Παντελής Θαλασσινός & Τάσος Σαμαρτζής, Όσοι μείναν παιδιά
(τραγούδι: Παντελής Θαλασσινός / δίσκος: Ο άγιος έρωτας (2001))
[Μέρος Β']
Ηλιοτρόπιο
Αν μπορούσες
να χαμήλωνες τ' ανάστημα
να χωρούσες ξανά
στο γέλιο και τη λύπη ενός παιδιού,
ίσως να ένιωθες έστω κι αργά
την ανυποψία της μάταιης δόξας.
Ίσως να μπορούσες για μια στιγμή
να διαγράψεις τα προσωπεία
που αλλοίωσαν τη ζωή σου
και το ευτελές αντίκρισμα
του αβέβαιου κέρδους.
Τα ταπεινά πουλιά,
στη δόξα της γύμνιας τους,
γράφουν διαδρομές αγγέλων
και τροπισμούς φωτός.
Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Ηλιοτρόπιο
Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Κάλεσμα
Δημήτρης Λάγιος, Στη χώρα των ψυχών
(τραγούδι: Σαβίνα Γιαννάτου & Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ερωτική πρόβα (1991))
[Μέρος Β']
Κάλεσμα
Η χαμένη ευωδιά του Νάρκισσου
καθρέφτης της άρνησης.
Έξω βουίζει η μέλισσα
τη μέθη των αρωμάτων μετουσιώνοντας.
Κουβαλεί το προζύμι.
Πέφτει. Μια άλλη
παίρνει τη θέση της στη γη.
Κι ο στοιχειωμένος αχός της σελήνης
χορεύει στα δέντρα
και τις ανάσες της ζωής.
Στα τρύπια ρούχα του ερημίτη.
Στους τάφους
και την αχλύ των ψυχών.
Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Γιάννης Ποδιναράς, Εδέμ
Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
/ δίσκος: Έξι φεγγάρια της θάλασσας (1967))
[Μέρος Β']
Εδέμ
Γυρεύουμε ένα δέντρο
να κρυφτούμε.
Να λυθούν οι πλάνες
στο οξύ αγιάζι των ίσκιων.
Στο θρόισμα της σιγανής φωτιάς.
Στην αρμυρή ηδονή της θάλασσας.
Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Κύμβαλο
Δήμος Μούτσης, Ταξιδιώτης του παντός
(τραγούδι: Νάνα Μούσχουρη & Δήμος Μούτσης / δίσκος: Ταξιδιώτης (1990))
[Μέρος Β']
Κύμβαλο
Στραγγίζουμε τις λέξεις.
Αφαιρούμε την απαλότητα
της γαλάζιας χροιάς των ουρανών
και το διάφανο του ονείρου.
Διαγράφουμε τα ρήματα
–ταξιδεύω, σκορπώ, μοιράζομαι,
συντρίβομαι, διαπερνώ.
Ο λόγος, συντομογραφίες
μικρές αγγελίες
ή το πολύ τίτλοι ειδήσεων.
Ο απόηχος, υπονοούμενα ξένης ζωής ακατάληπτα.
Ακρωτηριασμένα απομεινάρια
συνδιαλλαγών ανεκπλήρωτων.
Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Σπονδή
[Μέρος Β']
Σπονδή
Μα τι γυρεύεις στο απάνεμο σπήλαιο;
Καταφύγιο χωρίς φεγγάρια.
Αναβλύζουν τα όνειρα.
Δαίμονες ντυθήκαν
για να μπορέσεις να ξορκίσεις
το δόλο της ζωής
την αρπαγή του αγέρα.
Νερό, νερό που σπάζει
στην άκρη της βαθιάς κουφάλας.
Νερό που αναβλύζει
τη λαχτάρα των εφησυχασμένων.
Νερό, καταφύγιο στα κατάρτια της άπνοιας.
Νερό, να ξεπλύνουμε την ξεβαμμένη σκόνη
της ακμής των αετών.
Νερό, νερό
να ξεπλύνουμε την ψυχή μας.
Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Στα κατάρτια της άπνοιας
Χρήστος Θηβαίος, Το νερό (δίσκος: Πέτρινοι κήποι (2008))
[Μέρος Β']
Στα κατάρτια της άπνοιας
Μα τι γυρεύεις στο απάνεμο σπήλαιο;
Καταφύγιο χωρίς φεγγάρια.
Αναβλύζουν τα όνειρα.
Δαίμονες ντυθήκαν
για να μπορέσεις να ξορκίσεις
το δόλο της ζωής
την αρπαγή του αγέρα.
Νερό, νερό που σπάζει
στην άκρη της βαθιάς κουφάλας.
Νερό που αναβλύζει
τη λαχτάρα των εφησυχασμένων.
Νερό, καταφύγιο στα κατάρτια της άπνοιας.
Νερό, να ξεπλύνουμε την ξεβαμμένη σκόνη
της ακμής των αετών.
Νερό, νερό
να ξεπλύνουμε την ψυχή μας.
Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Νυχτερινή συνεστίαση αποφοίτων γυμνασίου Μόρφου (Λευκωσία, 1990)
Μόρφου: η κατεχόμενη πολίχνη
[Μέρος Α]
Νυχτερινή συνεστίαση αποφοίτων γυμνασίου Μόρφου (Λευκωσία, 1990)
Όταν ήμασταν έφηβοι,
ξανοιγόμασταν στο περιβόλι
ή στο ακρογιάλι με τις πέτρες
και την κόκκινη θάλασσα.
Τ' απογεύματα, με την αρμύρα στους γυμνούς ώμους,
ανεβαίναμε στο θέατρο των Σόλων
και χαϊδεύαμε από ψηλά τα κίτρινα στάχυα
που 'σβηναν κύματα – κύματα
στην αποβάθρα του μεταλλείου.
Πέρα στον ορίζοντα, σαν σκιές, καράβια
ή οι ακτές της Τουρκίας...
Κι ολόγυρα μεθυστικά πολιορκούσαν
οι ανάσες των κοριτσιών.
Σαν βράδιαζε, με σκηνικό τα φώτα των πλοίων,
έβγαινε ο Ορέστης τρελός,
κυνηγημένος από τις Ερινύες
να αναγνωρίζει έξαφνα
την αδελφή του στην Ταυρίδα
...
Και να 'μαστε τώρα μαζί.
Τούτη η νύχτα κρύβει τις σκιές.
Τ' άγουρα στάχυα.
Το πρώτο σκίρτημα που θέρισε το κακό.
Το πρόσωπο του καλοκαιριού που άλλαξε.
Αυτή τη νύχτα στις ματιές μας,
μαζί με τα σημάδια του καιρού,
ψηλαφίζουμε τη γεύση εκείνη την πρωτόγνωρη.
Τη μορφή που δρασκέλισε τα πιο βαθιά όνειρά μας.
Το ρίγος της άγνοιας
και τη διάτρητη κίνηση των λευκών σωμάτων.
Τη μεταμέλεια των αναβολών
και την οδύνη της ικεσίας των παθών μας.
Ένα παλιό σινιάλο.
Το καράβι που θα μας αφήσει
ναυαγούς στο πέτρινο ακρογιάλι.
Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Έγερση
Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Άσπρο περιστέρι
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη, μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης, ενορχήστρωση: Γιάννης Σπανός / δίσκος: Της γης το χρυσάφι (1971))
[Μέρος Α]
Έγερση
Μορφές, σχήματα και επιθυμίες
στο υγρό πέπλο της αυγής.
Λευκά περιστέρια φέραν το μήνυμα
και τ' απιθώσαν στο πεζούλι.
Τα παράθυρα μια χαραμάδα...
Λιωμένο χρυσάφι δρασκελά
παίζοντας με το βάρος
που κράτησε τα βλέφαρα κλειστά.
Άγγιξε τους μαύρους κύκλους.
Στάζει βαθύ χρυσό
στους αρμούς της μνήμης
και απαλά, διακριτικά,
– σχεδόν ανεπαίσθητα –
προλειαίνει την έγερσή μας.
Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Απόσταση
Χάρις Αλεξίου, Μεγάλωσα (δίσκος: Η αγάπη θα σε βρει όπου και να 'σαι (2009)]
[Μέρος Α]
Απόσταση
Δεν γράφουμε πια γράμματα στους φίλους μας
και τις κρυφές μας σκέψεις τις κρατάμε.
Δε συνομιλούμε. Κοιταζόμαστε.
Και η αγάπη σε χειμερία νάρκη.
Κι ίσως να 'ναι καλύτερα έτσι.
Τουλάχιστον μένουν κλειστές,
προστατευμένες από την αδιακρισία
ή την άγνοια
οι πηγές της οδύνης.
Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Δίχτυ από μετάξι
Μάριος Τόκας & Σαράντης Αλιβιζάτος, Θάλασσες
(τραγούδι: Κωνσταντίνα / δίσκος: Τραγούδια για την Κωνσταντίνα (1987)
[Μέρος Α']
Δίχτυ από μετάξι
Γαλάζια γραμμή
ο φλοίσβος του κορμιού σου
στη θάλασσα της πρώτης ορμής.
Το λευκό χέρι με τη γνώριμη γεύση
άγγιξε τους ήχους της ζωής μας
που τύλιξε δίχτυ από μετάξι
και το φέγγισμα των ματιών
που βυθίστηκαν δίχως τέλος κι αρχή
στις άφθορες πινελιές
της φλόγας των ωραίων.
Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Τεσσάρων χρόνων
Μίκης Θεοδωράκης, Ματωμένο φεγγάρι (ορχηστρικό)
[μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης / δίσκος: Χρυσοπράσινο φύλλο (1966)]
[Μέρος Α]
Τεσσάρων χρόνων
Κοιτάζει το φεγγάρι απ' το παράθυρο.
Μάταια προσπαθεί να το αγκαλιάσει.
Κι όμως φαίνεται να 'ναι πλάι της.
Απλώνει το χέρι.
Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών.
Βγαίνει έξω στην αυλή
προς το πηγάδι.
Το φεγγάρι έχει τώρα έναν αδελφό
που επιπλέει χορεύοντας
στο νερό του πηγαδιού.
Αρπάζει τον κουβά,
μαζεύει το φεγγάρι
και με λαχτάρα το σφαλίζει
καλύπτοντάς το
με τα δυο μικρά της χέρια.
Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010
Γιάννης Ποδιναράς, Απολογισμός
Γιώργος Στάντζος & Κώστας Πεΐδης, Άλλη μια μέρα
(τραγούδι: Ελπίδα Καραγιαννοπούλου / δίσκος: Άλλη μια μέρα (1976))
Απολογισμός
Διορθώσαμε τις στραβές γραμμές
και τακτοποιήσαμε τα περιθώρια συμμετρικά.
Ελέγξαμε κάθε λέξη από το κείμενο
καθαρογράφοντας τις παραγράφους.
Υπογραμμίσαμε τους τίτλους με κόκκινο
και περιβάλαμε με πράσινο τους αριθμούς.
Προσέξαμε τη στίξη, τους τόνους
καθώς και την ομοιομορφία
στα ονόματα των ανθρώπων
που συναντούσαμε
περισσότερο από μια φορά.
Κι αφού το κοιτάξαμε ήσυχοι,
ξαλαφρωμένοι το τοποθετήσαμε
με ευλάβεια στο αρχείο μας.
Πέρασε ακόμη μια μέρα από τη ζωή μας.
Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Ποδιναράς
Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010
Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Παιδί με μια φωτογραφία
Διαβάζει ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης
Παιδί με μια φωτογραφία
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Ο κόσμος γύρω του πολύς∙ κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.
Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα∙ μου κακοφάνη.
Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που 'χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.
Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.
Μάης 1979
Από τη συλλογή Θόλος (1989)
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Το ποίημα μελοποιημένο από τον Μάριο Τόκα (τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος, ανάγνωση ποιήματος: Κυριάκος Χαραλαμπίδης / δίσκος: Αμμόχωστος βασιλεύουσα (2001)):
Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010
Όταν βλέπεις για δύο... (της Λένας Παπαθανασίου)

Κι όμως,ακόμη κι όταν το "σύμπαν" καταρρέει και «αυτονόητο» γίνεται η αθλιότητα, υπάρχουν συνθήκες που σε κάνουν να δακρύζεις από ελπίδα και υπερηφάνεια.
