Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Ο ύπνος σε τύλιξε, Λεωνίδα Κύρκο...



Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Ο ύπνος σε τύλιξε (από το έργο Επιφάνια Αβέρωφ)
[1997: Η Αφροδίτη Μάνου και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης τραγουδούν Μίκη Θεοδωράκη στις «Γραμμές». Μια βραδιά μαζί τους τραγουδάει ο Μίκης και ο Λεωνίδας Κύρκος ακούει, καπνίζει και δακρύζει.]

Translatum: Λεωνίδας Κύρκος [Leonidas Kyrkos] (1924-2011)

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Αναζητώντας τον Νίκο Θέμελη

[...]

Η Μανησά ήταν ένα απ' τα σημαντικότερα εμπορικά σταυροδρόμια, στο κέντρο της δυτικής ακτής, απ' όπου πέρναγε ήδη η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή που είχε ξεκινήσει από τη Σμύρνη. Στο σταυροδρόμι αυτό συναντούσες καραβάνια από κάθε κατεύθυνση και για κάθε προορισμό. Από τη μια Αϊβαλί, Σμύρνη, Αϊδίνι, Μούγγλα. Από την άλλη ένας δρόμος για Ακ Χισάρ και Κιρκαγκάτς, που έφτανε στην Πόλη και τέλος ένας τρίτος για Κασσαμπά, Αλά Σεχίρ, Ικόνιο μέχρι βαθιά στην Καισάρεια. Δεν υπήρχε μέρα που να μην περνούσαν δυο και τρία καραβάνια και δεν υπήρχε νύχτα που να μη διανυκτέρευε τουλάχιστον ένα. Ερχόντουσαν φορές που απ' τις πολλές καμήλες δεν αναγνώριζες το πρόσωπο της πόλης. Ταχυδρομικές άμαξες, καρότσες, αραμπάδες και ταλίκες συμπλήρωναν το πήγαινε έλα των καραβανιών που πέρναγαν μέσα από την πόλη.

Σ' όλο το βιλαέτι της Σμύρνης το μαλακό κλίμα και τα γόνιμα εδάφη, που ποτίζονταν απ' τα νερά του Έρμου και του Μαίανδρου, επέτρεπαν σε ατέλειωτες εκτάσεις την καλλιέργεια των αμπελιών, της ελιάς, των καπνών και της συκιάς. Από κοντά ερχόταν το κριθάρι, το σουσάμι και το βαμβάκι, που στέριωσε γύρω από τη Σμύρνη τις πιο δυναμικές υφαντουργίες και κλωστήρια. Όσπρια, καλαμπόκι, μετάξι και παπαρούνα πιάναν τις υπόλοιπες εκτάσεις στο βιλαέτι. Στην περιοχή της Μανησάς βγαίναν όλα τα αγαθά, κάπως λιγότερο η ελιά. Πρώτη και καλύτερη η σταφίδα η σουλτανιά κι αμέσως μετά τα δημητριακά και το σουσάμι. Ακόμα τροφοδοτούσαμε την αγορά της Σμύρνης μ' αχλάδια, δαμάσκηνα, ρόδια, κάστανα, κυδώνια και φυσικά σύκα. Όπως έλεγε ο Αντών-εφέντης: «Τίποτα δε μας λείπει από τον αραμπά κι όλα μας περισσεύουν». Κι όμως σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω.

[...]

Από το βιβλίο Η αναζήτηση (1998) του Νίκου Θέμελη

Πάντα κάτι δυνατό μ' έδενε με τη Μικρασία - από μια σταλιά παιδάκι. Δεν ετίθετο θέμα καταγωγής. Αμιγώς Θεσσαλονικιοί ήταν οι δικοί μου. Όμως, βαθιά με συγκινούσε ό,τι είχε να κάνει με τις χαμένες πατρίδες της κείθε μεριάς του Αιγαίου. Κι ας μην ήξερα τι ακριβώς.

Αρχές καλοκαιριού του 1999 ταξιδεύω για πρώτη φορά προς Μυτιλήνη να δω έναν φίλο που μένει πια εκεί. Στο τριήμερο που μένω στο νησί ο τόπος μου φαίνεται ευλογημένος και μαγικός. Στη θέα των μικρασιατικών παραλίων απέναντί μου βουρκώνω και θέλω να μείνω εκεί. Κάνα μήνα μετά την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη διαβάζω την «Αναζήτηση» του Νίκου Θέμελη μέσα σε 3 μέρες. Μέχρι να φτάσω στο απόσπασμα που ήδη παρέθεσα κοντοστάθηκα κάμποσες φορές, έκπληκτη και αμήχανη. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τούτο το βιβλίο, σκεφτόμουν. Δεν υπάρχει πόλη και χωριό και γειτονιά που ν' αναφέρει ο Θέμελης και να μην το ξέρω. Αναρωτιέμαι διαρκώς τι συμβαίνει και μια βδομάδα αργότερα βρίσκω την άκρη.

