Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Μανόλης Αναγνωστάκης, Το περιθώριο '68 - '69

Το περιθώριο '68 - '69

Τώρα πια που δε γράφω και η απόσταση του χρόνου με βοηθάει, βλέπω καθαρότερα πόσες φορές, πραγματικά, έπνιξα στο λαρύγγι μου τα ίδια μου τα τραγούδια.
Στα λιγοστά ποιήματα που, μέσα σε είκοσι πέντε και παραπάνω χρόνια, έγραψα, αν εξαιρέσω το πρώτο και ένα μέρος από το δεύτερο βιβλίο μου, σε πόσα από τα υπόλοιπα δεν έσβησα την τελευταία στιγμή λέξεις, δεν αλλοίωσα έννοιες, δεν αφαίρεσα ολόκληρους στίχους, γιατί υπήρχαν εκεί ίσως μερικά πράγματα που δεν έπρεπε ακόμα να ειπωθούν. Πόσοι άραγε απ' αυτούς που, δίκαια, μ' έψεξαν για «χαλαρότητα στην έκφραση», για «ηθελημένη ασάφεια», για «αδιαφορία στη μορφή», υποπτεύθηκαν πως είχα πετύχει σχεδόν πάντα την καίρια λέξη, που και μόνη της μπορούσε να ανακαλέσει ένα ολόκληρο νόημα, να στήσει έναν κόσμο - και δεν την έγραψα γιατί πίστευα (ή φοβόμουνα) πως δεν έπρεπε ακόμα να γραφτεί.

(Σ' όλη μας τη ζωή βουλιάξαμε πολλά καράβια μέσα μας, ίσως για να μη ναυαγήσουμε μια ώρα αρχύτερα εμείς οι ίδιοι).

***

Ήττα, καταστροφές, καιρός καταφρόνιας.
Και τα σημάδια του χρόνου, αυτής της αρρώστιας που δεν έχει γιατρειά.
Ανάμεσα σ' εκείνους που «λύγισαν» και σ' εκείνους που «δεν λύγισαν» - τι βάναυσος συμψηφισμός ειλικρίνειας, ταπεινών σκοπιμοτήτων, απλουστεύσεων, ενοχής, απανθρωπίας.

***

Τώρα, μπορεί πια ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει, για την αγωνία της εποχής, το αδιέξοδο, την απανθρωπία του αιώνα, τη χρεωκοπία των ιδεολογιών, τη βαρβαρότητα της μηχανής, για δίκες, για ρήγματα, για φράγματα, για ενοχές, για γρανάζια.
Όλα έχουν κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί, έχουν περάσει στα λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες, προσφέρονται έτοιμα σε πακετάκια αυτοσερβιρίσματος, σε κάθε βαλάντιο προσιτά.
Θα 'ρθει ένας καιρός, που σε ζωολογικούς κήπους, σε τσίρκα και σε κέντρα παιδικής χαράς, θα συντηρούνται σε ειδικούς στεγανούς κλωβούς, άνθρωποι-δείγματα μιας περασμένης εποχής, προς ικανοποίησιν της περιεργείας του κοινού και προς χρήσιν των σχολείων και των επιδόξων συγγραφέων.

***
Και πώς να τον βρίσεις κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή...

***
Μέσα στο γραφείο του ο Ποιητής, μιλά αργά στον ευγενικό επισκέπτη του για την αποστολή της ποίησης στον καιρό μας, για την αδιαφορία των νέων προς τη γλώσσα, για την πολυπλοκότητα των πνευματικών προβλημάτων στην αντιφατική εποχή μας.
Να φανταστείς ένα άλλο δωμάτιο με τέσσερις καθόλου ευγενικούς επισκέπτες, να μαστιγώνουν τον Ποιητή, να τον ξεγυμνώνουν, να του σβήνουν αναμμένα τσιγάρα στα χέρια, να του ρίχνουν κουβάδες νερό να συνέλθει για να ξαναρχίσουν.
Μέσα σε ποιο δωμάτιο βρίσκεται ο Ποιητής ο αληθινός;
Τι θα σκεφτόταν άραγε τότε για την αποστολή της ποίησης, για τη γλώσσα, για την πολυπλοκότητα των προβλημάτων της εποχής;
Κάτω από ποιο φορτίο λύγισαν οι δικοί σου ώμοι και κάτω από ποιο οι δικοί μου;
Ποια ζυγαριά θα μας μετρήσει;

***
Δεν έφταιγεν ο ίδιος. Τόσος ήτανε.

***
Τι ωραία βιβλία που γράφουμε, τι ωραία τραγούδια που ψάλλουμε, τι ωραία μνημόσυνα που κλαίμε.

***
Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.

***

Λέει ο ίδιος ο ποιητής:

Όλα τα κομμάτια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Το περιθώριο '68-'69» γράφτηκαν τους τελευταίους μήνες του 1968 και τους πρώτους του 1969. Σε πολύ περιορισμένο αριθμό δακτυλογραφημένων αντιγράφων κυκλοφόρησαν τον ίδιο χρόνο (1969) και διαβάστηκαν από φίλους.

Translatum: Fiction of Thessaloniki
- Μανόλης Αναγνωστάκης
Δημοσίευση σχολίου