Η αληθινή... ποίηση της ζωής. Χαμόγελο στα μάτια, σφιχτοδεμένες παλάμες. Συγκλονιστική φωτογραφία!
Ο δικός μας Δημήτρης Κουγιουμτζόπουλος, δημοσιογράφος του Ραδιοφωνικού Σταθμού Μακεδονίας της ΕΡΤ3, συνοδός του τυφλού αθλητή Μεμέτ Χουσεΐνογλου, που κέρδισε χρυσό μετάλλιο στα 100 και στα 200 μέτρα κι ασημένιο στη σκυταλοδρομία 4Χ100 μέτρα.
Στον δρόμο της σκληρής πραγματικότητας.
Κάποιοι από μας δεν τολμάμε καν να το διανοηθούμε...
Κάποιοι βλέπουν για δύο τον κόσμο. Αλλιώς...
Βρήκα τη φωτογραφία στην ιστοσελίδα www.intime.gr.
Δεν έχω άλλη άδεια δημοσίευσης από τη συγκίνηση που με γέμισε.
Από τις σελίδες της Λένας Παπαθανασίου στο facebook.
Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010
Κώστας Μόντης, Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους...
Μίκης Θεοδωράκης, Οι χαρταετοί (δίσκος: Κώστας Παπαδόπουλος, Σόλο μπουζούκι 2 (1995))
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,
«ανεπτυγμένοι» κι «υπανάπτυκτοι»,
πλούσιοι και φτωχοί,
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,
απάνω στο πεζοδρόμιο,
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,
στα σαλόνια και στις σοφίτες,
με πέννα και με κάρβουνο,
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,
σε μια παντιέρα που την ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται
για να μην τελειώσει,
που μας ξέρει κι αποκρύβεται
για να μην την παρατήσουμε,
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε
μας σφιγγόμαστε γύρω της,
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους
μπροστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε
απ' τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,
όλοι εμείς – τι σύμπτωση!
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,
χωρίς καμιά προεπαφή!
Τι παράξενη σύμπτωση, αδελφοί μου!
Από τη συλλογή Αγνώστω Ανθρώπω (1968) του Κώστα Μόντη
Πηγή: ανθολογία Η ελληνική ποίηση (Τόμος Δ' – Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου) του Αλέξανδρου Αργυρίου (εκδ. Σοκόλη, 2000)
Translatum: Favourite Poetry - Κώστας Μόντης
Νικηφόρος Βρεττάκος, Ίσως είναι...
Ίσως είναι...
Ίσως είναι το μητρικό σου αλάτι
που σήμερα μ' έφερε, θάλασσα,
κοντά σου. Αλλά κι αν ακόμη
δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε
πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου
να είναι αέρας σαν τα δικά σου.
Καιρός είναι άλλωστε ν' αφήσουμε
τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
κόσμος μάς μάγεψε. Μεθύσαμε
θάλασσα!
Τόσο η ψυχή μου όσο
κ' εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.
Από τη συλλογή Συνάντηση με τη θάλασσα (1991) του Νικηφόρου Βρεττάκου
Πηγή: Μικρός Ναυτίλος
Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010
Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Το τελευταίο λεωφορείο
Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Προσκύνημα
(τραγούδι: Νίκος Δημητράτος & Τζένη Καρέζη / δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974))
Το τελευταίο λεωφορείο
Πώς να χωρέσει ένα λεωφορείο
τα πιο μεγάλα ονόματα της οικουμένης,
το Γιώργο, τον Αντρέα, το Γιάννη, τον Κωστή,
ποιον να πρωτοδιαλέξεις, δάκρυ που ν' αγγίζει
το λίγο φως στα μάτια του Θεού;
Και όταν έφτασε το τελευταίο λεωφορείο
κι οι πολυόμματοι γονιοί κοιτούσαν
ν' αναστηθούν μαζί με τα παιδιά τους,
άκουγες κλάμα κι οδυρμό, που ξεκινώντας
από τον πρώτο κύκλο καταλήγει
σε σπιτικήν αυλή∙ εκεί τα ζώα
το θρήνο συνεχίζαν με μουγκανητά
χτυπώντας τις οπλές τους απελπιστικά.
