Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο Αντώνης



Ο Αντώνης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Κιθάρα: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν (1966)


Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βινεργκράμπεν το βαθύ
στο λατομείο των θρήνων
Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
«Ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα!»
Μα εκεί στη σκάλα την πλατιά
και στων δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια ’σπλαχνιά είν’ κατάρα

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
«Κι εσύ, λεβέντη μου, έλα δω
βράχο διπλό κουβάλα»
Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι, αν είσαι άντρας, έλα δω
στο μαρμαρένιο αλώνι

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο δραπέτης



Ο δραπέτης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν (1966)


Ο Γιάνος Μπερ απ’ το βοριά
το σύρμα δεν αντέχει
κάνει καρδιά, κάνει φτερά
μες στα χωριά του κάμπου τρέχει

«Δώσε, κυρά, λίγο ψωμί
και ρούχα για ν’ αλλάξω
δρόμο να κάνω έχω μακρύ
πάν’ από λίμνες να πετάξω»

Όπου διαβεί κι όπου σταθεί
φόβος και τρόμος πέφτει
και μια φωνή, φριχτή φωνή
«Κρυφτείτε απ’ το δραπέτη!»

«Φονιάς δεν είμαι, χριστιανοί
θεριό για να σας φάω
έφυγα από τη φυλακή
στο σπίτι μου να πάω»

Α, τι θανάσιμη ερημιά
στου Μπέρτολτ Μπρεχτ τη χώρα!
Δίνουν τον Γιάνος στους Ες-Ες
για σκότωμα τον πάνε τώρα

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Φίλοι κι αδέρφια



Φίλοι κι αδέρφια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)


Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ' ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν' ακούει απ' το λαό
σ' έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν' ακούει απ' το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ' αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φυτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά


Καλό ταξίδι, Ιάκωβε Καμπανέλλη!

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Γιώργος Θέμελης: Ηλιοσκόπιο, 2







Ντοκιμαντέρ Ύμνος εις την Ελευθερίαν της ΕΤ1

Ηλιοσκόπιο

Σχεδιάσματα

2


Στοχάσου, το δίχως άλλο, μαζί με τα λόγια και τα κόκαλα τα ιερά των Ελλήνων και των Ανθρώπων, των όσων είχαν και τ' άφησαν στα καταλύματα της Καρτερίας.
Αντέχουν τα κόκαλα. Στήνουν το ανάστημα. Στηρίζουν τη σκαλωσιά...

Θυμήσου το:

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη

μαζί με το:

Εκεί μέσα εκατοικούσες

Αντίς το:

Πικραμένη, εντροπαλή

να βάλεις:

Ακατάλυτη, πυκνή,

κλείνοντας με το:

Έλα πάλι, να σου πη.

Πρέπει να γίνει επιστροφή από το τότε στο τώρα, ωσάν Ανακομιδή ή Ανάκληση νεκρών, που δεν πεθάναν.
Αλλιώς δε θάβρεις πουθενά ψυχή να χτίσεις την κατοικία της. Οι ζώντες οι περιλειπόμενοι της Οικουμένης του αιώνα τούτου της Φτέρνας και της Γροθιάς, όπου το τεχνητό τριαντάφυλλο, το φονικό χαμόγελο, ανθούν στο ίδιο περιβόλι, δεν είναι κατοικήσιμοι.
Άλλος δεν έχει μάτια να φανεί· άλλος αναζητεί τα χαμένα του δάκρυα· άλλος αλλού το σώμα, αλλού η σκιά. Και δεν μπορούν ν' ανταμωθούν ή ν' αγαπήσουν.
Δεν έχουν το Λόγο, δεν έχουν το Θεό τους.
Και σκουντουφλούν, πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, γυρεύοντας το δίκιο τους μ' απόκρυφα εγχειρίδια.
Ποιος ο φταίχτης, ποιος ο αδικημένος, κανείς δεν ξέρει. Και μάρτυρες δεν υπάρχουν. Ο καθείς και μάρτυρας του εαυτού του: μάρτυρας και καταδότης.
Και ποιος να βάλει το χέρι του ή το ζυγό του, ποιος Θεός!
Είναι ταμένοι από πριν. Για τούτο έρχονται και τίκτονται: για να πέσουν να πεθάνουν. Είναι φθινοπωρινοί.

