Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Αλέξης Τραϊανός, Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ

[Από την ενότητα Album]

Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ


Ανεβοκατεβαίνει αυτό το ήρεμο γκρίζο
Τσιγάρα και συνήθειες του χειμώνα
Προφέροντας το όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Με το γέλιο σου να κουνιέται πίσω απ' το οινόπνευμα της λάμπας
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ' το ίδιο σου χέρι

Απ' τα φύλλα μου λείπει το χαρτί που μου κλέψανε
Πρέπει να σε κουβαλήσω από 'κει που ήσουν
Μ' ένα γυμνό λαμπτήρα μέσα στο κάθε μάτι
Το άσχημο φως της κατοχής σου

Τώρα ξέρω αυτό το φως πίσω από κάθε άγαλμα
Μα ποιος του κόλλησε αυτά τ' άσπρα μαλλιά
Άφησε με να επισκευάσω τις λέξεις μου εσένα το βλέμμα μου
Είδα ήτανε μια προσωπίδα τρομερή μέσα στη ζωή
Καθένας μας μ' ένα κουτί και το κεφάλι του μέσα

Όχι δεν θα έρθει κανείς
Μη γελάς κι ας ήμαστε εδώ σ' αυτό τον κλειστό σταθμό
Δίπλα στη θάλασσα κάτι θέλοντας να πω
Όπως θα ήθελα να το πω και δεν είναι
Και παρασέρνει σα σκοινί το πρόσωπό μου
Μπροστά στο λάκκο με το αλάτι και το ξύδι

Άφησέ με να μη σου μιλώ λοιπόν
Ήμαστε το ζευγάρι που δεν έχει πού να πάει πια
Το τρένο έφυγε όπως στο σινεμά
Μπορείς να κρυφτείς στην τουαλέτα όλο το βράδυ
Για να το δεις να φεύγει πάλι
Έγινε ο κόσμος για να βλεπόμαστε μισοί μες στο χαμό
Σαν ένα μισοφώτιστο πορνό
Μυαλό π' αχνίζει ποίηση κι αλκοόλ
Τα μάτια μου τα εμποδίζουνε οι προβολείς
Μιας χώρας που λιώνει στο στριπ τιζ
Ανεβοκατεβαίνω αυτό το ήρεμο γκρίζο
Συχωρέθηκα σε μια λέξη
Προφέροντας τ' όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ' το ίδιο σου χέρι

Τα γκάζι μιλά καλύτερα απ' τη σιωπή ή τους ανθρώπους
Μυρίζει όταν κανένας δεν έρχεται να μυρίσεις
Τ' ανοίγεις εσύ ή οι άλλοι για σένα ή για τους άλλους
Ένα ουδέτερο ρύγχος ίσως απ' το ταβάνι

Ρύγχη λουλουδιών γκάζι λουλουδιών
Πολιορκούσαν το αίμα σου άφαντο
Μελανιασμένο σ' ένα χαρτί της νύχτας
Ή στις 4 το πρωί ανάθεμα της ποίησης
Της σφιγμένης γροθιάς πάνω στο άπλετο μαύρο
Εκεί που σκόνταφταν τα μάτια σου προορισμός υακίνθων
Κάνοντάς το πάλι
Νόημα των λέξεων νόημα ματιών απονενοημένων
Χείλια τού ποτέ πια
Στις 4 το πρωί με τις άσπρες κλεψύδρες του γαλατά
Η αιώνια ώρα στο φιλντισένιο κορμί σου
Στο υγιεινό δωμάτιο με το κλάμα και τους καπνούς
Τους ήχους της σήψης ναυαγισμένους γύρω απ' το αμπαζούρ
Και το ποίημα ανάποδο
Να πηγαινοέρχεται απ' την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα
Ανασταινόσουν και πέθαινες Λαίδη Λαζάρου

28.2.74

Από τη συλλογή Η κλεψύδρα με τις στάχτες (1975)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα
- Αλέξης Τραϊανός
Δημοσίευση σχολίου