Το τελευταίο λεωφορείο∙ και να που μπαίνει
στο χώρο κουβαλώντας σώματα πολλά.
Κατάμεστο σημαίες∙ με την πτυχή τους
αγγίζουν τις μεσίστιες φωτογραφίες.
Μην είδατε το γιο μου; Σας θυμίζει κάτι;
Αυτή 'ναι η κόρη του τριώ χρονώ και την κρατεί.
Ευρούλα τ' όνομά της; Δεν τον είδατε;
Το τελευταίο λεωφορείο∙ και τι δεν έχει!
Κουτιά που όταν τ' ανοίξεις τα πετάς
σ' εκείνους που είναι χωρίς δέμα –παίρνουν το χαρτί
σαν επενδύτη της ψυχής, κι αφού καρφώσουν
μια λίμνη αίματος στον τόπο που πεζέψαν,
μαδάνε τα ξαφτέρουγά της όλα.
Αύγουστος 1983
Από τη συλλογή Θόλος (1989)
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010
Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Άρδανα
Μάριος Τόκας & Νεσέ Γιασίν, Η δική μου πατρίδα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Φωνή πατρίδας (1998))
Άρδανα
Και τη μισήν αυλή του από 'να μέρος
που δε φαινότανε άλλοτε μια πέτρα της
θωρούσε με τα μάτια του τυφλά.
Το θάμα ήτανε στ' όνειρο, αλλά μισό κι αυτό.
Γιατί όπως ήταν κάτω από κληματαριά
καλού γειτόνου κι έβλεπε προς την αυλή
τ' αγαπητού σπιτιού του, πώς να προχωρήσει
που 'χανε στήσει γλέντι και χορό
στην απλωσιά της κάτι ξένοι.
Και τον κοιτούσανε όλοι, το πηγούνι τους
σηκώνανε κατά τον ουρανό
και σημαδεύανε συνέχεια όχι.
Μιαν άλλη φορά πάλι τα κατάφερε
και μπήκε από σκισμή τ' ονείρου του στο σπίτι.
Βγαίνοντας στην αυλή του απ' την καμάρα
τη βρήκε την Τουρκάλα που έβγαζε νερό.
Ούτε που σκέφτηκε να τη ρωτήσει το γιατί.
Μονάχα πήρε τη γνωστή του μαντιλιά
την ουρανιά και σκούπισε το πρόσωπό του.
Εκείνη γύρισε αθόρυβα, χωρίς μιλιά
και κάνει κάπως έτσι (κίνηση χεριών)
σάμπως να του 'λεγε «δε φταίμ' εμείς,
και δηλαδή τα βρήκαμε, δεν τα πειράξαμε.
Τι να σου κάνω; Αν θέλεις κόπιασε να φάμε».
Αυτά σημαίνουνε, Κυριάκο, είπε στον ποιητή
ο άνθρωπος που μπήκε στην αυλή του
πως δε θα πάμε πίσω στο χωριό μας.
Ναι, είναι τραγικό, μα κάλλιο να το ξέρουμε
παρά να ζούμε στο σκοτάδι αλλιώτικης ελπίδας.
Ζύγωσα στ' όνειρό μου κάμποσες φορές
το σπίτι μου και στ' όνειρό μου βρήκα
τον τρόπο να διασπάσω τη γραμμή –πήγα πετώντας
ίσαμ' εκεί, το είδα ως δε θα το 'βλεπα
σ' ειρηνικούς καιρούς και μετρημένους.
Αλλά συνέχισε πως κάποιοι τον μποδίζαν
να μπει, τον αποτρέπανε: «Σαν έφτανα ως εκεί
να προχωρήσω εκείνοι δε μ' αφήνανε.
