Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Μανόλης Αναγνωστάκης, Έπρεπε...

Έπρεπε...

Έπρεπε --δεν έπρεπε-- την τρίτη μέρα να ξαναγεννηθεί
(Δε σημαίνει πως ένας θάνατος ακόμη λιγοστεύει τη ζωή)
Άλλωστε τόσες μανάδες τον καρτερούσαν τόσες γυναίκες
Έπλεκαν τα μακριά μαλλιά τους με σπάνια αρώματα και χρυσαφικά.
Σιωπώντας τόσους αιώνες γνώριζε πια σοφά την αδημονία του αναμενόμενου
Κάτι πιο στέρεο από τα όνειρα που διαψεύδονται τα ξημερώματα
Κάτι σαν αυτό που λέμε Αύριο ή ζηλεύουμε στο γείτονα
Αυτό που δε μας ανήκει και το ανακαλύπτουμε σε ξένα χέρια
Πρόθυμοι πάντα ν' αρνηθούμε το πρόσωπο που μας δωρήθηκε.
Γνώριζε τώρα πως ήρθε η στιγμή να γίνει ο ζεστός καθρέφτης
Παραλλάζοντας τις μορφές, αντανακλώντας ψεύτικες παραστάσεις
Χαμογελώντας πάνω στα κρεβάτια, δείχνοντας την προσιτή οδό
Ήρθε η στιγμή της πιο πικρής θυσίας: στα χέρια σοφών τυμβωρύχων,
Υστερικών πορνών και τρυφερών νηπίων
Ήρθε η στιγμή -- φοβήθηκε στα μάτια να μας αντικρίσει
Μαντεύοντας την άρνηση που ρυτίδωνε τα πρόσωπά μας
Κι εμπρός στο πλήθος τίναξε τα σκονισμένα ρούχα του
Βούλιαξε μέσα στο στήθος του τη βεβαιότητα τόσων αιώνων που έρχονταν
Κι άνοιξε τρέμοντας τις παλάμες του με τα σημάδια των καρφιών.

(Κι έτσι τελείωσε. Όχι για μάς που είχε από μέρες τελειώσει
Λαμπρή και μεγαλόπρεπη η Μόνη Στιγμή
Όταν μπροστά στο δήμιο που τόλμησε το «Τί εστιν...»
Εκείνος, πλήρης και άφθαρτος, δε μίλησε, απελθών).

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Μανόλης Αναγνωστάκης
Δημοσίευση σχολίου