Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Σαράντος Παυλέας, Το κουνάβι και τα περιστέρια

Το κουνάβι και τα περιστέρια

Στην αρχή μετά τη σωτηρία τους από του σώματος τα πάθη
μένουν οι ψυχές αγνώριστες πολύ - πολύ παιδεμένες, τρομαγμένες
μέσα σ' αυτό το καπνισμένο κλουβί, το σώμα μας,
που καίγεται από πανικούς και πόθους. Στέκονται οι ψυχές αλαφιασμένες,
δεν ξέρουν πού να πάνε, παγίδες άλλες υποπτεύονται, στα νέα
θέλγητρα δυσπιστούν, νέα δεσμά δε θέλουν. Πετούν σαν
περιστέρια φοβισμένα τη νύχτα από το κουνάβι,
που κατέβη κι έπνιξε δέκα αδερφάκια τους και τώρα μέσα
στο φως της μέρας ησυχάζουνε και στις σκεπές των σπιτιών τη νύχτα του κουναβιού τους ξετρομάζουν.
Χρειάζονται πιο στερεά κλουβιά, πιο πυκνό το δέλεαρ του δεσμού και της λήθης να κουρνιάσουν πάλι.

Από τη συλλογή Αναγωγή στη μονάδα (1965)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα
- Σαράντος Παυλέας
Δημοσίευση σχολίου