Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Μαρία Κουγιουμτζή, Στον ασβέστη

Στον ασβέστη


Χριστούγεννα 1952

Εκεί που ψιλόβρεχε εκεί ψιλοχιόνιζε. Περπατούσα στους λασπωμένους δρόμους κι η υγρασία με τρυπούσε. Λεπτό το σουρτούκο που φορούσα, έμπαζε από παντού και έτρεμα. Τα παπούτσια μου, τρία νούμερα μεγαλύτερα απ' τα πόδια μου, μαούνες, μπαινόβγαιναν σε κάθε βήμα και πιτσιλούσαν τις γάμπες μου, ενώ το φουστάνι μου κρεμόταν ως τους αστραγάλους. Αποσούρια από παιδιά κάπως λιγότερο φτωχά από μένα. Έλεγα τα κάλαντα και η σοδειά μου δυο μανταρίνια, πεντέξι καρύδια και μερικές δεκάρες. Άρχισε να σκοτεινιάζει, τ' όνειρο μου να μαζέψω λίγες δραχμές να πάρω ένα μαντίλι δώρο στη νουνά μου ναυαγούσε. Εκείνη ήρθε το πρωί και άφησε στο προσκεφάλι μου μια ωραία καινούργια πλάκα με το κοντύλι δεμένο πάνω της με κόκκινο κορδόνι. Τη λαχταρούσα αυτή την πλάκα, πρώτη μου χρονιά, στο σχολείο, είχα ως τώρα μια σπασμένη και παιδευόμουνα.

Βλάκα, μου είπε η μάνα μου, δε ζήτησες ένα ζευγάρι παπούτσια να ξεπεζέψεις απ' αυτές τις μαούνες. Εσύ να μου πάρεις παπούτσια, είπα. Και πώς, αφού ο μπαμπακαμένος σου μας άφησε κι έφυγε, που να τον φέρουν τέσσερις και ξαπλωμένο. Εδώ δεν έχουμε ούτε μακαρόνια να βράσουμε για αύριο Χριστούγεννα, κοίτα να μάσεις κάνα φράγκο απ' τα κάλαντα να πάρουμε το κατιτίς μας. Τα κάλαντα τα θέλω για το δώρο της νουνάς, είπα, δε σ' τα δίνω. Θα τα δώκεις και θα πεις κι ένα τραγούδι, δε θέλει δώρα εκείνη, έχει τον άντρα της, ακούς, φεύγα τώρα από μπροστά μου.

Εκεί που τα σκεφτόμουνα αυτά και τα λογάριαζα -είχα χωθεί σ' ένα σοκάκι πιο γλιτσιασμένο από τ' άλλα, τόσο στενό που απλώνοντας τα χέρια έπιανες τους υγρούς τοίχους των εβραίικων σπιτιών που τ' αντικρίζανε, δεν το 'πιανε ο ήλιος-, είδα δυο αγοράκια λίγο μεγαλύτερα από μένα να με κοιτούν σαν χάννοι. Πάντα με κορόιδευαν τ' αγόρια για τα σουρτούκο που φορούσα, ανταρτόπληκτη με φωνάζανε, απ' τις μανάδες τους θα τ' άκουσαν, και πήρα θέση άμυνας. Κοίταζα τι κουσούρια να βρω για να 'μαι έτοιμη ν' αντιμιλήσω. Είχαν δυο προσωπάκια ολοστρόγγυλα σαν φεγγαράκια. Ήταν συμμαζεμένα τα ρουχαλάκια τους, σωστά, καθαρά τα κοντά παντελονάκια τους, και τα σακάκια τους, χοντρούτσικα, φαινόντανε ζεστά.

Με πλησίασε το μεγαλύτερο, τόσο που σχεδόν με άγγιξε. Κοριτσάκι, θέλεις να 'ρθεις σπίτι μας να πεις τα κάλαντα, η μαμά μου θα σου δώκει ό,τι θέλεις. Σίμωσε και το μικρότερο και μ' έπιασε απ' το χέρι. Ζεστό το χεράκι του πάνω στο παγωμένο δικό μου. Είχανε τσέπες τα σακάκια τους, εμένα κρέμονταν ξηλωμένες. Το βλέμμα τους, η ντροπαλοσύνη που με κοίταζαν, το ζεστό χεράκι του μικρού, ξεθάρρεψα. Και πού είναι το σπίτι σας; ρώτησα. Να, εδώ κοντά, παραδίπλα, και με τράβηξαν αγκαλιαστά σχεδόν. Τ' ακολούθησα προσέχοντας οι λάσπες που πετούσαν οι μαούνες μου μην τα λερώσουν.

Σταθήκαμε έξω από μιαν αυλή κι ως να σηκώσουν το μάνταλο, κοίταξα το σπίτι. Μικρό μα φαινότανε γερό -εμάς όλο έσταζε η σκεπή κι αγωνιζόμασταν με τις κατσαρόλες όταν έβρεχε-, με πράσινα παντζούρια στα παράθυρα και μια ξερή κληματαριά, σκέπαστρο απ' τη μέσα πόρτα μέχρι την έξω. Ως ν ανοίξουν μ' έτρωγε η ντροπή. Λες να με διώξει η μάνα τους, να με περάσει για ζητιάνα;