Ο παππούς μου από τη μάνα μου, ένα φτωχό παιδί παϊζάνων (ντόπιων χωρικών) από το Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης, είχε φύγει στα 12 του για τη Μικρασία να βρει την τύχη του γύρω στο 1900. Αφού περιπλανήθηκε στην Ιωνία και έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει, τελικά έπιασε δουλειά στους σιδηροδρόμους, προόδεψε, έγινε μηχανοδηγός και ζούσε χρόνια στη Μαγνησία του Μαιάνδρου, τη Μανησά στο βιβλίο του Νίκου Θέμελη. Στην Ελλάδα γύρισε σταθμάρχης πια γύρω στο 1921, λίγο προτού ξεσπάσει η συμφορά. 40 χρόνια αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, στον συνοικισμό των σιδηροδρομικών (στην ίδια γειτονιά για την οποία έγραψε η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου το ομότιτλο βιβλίο της το 1998), η μεγάλη του κόρη φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι, εμένα. Ο παππούς που ζει μόνος του σ' ένα καμαράκι στην αυλή του σπιτιού πίσω απ' τον σταθμό καθημερινά συναντιέται τα βράδια με τους παλιούς του συναδέλφους και λένε κουτσοπίνοντας με τις ώρες ιστορίες για τη ζωή τους στη Μικρασία. Συχνά κρατάει εκεί στην αγκαλιά του το κοριτσάκι που ως τα τρία του χρόνια έχει ακούσει τα πάντα για την Ιωνία, τις πόλεις της, τους μαχαλάδες της, τους ανθρώπους της, τη ζωή εκεί και το άδοξο και οικτρό της τέλος. Μετά ο παππούς πεθαίνει κι εμείς μετακομίζουμε στο Φάληρο κι όλες οι ιστορίες του και η μορφή του που αχνά και σπάνια θυμάμαι έχουν περάσει στο υποσυνείδητό μου που το ξυπνά ο Νίκος Θέμελης. Και σκέφτομαι: «Να δεις που με τον Θέμελη είχαμε τον ίδιο παππού».

Το 2000 στο πλαίσιο της δικής μου αναζήτησης, φεύγω για να δουλέψω στη Μυτιλήνη. Εγκαταλείπω τη δουλειά σε μια μεγάλη πολυεθνική, πάω σε μια μικρή συγγενή εταιρεία στο νησί, κοντολογίς για τους πολλούς ανατρέπω την ήσυχη και ασφαλή ζωή μου, την ίδια χρονιά που ο Θέμελης εκδίδει τη δική του «Ανατροπή». Γυρίζω πίσω στην πατρίδα το 2003 για να είμαι κοντά στη μάνα μου τα τελευταία της χρόνια και τότε ο Θέμελης εκδίδει την «Αναλαμπή» του. Συμπτώσεις, ε; Συμπτώσεις που συνεχίζονται και στα επόμενα βιβλία του.

Τον αγάπησα πολύ τον Νίκο Θέμελη. Χωρίς πώς και γιατί. Χωρίς να ψάξω και να σκεφτώ αν ήταν καλός συγγραφέας (που ήταν), αν άξιζαν τον κόπο όλα του τα γραπτά, τι άλλο έκανε στη ζωή του, τι σπούδασε, πού έζησε, αν ήταν καλός άνθρωπος ή όχι. Απλώς τον αγάπησα πολύ. Γιατί τον έβλεπα σαν μεγαλύτερο αδελφό μου που είχε το ταλέντο να γράφει ωραία, πολύ καλύτερα από μένα, για όλα όσα νιώσαμε και ζήσαμε στην οικογένεια παρέα με τον παππού. Γιατί τον καμάρωνα που μπορούσε να μεταφέρει στο χαρτί και τις δικές μου σκέψεις. Γιατί με κάθε του βιβλίο έβγαζε στη φόρα τ' άπλυτα και τα πλυμένα της οικογένειας κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι σαν να κάναμε μαζί τη σκανταλιά της δημοσίευσης.

Βλάσφημη χρονιά το 2011. Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Ούτε έλεος. Πήρε τόσους και τόσους συγγραφείς που αγάπησα, καλλιτέχνες που αγάπησα. Ανθρώπους που τους χρωστώ ένα κομμάτι του εαυτού μου, όπως όλοι μας. Κι ενώ η Ελλάδα βολοδέρνει ολημερίς εδώ και μήνες αναζητώντας τα χαμένα της σέντσια, κάθε τρεις και λίγο χάνουμε τόσες ψυχές, τόσους σκεπτόμενους ανθρώπους. Κανείς, ωστόσο, δεν δείχνει πια να δίνει σημασία στις ψυχές και στα σημαντικά μυαλά αυτού του τόπου. Άλλωστε, και επισήμως (βάσει απογραφής) είμαστε λιγότεροι απ' ό,τι 10 χρόνια νωρίτερα και το επιβεβαιώνουμε καθημερινά χωρίς ν' αναζητάμε ή έστω ν' αποζητάμε όσους χάνουμε. Κακό της κεφαλής μας, λέω εγώ. Και μεγάλο κρίμα!

