Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Εξομολόγηση

Πάτερ... τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ' το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε... πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ΄εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον...»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ' ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρώμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα
- Θέμης Λιβεριάδης
Δημοσίευση σχολίου