Κι οι Ποιητές, ως να σηκώνουν πάνω τους το μίασμα μιας αμαρτίας κρυφής κι ανομολόγητης,
Αλλήθωροι, σημαδιακοί, με τόνα μάτι κοιτάζοντας, με τ' άλλο βλέποντας,
Δεν βρίσκουν άνθρωπο στον άνθρωπο να μιλήσουν, ψυχή στην ψυχή.
Οι δρόμοι αδειάζουν στο πέρασμά τους...

Ώσπου ν' αλλάξει ο Καιρός, να το γυρίσει Μελτέμι, αυτό που το λένε Μπουκαδούρα, να προχωρήσει η πτήση των φτερών που πιάστηκαν στη Νηνεμία κι έπηξε το φως, και να βαθύνει η Ανασαιμιά.

Κόκαλα είναι όλα, τα εγκαταλειμμένα πίσω κόκαλα των πραγμάτων, σκόρπια παντού, εδώ κι εκεί, ξηρά, μα φυλάγοντας μέσα τους, άθραυστοι νάρθηκες, την παλιά κλεμμένη σπίθα την ακοίμητη.

Εφάρμοζε λοιπόν την Ανακομιδή και την Ανάκληση, ωσάν τελετή, ωσάν το Όγδοο Μυστήριο.

Τα κόκαλα, ξέρεις, ακούν, κι οι παλιοί νεκροί αποκρίνονται, όταν τους φωνάζεις με καθαρή φωνή και ακέραιη λέξη.
Τους μιλάς τη γλώσσα τους.
Κωφεύουν μονάχα στους τραυλούς, στους άγλωσσους λόγιους και στους κωφάλαλους.

Να προσέχεις πολύ την άρθρωση, και να βρίσκεις τη σωστή λέξη, την άμεση, την αναφωνητική, οπού ν' ανακαλεί μεμιάς και ν' ανασταίνει, γεμίζοντας την Απουσία.

Π.χ.

Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε

Ή

Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
Που ό,τι θέλεις ημπορείς,


Κράζοντας πίσω την Ψυχή με τ' όνομά της: Ελευθερία, ν' ακούσει.

Από το ποιητικό βιβλίο Ηλιοσκόπιο (1971) του Γιώργου Θέμελη


Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιώργος Θέμελης

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Νικηφόρος Βρεττάκος: Αν δεν μου 'δινες την ποίηση, Κύριε



Αν δεν μου 'δινες την ποίηση, Κύριε

Αν δεν μου 'δινες την ποίηση, Κύριε,

δεν θα 'χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δεν θα 'ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να 'χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημός μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.

Λοιπόν, πώς σου φαίνονται; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ' αμπέλια μου;
Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι έχω ακόμη καιρό!
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ' ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται.

Ωστόσο,
δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ' ό,τι μου δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.

Γιατί θα 'ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να 'ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να 'χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.

Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Translatum: Favourite Poetry - Νικηφόρος Βρεττάκος


Χρόνια πολλά στους ποιητές μας και καλή μας νέα ποιητική χρονιά!

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Ιωάννα Τσάτσου, Δημιουργία

Δημιουργία

«Αγέτω θεός, ου γαρ εγώ δίχα τώδ' αείδειν.»

Καλλίμαχος

1.
Η δημιουργία πράξη ολοκληρωτικής συγκέντρωσης, όπως και η ερωτική, ζητάει τη μοναξιά της.

2.
Το πνεύμα δε γνωρίζει ακινησία ούτε ανάπαυση.

3.
Η χάρη του Πνεύματος είναι εκεί, και παραμονεύει την ανοιχτή ψυχή μας. Και τη βρίσκει κατειλημμένη με την ημερήσια έγνοια. Την αμαρτία μας και την τιμωρία μας.

4.
Ο άνθρωπος δεν έχει χώρο να περιλάβει ό,τι του δίνει ο Θεός.

5.
Βαθιά ευδαιμονία το αίσθημα του θαυμασμού. Να θαυμάζω τη φύση, να θαυμάζω τον άνθρωπο, το ήθος του.

6.
Αν συλλάβεις όλο το βάθος μιας αλήθειας, θα την δώσεις και θα μείνει αλήθεια.

7.
Η συμφορά ίσως και η δύναμη του ανθρώπου είναι ν' αγγίζει καίρια την τραγική διάσταση των γινόμενων. Είτε αυτά τα γινόμενα αφορούν τον ίδιο, είτε τη χώρα του, είτε τρίτα πρόσωπα.

8.
Τυραννική η νοσταλγία του ωραίου, η νοσταλγία της ουσίας.

9.
Δεν είναι απλό η τεντωμένη χορδή.

10.
Όταν υπάρχει πάθος για μια ιδέα, περισσεύει ο καιρός.

11.
Φτωχός ο λόγος όταν αγγίζει την ουσία. Αυξάνεται με τη σιωπή.

12.
Είναι άραγε η δημιουργία νόμος κάποιου αξεδιάλυτου νόστου;

13.
Η παρουσία τρίτου, όταν δεν προσθέτει, αφαιρεί.

14.
Ο θνητός, θαμπωμένος μπρος στην παντοδύναμη γοητεία της ομορφιάς, μένει ακίνητο και σιωπηλός.

15.
Η διαίσθηση, άξια όσο κι ο νους.

16.
Στο κορυφαίο σημείο της κατάνυξης, ανέκφραστη η λέξη.

17.
Η λιτότητα, εσωτερική λειτουργία πριν καταλήξει στην έκφραση.

18.
Η χάρη του πεζού λόγου, λιτότητα, κυριολεξία και δομή.

19.
Η λιτότητα της έκφρασης, παράδοση των αρχαίων.

20.
Το πιο ύπουλο, το πιο ανεύθυνο έγκλημα είναι η κακή χρήση της λέξης.

21.
Πολύτιμη η λέξη σε όλη την ιστορική της αλήθεια.

22.
Πρέπει να είσαι τόσο μόνο λογοτέχνης όσο υποτάσσεσαι στην αλήθεια σου.

23.
Η κριτική χαρακτηρίζει τον κρίνοντα όσο και τον κρινόμενο.

24.
Η ανοιχτή πληγή έχει το πρώτο δίκιο.

25.
Βαθύς ο νόστος για θύμησες.

26.
Οι σημερινοί άνθρωποι της δράσης δεν ακούνε, δεν διαβάζουν. Μόνο το θέατρο στην εποχή μας προσφέρει τη συγκέντρωση σε μια καθολική δομή. Ίσως και μια άριστη ομιλία.

27.
Ποιος βρίσκει μια στιγμή να δεχτεί την ποίηση; Ακόμη και την ποίηση της ζωής, το δέντρο, το πέλαγο, τη γενναία πράξη.

28.
Ένας καλός στίχος ταξιδεύει και κρούει. Ποιοι διαθέτουν μια στιγμή ενόρασης να τον χαρούν;

29.
Ο λυρισμός μιας αλήθειας προσθέτει γοητεία στην έκφραση.

30.
Αυτή η ενσυνείδητη συμβίωση με τη μοίρα μας, είναι ο πρώτος δρόμος προς την ποίηση.

31.
Όταν σ' έχει αναθρέψει η ποίηση αιώνων και η τέχνη, και η έκφραση της πατρίδας σου· όταν ζεις την αλκυόνα του Ευριπίδη στον κόλπο του κάθε νησιού μας· όταν νιώθεις πως μόνο με τούτο τον ουρανό και το πέλαγο θα μπορούσες να δώσεις μορφές, τότε το κάθε τι που χτυπάει αυτό τον κορμό σε κομματιάζει.