Κουράστηκα ν' ακούω και να διαβάζω επικήδειους φέτος. Δεν θέλω να ξαναπώ σε κανέναν «καλό ταξίδι». Δεν το αντέχω και δεν έχει νόημα. Είναι άδικο όλο αυτό το φευγιό. Και για κείνους που μας αφήνουν και για μας που μένουμε. Είναι μεγάλη η θλίψη μου που χάσαμε -που έχασα- τον Νίκο Θέμελη. Πήρε το τρένο για τη Μανησά χωρίς εμένα. Σαν κατέβηκε, πήρε τον αραμπά. Μα, σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω. Έτσι, από χτες δεν έχω πια με ποιον να μοιράζομαι τον ίδιο παππού...



Σταύρος Ξαρχάκος & Βαγγέλης Γκούφας, Τα τρένα που φύγαν

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Νίκος Γκάτσος, Αμοργός [Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά...]



Νίκος Γκάτσος & Μάνος Χατζιδάκις, Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά
(ενορχήστρωση - αναπροσαρμογή: Νίκος Κυπουργός, μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός,
διεύθυνση χορωδίας: Αντώνης Κοντογεωργίου, τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη /
δίσκος: Αμοργός (2005)) [Πηγή πληροφοριών:
Σείριος]

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα
Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια
Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιών που σαλεύουν
Μόνο ν' ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκλησιών με το μεράκι τού αποσπερίτη
Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Και τότε θα 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.

Γι' αυτό κι εσείς παλικάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ' τα περιβόλια των κριθαριών
Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

[...]

Από τη συλλογή Αμοργός (1943) του Νίκου Γκάτσου

[Αναδημοσίευση]

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας



Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
[μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης,
τραγούδι:
Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974)]

[Από την ενότητα Ηλικία (1986)]

Από τη μεριά της θάλασσας

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ' ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ' άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να 'ταν αυγή να 'βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν' ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ' ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας -αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα...

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί...

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.


Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό (1983-1995) (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Αναστάσης Βιστωνίτης

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Κατερίνα Καριζώνη, Καλοκαιρινή συνάντηση



Νίκος Αντύπας & Λίνα Νικολακοπούλου, Παραμύθι
(τραγούδι: Άλκηστη Πρωτοψάλτη / δίσκος: Υδρόγειες σφαίρες (2000))

Καλοκαιρινή συνάντηση

Σα να ξανάβρισκα
εκείνον τον παμπάλαιο θησαυρό
που ήταν χαμένος από χρόνια
στα λιμνάζοντα μάτια σου.


Κυριακή πρωί
ξεφωνίζοντας στους δρόμους το όνομά σου
ράγισα το κρύσταλλο του ήλιου
και να, σε είδα στο σπασμένο φως.


Να μου μιλάς για την Αλίκη
που δραπέτευσε απ' τη χώρα των θαυμάτων
γριά πια
και τυφλή απ' όσα είδε
για την Αλίκη που εκτελέσαμε
στ' αστεία ένα απόγευμα
τρομαγμένοι απ' όσα θα αποκάλυπτε για μας.


Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη
της δίνω πάντα το νόημα
που εγώ θέλω να έχει,
έλεγε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ στην Αλίκη.
Έτσι κι εγώ
σ' αυτό το βουερό κι άπλετο φως
του Αυγούστου
δίνω τώρα το νόημα της στάχτης
και σ' ό,τι από σένα απέμεινε
το νόημα της θάλασσας.


Βουτηγμένοι στις πρωινές εφημερίδες μας
και πίνοντας ήσυχα καφέ
σε μια παραθαλάσσια πρόφαση γαλήνης
παρατηρούσαμε τους περιοδεύοντες
αντικατοπτρισμούς.


Από τη συλλογή Αναπάντεχο καλοκαίρι (1978) της Κατερίνας Καριζώνη

Πηγή: ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κατερίνα Καριζώνη

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές



Δημήτρης Παπαδημητρίου, Κεραυνός κι αστραπή
(τραγούδι: Παντελής Θαλασσινός / δίσκος: Έτσι ξαφνικά (2005))

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές

Κύμα και στάχτη που υποτάσσεται και διαφεντεύει η ψυχή μου.
Διασχίζει την καταστροφή κι ένα σκοπό σφυρίζει απαγορευμένο.
Τόσα κρυμμένα λόγια στο συρτάρι, λέξεις κραυγές
σαν πτώση ενός νομίσματος σε στερεμένη αγάπη.

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Πιο πάνω απ' τους ψιθύρους της ομίχλης
ένας καθεδρικός ναός βροχής θα αιωρούνταν
παμπάλαιος όπως ο φόβος μας
τον ύπνο να ξεπλύνει από όνειρα κακά
- σάμπως η ακίνητη αστροφεγγιά
ματαιωμένες προσευχές γινόταν να επιστρέψει.


Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Μα τώρα καίγονται κι εξατμίζονται τα βράδια
όπως ο δρόμος αποχαιρετά το τρένο μες στ' απόγευμα
ή όπως σβήνει μονομιάς το φως
κι άξαφνα μες στην κάμαρα φυτρώνει ένα πλατάνι.


Καίγονται κι εξατμίζονται
κι είναι γι' αυτό που η ανάσα μας
σπιθοβολεί γαλάζιες αστραπές.


Από τη συλλογή Ν' ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου