Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα...]

3

Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα
από περασμένη βλάστηση έν' απολίθωμα
αγνοώντας την ατραπό του σπηλαίου της δοκιμασίας
δεν ξέρω πώς μπορεί η μορφή να διασωθεί
θρηνώ την καταστροφή και ασθένεια του σώματος
θυμούμαι τον καιρό που έπαιζα με το χέρι της
τώρα την βλέπω κατάκοιτη που έχει προσβληθεί
με τα υφάσματα που εκφράζουν τα συναισθήματα
τα κύματα των ημερών τις πτυχές
αποργανωμένος ο λίθος ζητεί την έκφραση
σκελετός από τις κακοκαιρίες λευκασμένος
δεν μας απαντούν δεν έρχονται δε μας βρίσκουν
εφ' όσον είμαστε ανόμοιοι πώς να ζητήσω
πώς με τη ζωή να ταυτιστώ να πιστέψω
ο κάθε δρόμος εσφαλμένη άγνοια
γυρεύοντας κάτι δικό μου εμφανίζομαι
πώς μπορώ να ξέρω ότι υπάρχω
όταν και η πλάκα του τάφου δεν βρίσκεται
κάθε συζυγία διαγράφεται
τα ενωμένα χέρια διαλύονται
πεθαίνουν με την ομορφιά τους οι θεοί
με το παράστημα τ' ανθρώπινο ενάρετα
η σιωπηλή γυναίκα με το σεμνό χτένισμα
με τους στοχασμούς ο αρήιος άντρας
να υπάρχω εξακολουθώ
κατεβαίνοντας στον άδη και γνωρίζοντας
την αχανή από κάθε πρόσωπο ερημία
μαθαίνεις ότι η σκιά σε ακολουθεί
το προσφιλές επανέρχεται ίνδαλμα στη ζωή
η ασφαλισμένη γνώση και σχέση
η εμορφιά απ' όλα τ' άνθη της άνοιξης
αρκεί ανεβαίνοντας την ατραπό
όπως επιθυμούμε όλα τ' αντικείμενα
δεν πρέπει να σταθείς και να προσβλέψεις
πρέπει να εξορύξω λοιπόν τα μάτια μου
να καταστρέψω τις αισθήσεις του σώματος
αμείλιχτη πάλη αγωνίζομαι
ένα βήμα μπροστά το πόδι
πίσω κάμπτεται ο κορμός
τα χέρια μου δεμένα με λουριά
αλήθεια αναλογίζομαι θ' αγκαλιάσει
ο ανδρικός Απόλλωνας με την χρυσή χαίτη
το νεκρικό άγαλμα της γυναίκας
το χέρι που κρατά αναστραμμένο το μαφόρι
το χέρι που στη μέση ακουμπά της κοιλιάς
θα θραύσουν τις πτυχές τα πόδια
το στόμα το ωραίο τη σιωπή
απερίγραπτα είμαι χαρούμενος
μ' όλους της πολιτείας βγαίνω εκδρομή
καταλαβαίνω την φροντίδα των επισήμων
τη δύναμη απ' τον εργάτη τον γυμνό
όλοι μαζί πηγαίνουμε στα δέντρα
στα έργα μας να θυσιάσουμε τα άλογα
στεφάνι στη προσπάθειά του φορεμένος
σαν ιερέα ο καθένας μ' ακολουθεί
μέχρι πού πρέπει να πάω
δεν είμαι τάχα άνθρωπος εγώ
αν δεν είμαι ποιος είναι ο θεός
χώρου και χρόνου κενό που δε συμπληρώνεται
ποιο είναι που λείπε το πρόσωπο απ' τη λιτανεία
από την τάξη που πορευόμαστε οι ενήλικες
έχοντας στο κεφάλι των παιδιών το χέρι
κρατώντας δοξαστικά κλάδους βάγια
αν κρίνω λογικά στρεφόμενος πίσω μου
μπορεί να μην υπάρχει τίποτα
μπορεί ο συνηθισμένος κόσμος να γελάστηκε
να έχει γελαστεί επειδή γελάστηκα
να σηκώνουν ένα εκμαγείο που της μοιάζει
ακριβώς αποδομένα στην πέτρα τα χαρακτηριστικά
μαλλιά μάτια στόμα μύτη φρύδια
πτυχές του ενδύματος πάνω στο στήθος
ολόκληρη μέσα στο πέπλο της η μορφή
όπως τη γνώρισα στο μακρινό ακρωτήριο
όταν ποτέ να μη χωρίσουμε ορκιστήκαμε
ρίχνοντας τον αρραβώνα μας στη θάλασσα
διαλύοντας όλους τους πρόσκαιρους δεσμούς
κι απ' τη γης για να την ανταμώσω ξενιτεύτηκα
σμίγοντας το ένα χέρι μου με τ' άλλο
ατενίζοντας κατά μέτωπο μ' ορθάνοιχτα μάτια
δεν μπόρεσε η νύχτα να μου την κρύψει
θα στρέψω πίσω να δω
δε μπορούν να μου αφαιρέσουν το έργο μου
χάρου άνθρωπε την ειρήνη της πίστης
πράγματα πλίνθους κεραμίδια και ξύλα
αναίσθητες πέτρες κρατάμε
σκόρπια λόγια βλέπουν οι αισθήσεις μας
αλλά την πρόφτασα ν' απομακρύνεται
θα εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα
αν δεν είχα παραβεί την εντολή
η εργασία μας είναι δεσμός άρρηκτος
σχέση αληθινή της αιωνιότητας
εφ' όσον αίμα ρέει στις φλέβες μου
ανακατώνοντας με το ρυθμό του τη γη
μπορώ τη στάμνα που έσπασε να αποκαταστήσω
όπως τα χέρια του παιδιού που τη ρίχνει
καταγής απ' το παράθυρο και δεν σπάνει
η πηγή του δάσους ανθοστόλιστη
δροσοπάροχη γεμίζει τη στάμνα
ζώα και πουλιά συγγενή
έρχονται να ξεδιψάσουν
σε σκιά και σε φως μέσα στο δάσος
μην εμποδίζετε το διψασμένο ελάφι
όταν τρέπεται προς την πηγή
σαν τους πολύτιμους λίθους το κλάμα του
όταν πίνει νερό θολωμένο
το ελάφι μ' ένα άστρο στο μέτωπο
με το σύμβολο του Σωτήριου μαρτυρίου
δε μπορεί να το πειράξει κανένας
λαχταρώντας άγριο θήραμα
το λάβωσα και θρησκεύομαι
με τις αμαρτίες που φέρνουν το τέλος
στον κρυφό ατομικό εγωισμό
ώστε ν' αναγνωρίζω το σύνολο.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Δημοσίευση σχολίου