Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Μανόλης Ξεξάκης, Πλόες ερωτικοί (2)

[Από την ενότητα Πλόες ερωτικοί]

2

Καρδιά μου, ανεμώνη, αγαπημένη μου,
ο καϋμός σου είναι μαχαίρι, μα μαχαίρι κι εγώ κρατώ.
Ήρθες πάλι κι αναπνεύσανε οι κυκλάμινοι πόθοι μου.
Γεμάτος σκοτεινιά, μέσα σε λαβυρίνθους νοσταλγίας,
απάνω στις επιφάνειες ενός κρίνου με χρυσαφένια παράθυρα,
ξοδεύτηκα,
ώσπου με σκέπασεν η δωδεκάτη λύπη.
Σαστισμένος κοιτάζω στον ορίζοντα τις μολυβένιες κοιλάδες
της θάλασσας, τον ήλιο που χάνεται
σ' ένα πανάρχαιο βουρκωμένο κρατήρα.
Κάτω απ' το λαμπτήρα του δρόμου, ενώ η πολιτεία κοιμάται,
σε ίση απόσταση απ' την ύπνωση και τον ατέλειωτο χωρισμό,
σε φίλησα κι ευωδιάζεις μέσα μου,
ένας πιλότος της ερωτικής κλίνης.
Οι φίλοι των χρωμάτων δε θα πιστέψουν ποτέ,
πως σε ξεγύμνωσα ως τη βαθιά διαθήκη, όπου το ρόδινο πέπλο
απλώνεται ρυθμικά και χαϊδεύει τη ρέουσα σμίλη.
Η βροχή δυναμώνει μέσα στο πράσινο δάσος.
Μ' επισκέπτονται πράματα που δεν περίμενα, μνήμη μου χλωμή
με τον αξιοπρεπέστατο μανδύα!
Θα περνούσαμε μαζί εκατοντάδες χρόνια.
Οι φτερούγες των αγγέλων παρασύραν τ' αλογάκι μου.
Από τότε ταξιδεύω αθέλητα
σε διάφορα σχήματα ηλικιών σαν δαχτυλίδι.
Θυμάμαι που μπήκαμε σ' ένα αυτοκίνητο και σε μια κατηφόρα
έγειρα και σύρθηκα μέσα στα υγρά σου φυλλώματα
κι εσύ άρχισες ν' αρμενίζεις.
Δεν έχει ποικιλία ο μεσημεριάτικος ύπνος.
Σηκώθηκα και περπάτησα ως τη διπλανή αυλή,
όπου μια γυμνή ωραία χτενίζεται
και τη ρώτησα αν γυρίζει κι αυτή κι αγρυπνά,
τα φύλλα στο πιάνο του θανάτου.
Έκαμε πίσω και ταράχτηκε κι όπως σηκώθηκε και τίναξε τα μαλλιά της,
έπεσε και περπάτησε και χάθηκε μια κατακόκκινη πασχαλίτσα
- Πασχαλίτσα-λίτσα-λίτσα
σύρε στη Καρδίτσα
σύρε φέρε μου παπούτσια.-

Το ένδυμα του χρόνου ασχημονεί
στο λεπτεπίλεπτο γυμνό πόδι της μνήμης.
Λοιπόν, πρέπει να ξέρεις: ο ερωτευμένος είναι ένας μικρός βοσκός
που εξωθεί ένα πλήθος συναισθήματα σε ξένα χωράφια.
Ο ερωτευμένος οδηγείται από ένα μόνο άστρο.

Από τη συλλογή Πλόες ερωτικοί (1980)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Μανόλης Ξεξάκης
Δημοσίευση σχολίου