32.
Από τον αρχαίο ναό ως τις βασιλικές, το βυζαντινό ερημοκλήσι, το διαβατικό της Πάτμου, κανένα ξάφνιασμα. Πάντα η χαρά του γυρισμού.

33.
Ο ποιητής, άμα παραδώσει το έργο του, προχωρεί ξένος. Κοιμάται πια τον αδιάφορο ύπνο του.

34.
Και η αδικία πυκνώνει γύρω μας τα κύματα της μοναξιάς.

35.
Μα τι είναι επιτέλους η μοναξιά; Το αδιέξοδο; Η πλήξη; Ο ναυαγός που προσπαθεί να πλέει μέσα στο παγωμένο βουητό των κυμάτων; Ίσως το τελευταίο.

36.
Στη δυστυχία, πρόχειρη παρηγοριά ο «πανδαμάτωρ χρόνος». Ναι, μα τώρα είμαστε ακόμα εδώ, σε τούτη την ώρα. Και πώς θα τη ζήσομε τούτη την ώρα;

37.
Κεφαλαιοκράτης είναι όποιος κατέχει τον περισσότερο γόνιμο χρόνο.

38.
Ο άνθρωπος δεν ανατρέφεται από τη φύση. Αλλιώς, θα είχε συλλάβει το μεγαλείο της υπομονής. Δεν είναι απλό. Γιατί ο δύστυχος πρώτα πρέπει να υπάρξει, δύσκολο. Έπειτα να βοηθήσει να υπάρξουν οι άλλοι, ακόμα πιο δύσκολο. Και να σωθεί από τα λόγια χωρίς αντίκρισμα. Αδύνατο.

39.
Μεγάλη η δωρεά, η ιδιοφυΐα συν ήθος.

40.
Σημαντική παρηγοριά η μελέτη. Δεν είσαι μόνος. Στέκονται πλάι σου οι μεγάλοι. Κι εκείνοι με τα ίδια ερωτήματα.

41.
Στη δομή του κειμένου, η ελάχιστη λεπτομέρεια έχει το ίδιο βάρος με την ουσιαστική.

42.
Δύσκολος ο ανήφορος του συγγραφέα να φτάσει στον ήσυχο δρόμο της απλής καλής φράσης.

43.
Είναι θύμησες που σε αναστατώνουν. Άλλες όπου καταφεύγεις. Και θύμησες που ασκούνε διάχυτη μια πνευματική γοητεία πολύτιμης επικοινωνίας.

44.
Η δράση αναπαύει από τη συγκέντρωση στη σκέψη, την τάση προς την ουσία, τη συχνά εξαντλητική.

45.
Παλεύω με το μηδέν, όπως όλοι μας.

46.
Σκέπτομαι τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «Η ποίηση αγκαλιάζει το πνεύμα πριν γίνει ακόμα πνεύμα».

47.
Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει το νόημα της ψυχής.

48.
Είναι απλό να είσαι καλός και δίκαιος. Το δύσκολο, να δίνεσαι και να συμπονείς.

49.
Πόσο πολύτιμη η στιγμή της πνευματικής και σωματικής αρμονίας. Εσύ, Ιησού, που κυβερνάς το μυστήριο, βοήθησε να γίνει γόνιμη.

Από το βιβλίο Φέγγος χρόνου (Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1990) της Ιωάννας Τσάτσου

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο



Πέσατε θύματα (διασκευή, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Νότης Μαυρουδής, τραγούδι: Πέτρος Πανδής /δίσκος: Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση (1974))

Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Διαβαίνοντας το γεφύρι τον πιάσανε.
Ξιφούλκησε, μα τούρριξαν τρεις πιστολιές.
Ένας τον βαράει στο κεφάλι με το ρόπαλο.
Πήγαν σπίτι του κι άρπαξαν διαμαντικά κι έπιπλα.
Πήραν τη γυναίκα του στη φυλακή.
Έδιωξαν το πουλί απ' το κλουβί που κελαϊδούσε.
Στην κοντινή εκκλησία τον παράχωσαν.
Σαν ξημέρωσε ήρθαν και πάλι τον ξέθαψαν.
Δεμένο με σκοινί φέρναν γυμνό το πεθαμένο κορμί.
Κόσμος στους δρόμους φώναζε γιούχα.
Για τη φωτιά που θα το 'καιγε μάζευαν φρύγανα.
Δαυλό αναμμένο έφερε ένα νέο παιδί.
Τον κρέμασαν ανάποδα και γδαρμένο τον κομμάτιασαν.
Την ξεριζωμένη καρδιά την περάσαν στο ξίφος.
Ο μερακλής τη δάγκωνε ψημένη.
Μικρά παιδιά νομίζουμε τη ζωή παράδεισο,
γνωρίζοντας τον κόσμο βρισκόμαστε στην κόλαση.
Έντυσαν και παραγέμισαν το λείψανο,
για να δει την πρότερη όψη ο κόσμος ξανακόλλησαν
την πεσμένη μύτη με το 'να ρωθούνι φαγωμένο.
Αρλεκίνοι της ζωής π' ασωτεύετε κάθε αξία,
μην ειρωνεύεστε ό,τι δε γενήκατ' ακόμα.
Σκάβοντας, τα πονημένα της αδελφής λιανοδάκτυλα
ξέθαψαν έναν θώρακα ντυμένον με γκρίζο πουλόβερ
«αν είναι του σκοτωμένου μου» λέει «να το φυλάξω»,
Πάνω από εκατό σφαίρες παρτάλιασαν το κάθε κορμί.
Τους συγκέντρωσαν έξω από τα σπίτια,
σε χώμα φτηνό όπου κάνουν κεραμίδια,
προσχώσεις που κομματιάζονται από τενάγη
γεμάτες αγκάθια σκουριασμένους τενεκέδες
ψοφίμια, σκελετούς, ριχμένα σκουπίδια
κοντά στα εργοστάσια και τα σφαγεία.
Ένας που δοκίμασε να φύγει τελειώθηκε στα καλάμια.
Ίσαμε την πρώτη βροχή, όλος ο τόπος,
μπροστά στη θάλασσα, άντικρυ στα βουνά,
ήταν σπαρμένος πόδια, χέρια, ματωμένα κομμάτια.
Ένας κηπουρός φύλαξε στο εικονοστάσι ένα κρανίο,
κόκαλο κιτρινισμένο και λίγα μαλλιά.
Η μαυροφόρα ρίχνει λουλούδια στους τάφους.
«Ποιο έτυχε τάχα απάνω στον Κώστα·
δεν ξέρω τη σειρά του στον κοινό τάφο.»
Κρατώντας την ανθοδέσμη θάρρεψε πως τον αγκάλιαζε.
Σκότωσαν κι ένα νέο φοιτητή με τον αδελφό του.
Σκότωσαν και τον Κοσμά τον κάλφα στο κουρείο.
Σκότωσαν πενήντα στις δυο Ιουλίου.
Σαρανταέξι την πρώτη Μαρτίου στη Μίκρα.
Δίχως διαδικασία παίρνουν και εκτελούν,
απ' το συγκεντρωμένο πλήθος στις φυλακές
διαλέγουν τους πιστούς στην καλύτερη αύριο,
απ' τη μοναξιά των κελιών μαζεμένοι κοινώνησαν.
Μαζί μας ήταν κι ένας παπάς που σκοτώθηκε.
Πεθαίνοντας ο Κώστας σ' όλων το νου δικαιώθηκε.
Εκείνη που τον αγαπούσε σαν να παρηγοριέται.
Μέσα στη δικαιοσύνη τον βρίσκει σαν έννοια
«Όμως δε βρίσκω» λέει «το ζεστό του χέρι».
Δεν ξέρω τι να αποκριθώ στον καημό της στέρησης.
Της καθαρίζω το μέτωπο απ' το αίμα και τα χώματα,
«άσε τα παράπονα και κοίταξε να δουλέψεις» της λέω.
Έχω στο νου μου ότι δουλεύοντας ο άνθρωπος,
μπορεί να κάνει από ξύλο ένα χέρι τεχνητό,
να το εκθέσει στον κόσμο και να πάρει ζωή.
Μέσα στην απορία της η φτωχιά γυναίκα,
διατηρεί ένα κομμάτι που βρήκε δάκτυλο με το νύχι.
Κι ο σκοτωμένος τρομαχτικός για κάθε αίσθημα
το πρόσωπο δεμένο μ' επιδέσμους σα με φασκιές,
το κορμί όλο τρύπες, κουρέλια τα ρούχα,
έρχεται, κάθεται στον καναπέ όπως συνήθιζε.
Επιστρέφει στη γυναίκα του τα γράμματά της
βαμμένα απ' το αίμα πο 'χυσε η καρδιά του
λέει πως με τα χέρια δεμένα βάρεσε
κατακέφαλα το δυνάστη χαρούμενος,
χαρούμενη να 'ναι, μαύρα να μη ντυθεί.
Μα η Φτωχιά μην αντέχοντας σηκώνεται,
πέφτει απάνω στο νεκρό, που χάνεται,
με το θρήνο απ' όλες τις γενιές
όταν κηδεύουν της ομορφιάς του το κορύφωμα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά», τεύχος 42, την 1η Ιουνίου του 1946

