Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Όπως ο ναυπηγός την τρόπη του πλοίου προς την άνωση,
ο νους υπελόγισε τη γλυπτή γραμμή του σωμάτου μου.
Αποκάτω από τη λασπωτή αμμούδα του βυθού, που τ' ανήλιαστα χόρτα κοιμούνται,
τα κρυφά, τα νερά με σηκώνουν στη θέλησή μου κυβερνημένα.
Αποπάνω μου το ύψος η ατμόσφαιρα σκύβει αχνή με τον Ήλιο.
Κολυμπώ αυτός είν' ο νους μου.
Τα δυο μακριά λεπτά πόδια σμιχτά, δίχως τσάκισμα στα γόνατα,
εναλλάξ γρήγορα χτυπούν -μόνο η άκρη και τα δάχτυλα- και βυθίζονται.
Σχηματίζεται βαρύς, πηχτός αφρός.
Το κεφάλι το περισσότερο πλαγιαστό στο νερό μέσα.
Όταν ανοίγω ολόκληρο μεγάλο το στόμα μου είναι για να γιομίσω ανάσα.
Τα δυο τα χέρια, τα μπράτσα τα στρόγγυλα, ολόκληρα απ' τον ώμο
παλεύουν σαν σπαθιά,
κάμνουν κορυφή τόξου στον αγκώνα,
όπου γλυστράν, όταν βγαίνουν ψηλά, σταλαγμίδες η θάλασσα, και ξαναπέφτουν.
Τα μάτια διακρίνουν τα έξω θολά, μέσ' απ' το γλαυκό γιαλό που σπιθιρίζει
αισθάνονται διπλά απομέσα.
Πώς το σκοτεινό εντός μου γίνηκε πηχτό και βλέπεται;
Ποια ευχαρίστηση όπως όταν το σώμα στο λίκνο αγκαλιάζεται,
στο ζεστό λίκνο, κι' αφήνεται
αφήνεται εντελώς. Ξεχνά τη χωριστή του ύπαρξη.
Ποιους πόθους μού ξυπνά το άγγιγμα στην κοιλιά μου.
Το αντρίκειο, το δυνατό, το κολύμπημα πόμαθα
με φεύγει από το βύθισμα που θα χανόμουν.
Έσφιξαν όλ' οι αρμοί στο ξεχωριστό μου το σώμα.
Φτάνω στο μακρινό ακρογιάλι.
Δεν είμ' εκεί λεία σε κουρσάρο ή σε ναυαγό ανέλπιστη,
κρυμμένος απ' τα μάτια θησαυρός.
Στέκουμαι ψηλή, όπως στη γης πιάνεται ένα δέντρο.
Δεν έχω τους εύκολους πόθους.
Ακούω την ανάγκη και το σκοπό μου.
Αυτόν υπηρετεί το σώμα μου και είναι όμορφο.
Το σεμνό στήθος μου ζητάει μόνο το βύζαγμα του παιδιού.

(περιοδικό «Τρίτο Μάτι», 1935)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Δημοσίευση σχολίου