Μια κοντούλα φάνηκε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, είχε σουρουπώσει για καλά, μόλις την έβλεπα, όμως το φως από μέσα έπεφτε πάνω μου και κάτι περισσότερο έβλεπε σε μένα. Είχε ολοστρόγγυλο πρόσωπο σαν μαραμένο μήλο. Με κοίταξε με κάτι μάτια ορθάνοιχτα, έκανε ένα βήμα πίσω σαν να την έσπρωξε δυνατός αγέρας κι απόμεινε να με κοιτά. Ετοιμάστηκα να το σκάσω, μα καθώς εκείνη αναστέναξε κι έπιασε την καρδιά της, τ' αγοράκια με σπρώξαν κατά μέσα. Η σόμπα έκαιγε, τα ξύλα τσιτσίριζαν κι η ζέστη με τύλιξε σαν ζεστή κουβέρτα. Σ' ένα μικρό κουζινάκι ένας τέντζερης χοχλάκιζε κι η μυρωδιά απ' την κότα που έβραζε μου έφερνε ζαλάδα. Η γυναικούλα μ' έπιασε απ' τους ώμους και με κάθισε στο ντιβάνι. Με κοίταζε και δάκρυα τρέχαν απ' τα μάτια της, έπιανε το σαγόνι μου και γύριζε το κεφάλι μου μια κατά δω μια κατά κει, εγώ τα μάτια χαμηλωμένα. Χαίρεσαι, μαμά, που τη βρήκαμε και σ' τη φέραμε; είπανε τα παιδάκια και κείνη αναστέναξε.

Δίπλα μου ήταν το τραπέζι, έβλεπα μόνο τα πόδια του, μην ντρέπεσαι, είπε η γυναίκα, έβαλε ένα πιάτο σούπα, φάε, είπε. Παρ' όλη την ντροπή μου έφαγα. Ως μ' έμαθε η μάνα μου, αργά αργά και με κλειστό το στόμα. Προσπάθησα να μη σκουπίσω τα χείλια στο μανίκι μου.

Η γυναικούλα πήγαινε κι ερχόταν. Μου έφερε ένα ζευγάρι κατακόκκινα παπούτσια, ήταν λίγο φθαρμένα μα μου ήρθαν ίσα ίσα. Ντρεπόμουν, κάλτσες δεν φορούσα και δυο ολόμαυροι χαλκάδες γύρω απ' τα κότσια, σημάδια απ' τη λάσπη καθώς πάλευε με τις μαούνες μου, μ' ένα βρεγμένο πανί μου τα καθάρισε και μου 'βαλε ζεστές καλτσούλες κάτασπρες με κόκκινη μπορντούρα. Έφερε κάτι φουστανάκια μάλλινα και ένα παλτουδάκι κατακίτρινο, αυτό μου ήτανε λίγο φαρδύ αλλά κατάζεστο.

Όλα δικά σου, είπε, για σένα, πας σχολείο; Ναι; Θα 'ρθω μαζί σου να πω της μάνας σου να σ' αφήνει να 'ρχεσαι όταν σκολνάς να τρως σε μας, να κάνεις και τα μαθήματα σου, θα σε πηγαίνει σπίτι ο Νικολάκης. Το μεγαλύτερο αγοράκι ένευσε ναι.

Ξεθάρρεψα σιγά σιγά και σήκωσα το βλέμμα. Τα μάτια της γυναίκας φέγγανε, το πρόσωπό της ήταν ιδρωμένο, χαρακωμένο απ' τις ρυτίδες, τα χείλια της σουρωμένα σαν να φασκιώνανε τα δόντια της. Μου φάνηκε σαν τον παλιό μπουφέ της μάνας μου το πρόσωπό της. Συρτάρια οι ρυτίδες της που κρύβαν πονεμένα μυστικά, κλειδωμένες απελπισίες. Τα μαλλιά τσουμαδιασμένα σαν να της τα τραβούσανε αυτές οι δυστυχίες και μαδήσανε, κρέμονταν αλλού μαύρα αλλού άσπρα, σαν τ' αλατοπίπερο, χωρίς να τηνε νοστιμίζουνε καθόλου. Η μάνα μου δεν κοιμάται τις νύχτες, είπε το μεγαλύτερο παιδί, λες και κατάλαβε τις σκέψεις μου. Μόνο τα μάτια, όχι τα μάτια της, εκείνα βούλιαζαν στο φουσκωτό τους πάπλωμα της λύπης, αλλά το φως τους, γαλαζωπό κι αγγελικό, με τύλιγε και με ξετύλιγε, και πάλι με ξανατύλιγε σε αχνούς ζεστής αγάπης. Έπεφτε πάνω μου σαν το ζεστό νερό του μπάνιου και μ' έπλενε, έπλενε την ψυχή μου, και στεκόταν απάνω μου όπως ποτέ δεν είχε καιρό να σταθεί της μάνας μου το βλέμμα, από τις έγνοιες για να με ταΐσει άφηνε ατάιστη την ψυχή μου. Υπήρχαν έπιπλα μέσα στο σπίτι, μα εγώ δεν τα 'βλεπα, το μόνο που με τράβηξε ήτανε μια τεράστια φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο. Ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου με κοίταζε χαμογελώντας.

Η αδελφούλα μας, είπε το μικρότερο παιδί, έπεσε πέρσι σ' ένα λάκκο με ασβέστη και κάηκε. Της μοιάζεις.

Από τη συλλογή διηγημάτων Άγριο βελούδο (2008) της Μαρίας Κουγιουμτζή

Translatum: Fiction of Thessaloniki
/ Μαρία Κουγιουμτζή
Δημοσίευση σχολίου