Πηγή: Ανθολογία Η ελληνική ποίηση, τόμος Δ' [Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου], εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα, 2000 (επιμέλεια Αλέξανδρου Αργυρίου)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Οικογένεια Λ. Σφουντούρη



Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μνημόσυνο
(μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης, τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας /
δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))


Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

ΛΟΥΚΑΣ [ΕΤΩΝ 55]
ΦΛΩΡΟΥ [ΕΤΩΝ 50]
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ [ΕΤΩΝ 3]
ΙΩΑΝΝΗΣ [ΕΤΩΝ 25]
ΟΛΓΑ [ΕΤΩΝ 20]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ [ΕΤΩΝ 14]

ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΤΗ 10-6-44

Άκουσε φίλε,
σ' αυτό το κενοτάφιο βρίσκεται, μ' έναν τρόπο, η σύνοψη της τραγωδίας του Διστόμου.
Ο Θεμιστοκλής πιάστηκε όμηρος, με άλλους έντεκα ξωμάχους, από τους Γερμανούς, σαν έφταναν στο Δίστομο, το μαύρο Σάββατο στις 10 Ιουνίου 1944. Λίγο μετά σκοτώσανε την αδερφή του Παναγιώτα που αμέριμνη έβοσκε τ' αρνιά της στο Βρυόρεμα. Όσο βαστούσε η μέρα μέσα στο χωριό μακέλεψαν οι Ούννοι, νέους γέρους νήπια ζώα κι ό,τι ζωντανό - ανάμεσό τους τον Θεμιστοκλή και τον πατέρα του. Κίνησε η Φλωρού κι η Όλγα, η κόρη της, με δυο μουλάρια -σαν μάθανε τα μαύρα νέα- να φέρουνε τη σκοτωμένη Παναγιώτα τους. Φορτώσανε το πτώμα της και επιστρέφοντας απάντησαν το θάνατο να φεύγει για τη Λειβαδιά συντεταγμένος. Ήταν από τα τελευταία θύματα. Απόμειναν στις γράνες της δημοσιάς, μαζί με τα μουλάρια τους και τη νεκρή τους, θερισμένες από τα πολυβόλα.

Γι' αυτό σου λέω φίλε,
σταμάτα μια φορά σ' αυτό το κενοτάφιο της μνήμης.
Άφησε ένα αγριολούλουδο για τους 218 μακελεμένους του Διστόμου και συνέχισε, δρέψε την ευτυχία της ειρηνικής ζωής μας στην Αράχωβα τη νύχτα.