Κι ούτε να φύγω πάλι το μπορούσα.
Έξοδος δεν υπήρχε στ' όνειρό μου
κι άλλο δεν είχα παρά να ξυπνήσω».
Ο ποιητής τον άκουσε με προσοχή
και χαμογέλασε με λόγια μετρημένα.
Αν την Αμμόχωστο, είπε, την αφήκαμε
μέσ' απ' τα χέρια μας να ξεγλιστρήσει,
μια μέρα θα την πάρουμε στα σίγουρα
με όρους ταπεινωτικούς∙ αυτό είναι αλήθεια.
Να ξέρεις τούτο μοναχά: Ή τη βλέπεις
και να την πάρεις δεν μπορείς στα ίσια
ή δεν τη βλέπεις κι έχεις την ψευδαίσθηση
πως τηνε βλέπεις, επειδή έτσι φαίνεται.
Αυτό είναι το χειρότερο. Κοίτα, σα να 'ναι
οι φύλακες εκεί και σ' εμποδίζουν
να μπεις μες στα λαγούμια της ανάμνησης,
απαγορεύουνε θαρρείς τη δίοδο
ακόμα και στο πέταγμα του νου.
Ωστόσο το φτωχό σου το χωριό Άρδανα,
πλαγιά Πενταδακτύλου, ας το ζαλίσουμε,
κυρ Τόμπυ, στο κρασί της Ιλλυρίας.
Ας πιούμε στην υγειά του, όσο κρατεί
στους ώμους του την Οικουμένη ο Άτλαντας.
Γιατί ο καιρός περνά κι η φύση χάνεται.
Η θάλασσα που τώρα λιώνει στο μετάξι
σαν αύριο θα γενεί θεριό, φυλάξου.
Τότε μπορεί κι εγώ να τρελαθώ
και συ να μπεις στο σπίτι το δικό σου.
Ιούνιος 1981
Από τη συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (1982)
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010
Πιθανότητες (Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου)
Γιώργος Ανδρέου & Παρασκευάς Καρασούλος, Μικρή πατρίδα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ζωντανή ηχογράφηση στην Ιερά οδό ΙΙ (1998))
Πιθανότητες
Είναι πιθανό
την πιο μεγάλη Αγάπη
να την ένοιωσε
αυτός που –ούτε μια φορά–
δεν είπε τη λέξη «Σ’ Αγαπώ».
Είναι πιθανό
τα πιο μακρινά ταξίδια
να τα πραγματοποίησε
αυτός που –μια ολόκληρη ζωή–
ταξίδευε με τη φαντασία του.
Είναι πιθανό
τις πιο βαθιές γνώσεις
να τις απέκτησε
αυτός που –σ’ όλη τη ζωή του–
δεν ξεφύλλισε ούτ’ ένα βιβλίο.
Αδημοσίευτο ποίημα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Άρωμα νοσταλγίας της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου
Πηγή: Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση & μουσική
Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010
Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα
Γιάννης Σπανός & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Της Χαλιμάς τα παραμύθια
(τραγούδι: Κώστας Καράλης / δίσκος: Τραγούδια και μπαλάντες (1977))
Η γριά γοργόνα
Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;
Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει
ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα πορνεία
κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ' ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ' αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου∙
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ' άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ' το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα εκείνη
ελπίζοντας μια κάμαρα σ' ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το 'μαθε καλά
το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι
αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.
Από τη συλλογή Το μυστικό πηγάδι (1983)
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Translatum: Favourite Poetry - Μάνος Ελευθερίου
Κική Δημουλά, Απροσδοκίες
Διαβάζει η Κική Δημουλά
Απροσδοκίες
Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.
Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά
μας επιστρέφει σώμα.
Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιο μακριά
η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.
Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.
Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το άκρατο όνομα τους semprevives
semprevives –αιώνιες, αιώνιες
μην τύχει και ξεχάσεις τι δεν είσαι.
Με ρωτάει ο καιρός
από πού θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.
Αστειότητες.
Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία.
Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Όπως βρέχει χωρίς να βρέχει.
