Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο



Πέσατε θύματα (διασκευή, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Νότης Μαυρουδής, τραγούδι: Πέτρος Πανδής /δίσκος: Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση (1974))

Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Διαβαίνοντας το γεφύρι τον πιάσανε.
Ξιφούλκησε, μα τούρριξαν τρεις πιστολιές.
Ένας τον βαράει στο κεφάλι με το ρόπαλο.
Πήγαν σπίτι του κι άρπαξαν διαμαντικά κι έπιπλα.
Πήραν τη γυναίκα του στη φυλακή.
Έδιωξαν το πουλί απ' το κλουβί που κελαϊδούσε.
Στην κοντινή εκκλησία τον παράχωσαν.
Σαν ξημέρωσε ήρθαν και πάλι τον ξέθαψαν.
Δεμένο με σκοινί φέρναν γυμνό το πεθαμένο κορμί.
Κόσμος στους δρόμους φώναζε γιούχα.
Για τη φωτιά που θα το 'καιγε μάζευαν φρύγανα.
Δαυλό αναμμένο έφερε ένα νέο παιδί.
Τον κρέμασαν ανάποδα και γδαρμένο τον κομμάτιασαν.
Την ξεριζωμένη καρδιά την περάσαν στο ξίφος.
Ο μερακλής τη δάγκωνε ψημένη.
Μικρά παιδιά νομίζουμε τη ζωή παράδεισο,
γνωρίζοντας τον κόσμο βρισκόμαστε στην κόλαση.
Έντυσαν και παραγέμισαν το λείψανο,
για να δει την πρότερη όψη ο κόσμος ξανακόλλησαν
την πεσμένη μύτη με το 'να ρωθούνι φαγωμένο.
Αρλεκίνοι της ζωής π' ασωτεύετε κάθε αξία,
μην ειρωνεύεστε ό,τι δε γενήκατ' ακόμα.
Σκάβοντας, τα πονημένα της αδελφής λιανοδάκτυλα
ξέθαψαν έναν θώρακα ντυμένον με γκρίζο πουλόβερ
«αν είναι του σκοτωμένου μου» λέει «να το φυλάξω»,
Πάνω από εκατό σφαίρες παρτάλιασαν το κάθε κορμί.
Τους συγκέντρωσαν έξω από τα σπίτια,
σε χώμα φτηνό όπου κάνουν κεραμίδια,
προσχώσεις που κομματιάζονται από τενάγη
γεμάτες αγκάθια σκουριασμένους τενεκέδες
ψοφίμια, σκελετούς, ριχμένα σκουπίδια
κοντά στα εργοστάσια και τα σφαγεία.
Ένας που δοκίμασε να φύγει τελειώθηκε στα καλάμια.
Ίσαμε την πρώτη βροχή, όλος ο τόπος,
μπροστά στη θάλασσα, άντικρυ στα βουνά,
ήταν σπαρμένος πόδια, χέρια, ματωμένα κομμάτια.
Ένας κηπουρός φύλαξε στο εικονοστάσι ένα κρανίο,
κόκαλο κιτρινισμένο και λίγα μαλλιά.
Η μαυροφόρα ρίχνει λουλούδια στους τάφους.
«Ποιο έτυχε τάχα απάνω στον Κώστα·
δεν ξέρω τη σειρά του στον κοινό τάφο.»
Κρατώντας την ανθοδέσμη θάρρεψε πως τον αγκάλιαζε.
Σκότωσαν κι ένα νέο φοιτητή με τον αδελφό του.
Σκότωσαν και τον Κοσμά τον κάλφα στο κουρείο.
Σκότωσαν πενήντα στις δυο Ιουλίου.
Σαρανταέξι την πρώτη Μαρτίου στη Μίκρα.
Δίχως διαδικασία παίρνουν και εκτελούν,
απ' το συγκεντρωμένο πλήθος στις φυλακές
διαλέγουν τους πιστούς στην καλύτερη αύριο,
απ' τη μοναξιά των κελιών μαζεμένοι κοινώνησαν.
Μαζί μας ήταν κι ένας παπάς που σκοτώθηκε.
Πεθαίνοντας ο Κώστας σ' όλων το νου δικαιώθηκε.
Εκείνη που τον αγαπούσε σαν να παρηγοριέται.
Μέσα στη δικαιοσύνη τον βρίσκει σαν έννοια
«Όμως δε βρίσκω» λέει «το ζεστό του χέρι».
Δεν ξέρω τι να αποκριθώ στον καημό της στέρησης.
Της καθαρίζω το μέτωπο απ' το αίμα και τα χώματα,
«άσε τα παράπονα και κοίταξε να δουλέψεις» της λέω.
Έχω στο νου μου ότι δουλεύοντας ο άνθρωπος,
μπορεί να κάνει από ξύλο ένα χέρι τεχνητό,
να το εκθέσει στον κόσμο και να πάρει ζωή.
Μέσα στην απορία της η φτωχιά γυναίκα,
διατηρεί ένα κομμάτι που βρήκε δάκτυλο με το νύχι.
Κι ο σκοτωμένος τρομαχτικός για κάθε αίσθημα
το πρόσωπο δεμένο μ' επιδέσμους σα με φασκιές,
το κορμί όλο τρύπες, κουρέλια τα ρούχα,
έρχεται, κάθεται στον καναπέ όπως συνήθιζε.
Επιστρέφει στη γυναίκα του τα γράμματά της
βαμμένα απ' το αίμα πο 'χυσε η καρδιά του
λέει πως με τα χέρια δεμένα βάρεσε
κατακέφαλα το δυνάστη χαρούμενος,
χαρούμενη να 'ναι, μαύρα να μη ντυθεί.
Μα η Φτωχιά μην αντέχοντας σηκώνεται,
πέφτει απάνω στο νεκρό, που χάνεται,
με το θρήνο απ' όλες τις γενιές
όταν κηδεύουν της ομορφιάς του το κορύφωμα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά», τεύχος 42, την 1η Ιουνίου του 1946

Πηγή: Ανθολογία Η ελληνική ποίηση, τόμος Δ' [Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου], εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα, 2000 (επιμέλεια Αλέξανδρου Αργυρίου)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Δημοσίευση σχολίου