Περνώντας απ' του Καραϊσκάκη το άγαλμα δείξε του πως θυμάσαι, κλείνοντάς του πονηρά το μάτι.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Γιώργος Χρονάς, Αύρα



Μάνος Λοΐζος & Μανώλης Ρασούλης, Τίποτα δεν πάει χαμένο
(τραγούδι: Λιζέτα Καλημέρη, Μανώλης Ρασούλης & Παντελής Θεοχαρίδης /
πρώτη εκτέλεση από τη Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο Τα τραγούδια της Χαρούλας (1979))


Αύρα

Όταν θα φτάσεις στο σταθμό
μην κάνεις τίποτα το περιττό
Μην κινηθείς προς το περίπτερο
στους πωλητές καπνού ή φρούτων
Κάτω από τη μεγάλη πόρτα να σταθείς
ακίνητος μέσα στο φως της μέρας
αφήνοντας τη σκόνη του κόσμου στα παπούτσια
στις κλειστές γραμμές των χεριών σου
Γιατί εμείς από μακριά
θα σε αναγνωρίσουμε
κάτω από το ρολόι που θα σημαίνει
χαμένην ώρα.

Από την ποιητική συλλογή Ο αναιδής θρίαμβος (1984) του Γιώργου Χρονά

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδού Πανός, Αθήνα, 2008]

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Σονέτο της θερινής απελπισίας



Μιχάλης Τερζής, Μικρός γιαλός
(τραγούδι: Κώστας Σμοκοβίτης / δίσκος: Τα κορίτσια της Κυριακής (1988))
[Δημιουργία βίντεο: Μαργαρίτα Πάσχου]

Σονέτο της θερινής απελπισίας

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
Κωνσταντίνος Χατζόπουλος


Το καλοκαίρι επιμένει
γεμίζοντας τις νύχτες πάθος,
μα το μυαλό του μαύρο δάσος
που τρέχουν μέσα απελπισμένοι.

Δεν ξέρει τι να περιμένει,
βέβαιος όντας κατά βάθος,
πως ήταν το χαρτί του άσσος,
μα σε παρτίδα ξοφλημένη.

Μοιραίος της ακινησίας,
μέσα στ' αλάθητο καρτέρι,
κουνάει το θάμνο της δειλίας,

όπως λαγός τη μαύρη φτέρη.
Ας φύγει πια το καλοκαίρι
να βρει ισορροπία μελαγχολίας.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Δημήτρης Ποταμίτης, Ο Άλλος Δημήτριος



Νίκος Τάτσης & Κώστας Παπαγεωργίου, Παπαρούνα
(τραγούδι: Ελένη Βιτάλη / δίσκος: Άιντε και φύγαμε (1979))

Ο Άλλος Δημήτριος

Με τη ζωή στο πέλμα της νύχτας, πέντε χρονών παιδί, άκουγα τη μητέρα να λέει πως τα πουλιά είναι λευκά, μόνο λευκά. Έμαθα τότε ν' αψηφώ τα χρώματα, ώσπου μια κόκκινη παπαρούνα μου έδειξε το μέρος όπου τα πράγματα κηλιδώνονται.

Άρχισα να γίνομαι άντρας, όμως στα χέρια μου γλιστρούσε η αμφιβολία, αν πρέπει να ονειρεύομαι φτερωτά ψάρια και φλεγόμενες θάλασσες. Τέλος, κυνήγησα τη χίμαιρα, ως τη σπηλιά που πέρσι πνίγηκε ακόμα ένας άντρας.

Τώρα είμαι ο Άλλος Δημήτριος, εντεταλμένος κατά της φορμάικας και των πολιορκητικών μηχανών. Όμως τα χέρια μου δεν υποφέρουν πια άλλους νεκρούς ελέφαντες. Ακόμα κι ένα σύννεφο να περάσει, με πληγώνει.