Όπως σκιά μού επιστρέφει σώμα.
Κι όπως θα συναντηθούμε μια μέρα
εκεί πάνω.
Σε κάποιαν αραιότητα κατάφυτη
με σκιερές απροσδοκίες
και αειθαλείς περιστροφές.
Τον διερμηνέα της σφοδρής
σιωπής που θα αισθανθούμε
–μορφή εξελιγμένη της σφοδρής
μέθης που προκαλεί μια συνάντηση
εδώ κάτω– θα 'ρθει να κάνει ένα κενό.
Και θα μας συνεπάρει τότε
μια αγνωρισιά παράφορη
–μορφή εξελιγμένη του αγκαλιάσματος
που εφαρμόζει η συνάντηση εδώ κάτω.
Ναι θα συναντηθούμε. Ευανάπνευστα, κρυφά
από την έλξη. Κάτω από δυνατή βροχή
ραγδαίας έλλειψης βαρύτητας. Σε κάποιαν
ίσως εκδρομή τού απείρου στο επ' άπειρον∙
στην τελετή απονομής απωλειών στο γνωστό,
για τη μεγάλη προσφορά του στο άγνωστο∙
καλεσμένοι σε αστροφεγγιά προορισμού,
σε διασκεδάσεις παύσεων για φιλευδιάλυτους
σκοπούς και αποχαιρετιστήριες ουρανών
πρώην μεγάλες σημασίες.
Μόνο που ετούτη η συντροφιά των αποστάσεων
θα είναι κάπως άκεφη, ανεύθυμη
κι ας ευθυμεί εκ του μηδενός η ανυπαρξία.
Ίσως γιατί θα λείπει η ψυχή τής παρέας.
Η σάρκα.
Φωνάζω τη στάχτη
να με ξαρματώσει.
Καλώ τη στάχτη
με το συνθηματικό της όνομα: Όλα.
Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ κι ο θάνατος εκείνου του ονείρου.
Το στερνοπαίδι όνειρο.
Απ' όσα είχα το πιο φρόνιμο.
Ξεθολωμένο, πράο, συνεννοητικό.
Όχι και τόσο βέβαια ονειροπόλο
αλλά ούτε και φτηνά χαμηλωμένο,
όχι σουδάριο κάθε γης.
Πολύ οικονόμο όνειρο,
σε ένταση και λάθη.
Από τα όνειρα που ανάθρεψα
το πιο πονετικό μου: να μη
γερνάω μόνη.
Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ κι ο θάνατός του.
Δίνε του χαιρετίσματα, πες του να 'ρθει
κι αυτό μαζί εξάπαντος όταν συναντηθούμε
εκεί, στην τελετή απονομής απωλειών.
Όσο δε ζεις να μ' αγαπάς.
Ναι ναι μου φτάνει το αδύνατον.
Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ' αυτό.
Όσο δε ζεις να μ' αγαπάς.
Διότι νέα σου δεν έχω.
Κι αλίμονο αν δε δώσει
σημεία ζωής το παράλογο.
Από τη συλλογή Χαίρε ποτέ (1988) της Κικής Δημουλά
Translatum: Favourite Poetry - Κική Δημουλά
Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010
Κώστας Πασβάντης, Μελαγχολία του ποιητή
Μελαγχολία του ποιητή
«ανεμοτραφές» λέει το κύμα ο ποιητής
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται∙
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα∙
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.
Από τη συλλογή Κοντάκια (1983) του Κώστα Πασβάντη
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010
Ματθαίος Μουντές: από «Τα οθόνια κείμενα»
Από «Τα οθόνια κείμενα»
Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν' άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ' εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια – ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ' αυτό πολύ τα δάκρυά της.
