Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ήρθε μια νύχτα

Ήρθε μια νύχτα

Της μάνας μας της άρεσε χάραμα να ξυπνάει,
μπονώρα* να σηκώνεται και στη δουλειά να μπαίνει.
Και σαν ο ήλιος έβγαινε και φώτιζεν η μέρα,
στο παιδικό μου τ' όνειρο, λίγο προτού ξυπνήσω,
άκουγα που μας έκραζε τ' αδέλφια μου και μένα:
«Αστάτε* και ξημέρωσε και μεσημέρι φτάνει
κι είναι δουλειές να κάνουμε για μπάνιο πριν να πάμε».
Κι αφού τελειώναμε γοργά τις πρωινές φροντίδες
και τα δυο αγόρια τα μικρά το ρίχναν στο παιχνίδι,
να κάνω μια νυχιά* δουλειά με πρόσταζε η μάνα
κι απ' την ψηλή την καρυδιά, στο κάτω το κηπάρι,
να κόψη καρυδόφυλλα να βράσει για να πιούμε.

Κι εκεί στο ξεκεράμωτο*, με τη γωνιά στην άκρη,
τσάκιζε τσάκνα* κι έβανε στη στια* καλά ν' ανάψει
κι απόθωνε* στην πυροστιά το μαύρο κατσαρόλι,
που από την κάπνα την πολλή γινότανε πιο μαύρο.
Κι όλοι καλοχορταίναμε μ' ελιές, ψωμί και λάδι
κι από μια πίντα καρυδιά που μύριζε καπνίλα.

Κι άκουγα τότε βέλασμα κυματιστό, καθάριο
κι έτρεχα ευθύς στην αφοδιά* κι έβρισκα στην πεζούλα
ελόου της* να κάθεται η νόνα η Κατσάρω*
κρατώντας την απ' το σκοινί τη γίδα τη Ριρίκα
που είχε το χρώμα της λευκό με ολόμαυρα στολίδια
και κρεμασμένα στο λαιμό δυο άσπρα σκουλαρίκια.
Κι ενώ την εκαμάρωνα και τη χαϊδολογούσα,
με τον καλό τον τρόπο της με πρόσταζε η Κατσάρω:
«Την άρμεξα, τη σπέδισα* κι είν' ώρα για να φύγει
και σύρε, κατσαρέλι μου, ν' ανοίξεις το πορτόνι».
Και το πορτόνι τ' άνοιγα και την ξεπροβοδούσα,
που πήγαινε να βρει βοσκή στις σκάλες* και στους τράφους.
Και στην κουζίνα ανέβαινε με κόπο η Κατσάρω
κι ανοίγοντας το κασετί* έβγαζε την τσαντίλα*
κι έπαιρνε μια νυχιά* πιτιά μέσα από τη μοσκέρα*
κι ύστερα το 'πηζε τυρί το γάλα της Ριρίκας,
να το 'χουμε τις Κυριακές προσφάι στο τραπέζι.
Ωστόσο εγώ να φροκαλώ* εκειόξω την αυλή μας
με μια αλιπίτσα* φουντωτή στο χέρι το δεξί μου
κι απ' τους αρμούς ανάμεσα στης αφοδιάς τις πλάκες
να τα πετώ τα λιόφυλλα κρατώντας ένα τσάκνο.

Κι η μάνα που της άρεσε μπονώρα* να ξυπνάει,
ήρθε μια νύχτα κι έγειρε, πλάγιασε και κοιμήθη
και δεν μας έκραξε ξανά τ' αδέλφια μου κι εμένα
κι ας βγαίνει ο ήλιος το πρωί κι ας φτάνει μεσημέρι.

*
μπονώρα = νωρίς
μια νυχιά = λίγο
ξεκεράμωτο = μικρή αυλή
τσάκνα = ξερόκλαδα
στια = φωτιά
απόθωνε = έβαζε
πίντα = κύπελο από αλουμίνιο
αφοδιά = αυλή
ελόου της = του λόγου της
Κατσάρω = προσωνύμιο της νόνας μας, γιατί αποκαλούσε χαϊδευτικά τα παιδιά «κατσαρέλια»
σπεδίζω = δένω τα δύο πόδια της γίδας
σκάλες = κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους
κασετί = συρτάρι
τσαντίλα = τουλουπάνι
μοσκέρα = κλούβα για τα τρόφιμα
φροκαλώ = σκουπίζω
αλιπίτσα = αγκαθωτός θάμνος
τσαντίλα = τουλουπάνι


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)

Translatum: Favourite Poetry - Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)
Δημοσίευση σχολίου