Από τη συλλογή Ο Άλλος Δημήτριος (1970) του Δημήτρη Ποταμίτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Δημήτρης Ποταμίτης, Ποιήματα 1964-2003 (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007)

Translatum: Favourite Poetry
- Δημήτρης Ποταμίτης

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Κώστας Κινδύνης, Κομμάτι-κομμάτι



Οδυσσέας Ελύτης & Δημήτρης Λάγιος, Όμορφη και παράξενη πατρίδα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ο ήλιος ο ηλιάτορας (1983)

[Από την ενότητα Αναψηλάφηση]

Κομμάτι-κομμάτι


Κομμάτι-κομμάτι
πουλήσαμε όλη τη θάλασσα.

Τώρα κουβαλάμε τα νησιά μας
κάτω απ' τη χλαίνη μας.
Μη ρωτήσουν τα παιδιά μας
Αμολάμε τον αϊτό τους
φεύγοντας συνένοχα
.

Χωρίζουμε ολομόναχοι
εσύ από δω
εγώ από κει.
Στον άλλο πόλεμο
θα σου δώσω τουφέκι
χωρίς καθυστέρηση.
Θα συναντηθούμε παζαρεύοντας
την καινούργια μας ζωή.
Θα 'χεις την πληγή σου
πυξίδα στην πορεία σου.

Κομμάτι-κομμάτι
πουλήσαμε ακριβά τη θάλασσα.
Ό,τι ρευστό πήραμε
το ρίξαμε βαθιά
στο αίμα μας.
Μας φτάνει είχαμε πει
για ένα ταξίδι
κι από τότε ταξιδεύουμε.

Μας φτάνει είχαμε πει
για ένα κέρδος
κι από τότε
δε γνωριζόμαστε.

Θ' αναγνωριστούμε
στον άλλο μας πόλεμο.
Σημαίες οι πληγές μας απλωμένες.
Και θα 'μαι ο εχθρός σου
που θ' αγαπήσεις παράφορα
και θα 'μαι ο πεταλωτής
του αλόγου σου
να συνεχίσεις πιο κάτω.

Άνοιξα τα στήθια μου
σκοτάδι
τίποτα
δε με τυραννάει περισσότερο
απ' την ανώφελη πατρίδα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα [1971 - 1977] (2007)

Translatum: Favourite Poetry
- Κώστας Κινδύνης

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Χρυσούλα Βακιρτζή, Η προσμονή του δένδρου



Μίκης Θεοδωράκης, Καιρός να δεις

(τραγούδι: Παιδική χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου στην εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας» (20 Νοεμβρίου 2010) προς τιμήν του Μίκη Θεοδωράκη / από τον κύκλο Τα τραγούδια του Αντρέα (1968))

Η προσμονή του δένδρου

Ναι έχεις δίκιο. Παραδέχομαι ότι είναι υπέροχο και απαραίτητο να καταγίνεσαι με τις πολύχρωμες μπαλίτσες, τα μικρούλια ευαίσθητα λαμπάκια, και με όλα τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου δέντρου.

Όλα χρυσίζουν, λαμπυρίζουν, και κάθε φορά που ο καιρός ορίζει, νιώθεις μια τρυφερή ανάγκη να προστατεύσεις περισσότερο ως κι εκείνα τα πλαστικά αστεράκια που σίγουρα δεν σπάζουν.

Ξέρεις... πέρασε αρκετό διάστημα από τότε που πέταξα πλέον τα νάιλον λουλούδια (ώστε αποξηραμένα ήταν;) –πόσο αληθινά έμοιαζαν, πράγματι... Όπως τα συναισθήματα, όπου με ακούσια ή ηθελημένη αργότερα συνείδηση, στρέφονται σε αυταπάτες, σε εκούσιες ψευδαισθήσεις.

Απαραίτητη διέξοδο στο αδιέξοδο, πολλές φορές...

Από την ποιητική συλλογή Με αφετηρία τη ζωή (1998) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Ο ιστότοπος της ποιήτριας