Από τη συλλογή Η αντοχή των υλικών (1971) του Ματθαίου Μουντέ
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Αλέξης Ζακυθηνός, Πλοηγός
Πλοηγός
Με τον αφρό των πλοίων, που σάλπαραν χωρίς εμένα,
γράφεται σιγά σιγά το μακρινό ταξίδι μου. Οι πολλοί
νομίζουν πως γεννήθηκα πλοηγός, όμως κανείς αλήθεια
δε γεννιέται, μόνο γίνεται. Γεννήθηκα θαλασσοπόρος,
μα η κακή στιγμή μ' έφερε εδώ, πάνω σε ξένες γέφυρες,
των άλλων τα ταξίδια να ετοιμάζω και να παραστέκομαι
σε ξένους γυρισμούς, γεμάτους μυρωδιά του ωκεανού.
Από τη συλλογή Η θέα των συνανθρώπων (1970) του Αλέξη Ζακυθυνού
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010
Γιώργης Μανουσάκης, Τα πνεύματα του βυθού
Τα πνεύματα του βυθού
Στον προθάλαμο του ύπνου
σα διώξουνε το φως
τα πρόθυμα ματόφυλλα
λικνισμένα από τους απαλούς κυματισμούς του σκοταδιού
αρχίζουν ν' αναδεύουνται
τα πνεύματα του βυθού.
Ήχοι γνώριμων φωνών
σπασμένοι σπόνδυλοι από φράσεις
που θα θέλαμε να ξεχάσομε
βλέμματα επιτιμητικά
χαμόγελα γριφώδη.
Στον προθάλαμο του ύπνου
το ζεστό σκοτάδι επωάζει
τους σκορπιούς των σφαλμάτων μας
τους μονήρεις ερωδιούς των ονείρων μας
τους φυγάδες ναυτίλους πόθους μας.
Πλήθη βαθύβιων ίσκιων
τρυπώνουν στον ύπνο
ανοίγοντας μυστικές γαλαρίες
και λεηλατούν τη λυσίπονη νάρκη μας.
Το πρωί ξαναγυρίζουν στις κρύπτες τους
καραδοκώντας το καινούριο σκοτάδι
ενώ εμείς αναδυόμαστε στο φως
διάτρητοι από τα πνεύματα του βυθού.
Από τη συλλογή Το σώμα της σιωπής (1970) του Γιώργη Μανουσάκη
Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)
Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010
Μια γαλάζια ιστορία (Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου)
Γιώργος Χατζηνάσιος & Γιώργος Κανελλόπουλος, Τα γαλάζια σου γράμματα
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Λεύκωμα (1976))
Μια γαλάζια ιστορία
Εκείνο το απομεσήμερο,
ο ήλιος του Μάη έλουζε
την ακατάστατη κάμαρα.
Έκλεισαν τις γαλάζιες γρίλιες
των παραθύρων
κι όλος ο χώρος πλημμύρισε
από τις γαλάζιες ανταύγειες
της αγάπης τους.
Την πλησίασε και την αγκάλιασε.
Κι εκείνη βυθίστηκε
στην απέραντη θάλασσα
της γαλάζιας θωπείας του.
Δεν αντιστάθηκε στο γαλάζιο
ερωτικό του κάλεσμα.
Σκίρτησε η ψυχή της,
τα πόδια της λύγισαν.
Ξάπλωσε στον γαλάζιο καναπέ.
Πριν φύγουν,
άνοιξαν τις γαλάζιες γρίλιες
των παραθύρων.
Ο ήλιος του Μάη είχε χαθεί.
Ψιλόβρεχε.
Μια βροχή γαλάζια κι αθόρυβη.
Κοίταζαν σαστισμένοι
τις γαλάζιες σταγόνες.
Τι, στ’ αλήθεια, είχε συμβεί;
Είχε χαθεί ο Μάης;
Είχε φύγει η άνοιξη;
Είχε περάσει και το καλοκαίρι;
Είχε κιόλας φθάσει το φθινόπωρο;
Είχαν ζήσει ολάκερη την άνοιξη
κι ολάκερο το καλοκαίρι,
εκείνο το απομεσήμερο του Μάη
μέσα στην ακατάστατη κάμαρα;
Ανεβασμένοι
στους ονειρικούς ουρανούς
της γαλάζιας αλήθειας τους,
ούτε που αναρωτήθηκαν.
Αδημοσίευτο ποίημα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Άρωμα νοσταλγίας της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου
Πηγή: Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση & μουσική

