλα ιστολόγια που θα φέρουν το όνομα του κάθε ποιητή. Το ίδιο θα γίνει και με τα γραπτά πολλών άλλων ποιητών της Θεσσαλονίκης (και όχι μόνο) που έχω ανθολογήσει ή παρουσιάσει στο Translatum. Στη δεξιά στήλη (δίπλα μας) και στην ενότητα «Τα ιστολόγιά μου» μπορείτε να δείτε όσα είναι ήδη έτοιμα και στην πορεία θα βλέπετε να προστίθενται και άλλα. Εκεί θα γίνει η παρουσίαση του έργου όλων των υπόλοιπων πολύ αλλά και λιγότερο γνωστών στο ευρύ κοινό ποιητών. Επισκεφτείτε τα όποτε θέλετε ή σας περισσεύει χρόνος να γνωρίσετε καλύτερα κάποιον από τους ποιητές «μου».

Τέλος, λοιπόν, στο αφιέρωμα στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου. Το είπα στο κλείσιμο της παρουσίασης του Ορέστη Αλεξάκη, το επαναλαμβάνω και σήμερα: χαιρετούμε τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου, δεν τον αποχαιρετούμε. Θα είμαστε μαζί του σε κάθε νέα του δημοσίευση και σε κάθε νέα του ποιητική συλλογή. Θα είμαστε μαζί του στο γαλάζιο του Θερμαϊκού του και της σκέψης του και στο κόκκινο της φωτιάς που έρπει στα κάστρα της πάνω πόλης και στην ψυχή του.

Άλλωστε, εσείς οι υπόλοιποι έχετε και μια υποχρέωση, όπως σας είπα στην εισαγωγή μου στη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου που κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγες μέρες: να στρωθείτε και να τη διαβάσετε τώρα το καλοκαίρι. Λέγεται «Το μυστικό αλφάβητο» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρα.

Καληνύχτα, Τόλη Νικηφόρου!

Σ' ευχαριστώ πολύ για τη συντροφιά που μου κρατούν χρόνια τώρα τα ποιήματά σου, σ' ευχαριστούμε όλοι για το βαθύ γαλάζιο και το κόκκινο της ποίησής σου που σταλάζεις εδώ και 44 χρόνια στο νου και στην ψυχή μας και δίνεις χρώμα στο γκρίζο της καθημερινής μας ζωής, ευχαριστούμε εσένα κι όλους τους μαχόμενους θεσσαλονικιούς και μη ποιητές για τα μυστικά και φανερά σας αλφάβητα που μεγάλωσαν και μόρφωσαν γενιές και γενιές και θα μορφώσουν άλλες τόσες. Να 'σαι πάντα καλά, γερός και χαρούμενος!

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Τόλης Νικηφόρου, Μήπως

Antoine de Villiers, Wings of Unity, Oil on canvas, 36 x 28 cm, 2006
Source: antoineart.com


μήπως

νύχτα αμίλητη που υφαίνεται
απ' τις θλιμμένες στάλες της βροχής
τόσο που κάπου κρύβεται το κόκκινο
σε κάποια μυστική πηγή ελλοχεύει
εκεί πυκνώνει η ανάσα του
σαν από θαύμα μήπως
και σπινθηρίσει κάποτε το φως


μήπως ανοίξει κάποια πόρτα ξαφνικά
χαμόγελο κρυφό στη σκοτεινιά
ένα χάδι
ο ήχος της φωνής της μήπως
η λάμψη από τα μάτια της
εκείνο το βελούδο των χεριών της

μήπως σκορπίσει κάποτε τριγύρω
θαμπή η μυρωδιά του ξύλου
με τη βαθιά κρυμμένη των βιβλίων
μεθυστικό
το ξεχασμένο άρωμά της
σαν από τα μπουμπούκια της γαρδένιας

μήπως η νύχτα γίνει εσύ
η νύχτα γίνει εγώ
και όνειρο

Ανέκδοτο ποίημα

Γράφτηκε τον Αύγουστο του 2008 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβρη του 2008 στο Translatum.

[Αναδημοσίευση]

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Τόλης Νικηφόρου

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Τόλης Νικηφόρου, Να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο

Claude Monet, La Liseuse (The reader), 1872
Πηγή: http://www.intermonet.com

να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο

σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο,
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές,
να μου διαβάζεις ποιήματα

στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια

στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του

να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο

Από τη συλλογή Το μυστικό Αλφάβητο (2010)

Το ποίημα γράφτηκε το 2008 και είχε αρχικά δημοσιευτεί στο Translatum.


Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Τόλης Νικηφόρου

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Τόλης Νικηφόρου, Στη διάλεκτο της μοναξιάς


Σταμάτης Κραουνάκης & Λίνα Νικολακοπούλου - Μαμά, γερνάω! (με την Τάνια Τσανακλίδου)

στη διάλεκτο της μοναξιάς

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της

Από τη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο (2010)

[Αναδημοσίευση]

Ουσιαστικά αυτό είναι το τελευταίο σκέλος ενός τετράπτυχου μαζί με τα ποιήματα Φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει, Μέσα στο αχ και μέσα στ' όνειρο και Εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ' ουρανού. Ο προσεκτικός αναγνώστης εύκολα θα διακρίνει τις λέξεις και φράσεις-κλειδιά που υποδηλώνουν τον ισχυρό δεσμό συγγένειας και την αλληλουχία αυτών των τεσσάρων εξαιρετικών γραπτών.

Το ποίημα γράφτηκε τον Αύγουστο του 2008 και είχε αρχικά δημοσιευτεί στο Translatum, όπου μπορείτε να διαβάσετε τον δικό μου πρόλογο, τα πρώτα σχόλια και τον σχετικό διάλογο με τον ποιητή. Το αναδημοσιεύω σήμερα, ύστερα από δύο χρόνια, σχεδόν με την ίδια συγκίνηση και τον ίδιο κόμπο στο λαιμό όπως τότε, και το μόνο που έχω να προσθέσω είναι πως, κατά την άποψή μου, πρόκειται για το καλύτερο (από κάθε άποψη) ποιητικό γραπτό του Τόλη Νικηφόρου μέχρι στιγμής.

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Τόλης Νικηφόρου

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Γιώργος Σαραντάρης & Μάνος Χατζιδάκις, Ποιος είν' τρελός από έρωτα



Ποιος είν' τρελός από έρωτα

Ποίηση: Γεώργιος Σαραντάρης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Φλέρυ Νταντωνάκη

Ποιος είν' τρελός από έρωτα
ας κάνει λάκκους την αυγή
να πάμε εκεί
να πιούμε τη βροχή

Μια που εμείς σ' όποια στέγη αράξουμε
σ' όποιαν αυλή
ο άνεμος χαλνάει τον ουρανό τα δέντρα
κι η στείρα γη
μέσα σ' εμάς βουλιάζει

Ποιος είν' τρελός από έρωτα
ας κάνει λάκκους την αυγή
να πάμε εκεί
να πιούμε τη βροχή


Από το έργο Ο μεγάλος ερωτικός (1972)

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Τόλης Νικηφόρου, Εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ' ουρανού

Ηλιοβασίλεμα στον Θερμαϊκό (Φωτ. Γιώργος Βοϊβόδας)
Πηγή: http://www.in.gr


εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ' ουρανού

βουβαίνονται στην παραλία οι φανοστάτες
που άλλοτε ψιθύριζαν εκστατικά το όνομά της
μια βάρκα μόνη αργά λικνίζεται
σε σκοτεινά νερά
εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ' ουρανού
τώρα δειλά αποσύρεται στο βάθος

το πρόσωπο της πολιτείας χλομιάζει
γέρνουν τα φύλλα
τα χρώματα διαλύονται που θάμπωναν τα μάτια
μάτια που τώρα βλέπουν καθαρά
κάθε επιφάνεια και κάθε σχήμα
το αύριο ή το τίποτα

άτυχη αγάπη
που κάποια μέρα χάνεται
όπως ο δρόμος, η πλατεία, οι μουσικές
όπως το άγγιγμα ή το φως
και πια απομένει μια λάμψη αχνή
ή κάτι από ψυχή
πάνω στα κάστρα

μια λάμψη αχνή
μια θύμηση
μια γεύση από χαρτί και δάκρυ

Από τη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο (2010)

Το ποίημα είχε αρχικά δημοσιευτεί στο μυθιστόρημα «Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου» (2009) του Τόλη Νικηφόρου


[Αναδημοσίευση]

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Τόλης Νικηφόρου